| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 34735 | ξαναπατώ | [ξαναπατῶ] ξα-να-πα-τώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {-άς ... | ξαναπάτ-ησα, -ήσω, -ώντας} & ξαναπατάω 1. πατώ πάλι, ξανά: Πρόσεξε, μη με ~ήσεις!|| (μτφ.-προφ.) Υπόσχομαι να μην ~ήσω (: να μην παραβώ ξανά) τον όρκο μου. Θα τα καταφέρει να ~ήσει στα πόδια του. 2. (συνήθ. με άρνηση) ξαναπηγαίνω ή ξαναέρχομαι: Μετά από το περιστατικό δεν ~ησε στη δουλειά/στο νησί. (προφ.-απειλητ.) Φύγε και να μην ~ήσεις (το πόδι σου) εδώ μέσα! ● ΦΡ.: (δεν) την ξαναπατάω: (δεν) επαναλαμβάνω το ίδιο λάθος: Την έχω ~ήσει, γι' αυτό είμαι προσεκτικός. ΣΥΝ. (δεν) την ξαναπαθαίνω | |
| 34736 | ξαναπάω | βλ. ξαναπηγαίνω | |
| 34737 | ξαναπερνώ | [ξαναπερνῶ] ξα-να-περ-νώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {-άς ... | ξαναπέρ-ασε, ξαναπερ-άσει, -στηκε, -στεί, -σμένος, ξαναπερν-ώντας} & ξαναπερνάω 1. διέρχομαι ξανά· ξαναπηγαίνω ή ξαναέρχομαι: Δεν είναι έτοιμο, ~άστε (: ελάτε πάλι) αύριο. Nα ~άσετε (= επισκεφθείτε μας ξανά)!|| (μτφ.) Τέτοιος παίκτης δεν πρόκειται να ~άσει από την ομάδα. 2. καλύπτω ξανά μια επιφάνεια με υλικό ή βάφω εκ νέου: ~ασε τον τοίχο και περίμενε να στεγνώσει. Βλ. δεύτερο χέρι. 3. (προφ.) διαβάζω άλλη μία φορά: Θα ~άσω την ύλη πριν από τις εξετάσεις. 4. αντιμετωπίζω ξανά δυσάρεστη κατάσταση, υφίσταμαι ή υποβάλλομαι σε κάτι εκ νέου: ~ασα τις ίδιες πίκρες. Έχεις ~άσει πνευμονία;|| ~ασε από συνέντευξη. 5. τοποθετώ ξανά: ~ασε το λουρί στον λαιμό του σκύλου και προχώρησε. 6. καταχωρώ πάλι: Χάθηκαν τα στοιχεία μου και πρέπει να ~στούν στον υπολογιστή. 7. υπερισχύω ξανά: Η ομάδα ~ασε μπροστά στο σκορ/στην κορυφή. [< μεσν. ξαναπερνώ] | |
| 34738 | ξαναπέφτω | ξα-να-πέ-φτω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ξανάπεσε κ. ξανα-έπεσε -πέσει, προστ. -πέσε, ξαναπέφτ-οντας} 1. πέφτω ξανά: Πρόσεξε μην ~πέσεις (: από απροσεξία)! Θα σου ~πέσει από τα χέρια (= θα το ρίξεις πάλι).|| Η ομάδα ~πεσε στη Β΄ εθνική (= κατέβηκε επίπεδο).|| Πιες υγρά για να ~πέσει ο πυρετός (: που είχε ανέβει).|| Το βλέμμα του ~έπεσε στην οθόνη.|| Η πόλη ~έπεσε πριν από σχεδόν έναν αιώνα (= κυριεύτηκε ξανά). 2. (προφ.) ξαπλώνω ή αρρωσταίνω ξανά: Έφαγε και ~έπεσε για ύπνο/στο κρεβάτι.|| Βγήκε στο κρύο και ~έπεσε άρρωστος/με πυρετό. 3. (μτφ.-προφ.) αφοσιώνομαι ξανά σε κάτι ή υποτροπιάζω: Σταμάτησε για δυο μέρες, προτού ~πέσει με τα μούτρα στη δουλειά.|| ~έπεσε στο αλκοόλ μετά από πέντε χρόνια αποχής/σε μελαγχολία. 4. ξανασυναντώ τυχαία: ~σαμε πάνω του για τρίτη φορά. 5. (μτφ.-προφ.) ενδίδω, υποκύπτω εκ νέου: Δεν ~ με κομπλιμέντα (: δεν με ξαναρίχνεις). ● ξαναπέφτει (μτφ.) 1. (προφ.) διακόπτεται για άλλη μία φορά η λειτουργία: ~έπεσε το ρεύμα/ο σέρβερ. 2. μειώνεται εκ νέου: Με την ύφεση ~έπεσαν οι πωλήσεις. 3. τυχαίνει ξανά: Αυτό το θέμα έχει ~πέσει στις εξετάσεις. 4. εκδηλώνεται πάλι με ένταση ή διαδοχικά: ~έπεσαν πρόστιμα.|| Άρχισαν να ~ουν πυροβολισμοί. 5. ξεσπά ή επικρατεί εκ νέου: Άρχισε να νυχτώνει και να ~ χιόνι. | |
| 34739 | ξαναπηγαίνω & ξαναπάω | ξα-να-πη-γαί-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ξανα-πήγα, -πάω, προστ. -πήγαινε, ξαναπηγαίν-οντας} 1. μεταβαίνω πάλι σε μέρος ή ξαναπερνώ από αυτό: Θα ~πάω στο νησί το επόμενο καλοκαίρι. Δεν ~ (πβ. ξαναπατώ) σ' αυτό το εστιατόριο.|| ~πήγα από το σπίτι της.|| (μτφ.) ~πήγαινε στη σελίδα ... του βιβλίου. 2. οδηγώ, συνοδεύω, μεταφέρω ξανά: Δεν σας ~ βόλτα. 3. (προφ.) συμμετέχω εκ νέου: Θα ~πάει για βουλευτής (: θα ξαναβάλει υποψηφιότητα). 4. επαναλαμβάνω μια πράξη ή ξεκινώ πάλι: ~πάμε την πρόβα από την αρχή; ● ξαναπηγαίνει & ξαναπάει: φτάνει, ανέρχεται σε κάποιο σημείο ξανά: Η θερμοκρασία ~πήγε (= ξανάπεσε) στους μείον δέκα. Η τιμή ~πήγε στα ... ευρώ. [< μεσν. ξαναπάγω] | |
| 34740 | ξαναπίνω | ξα-να-πί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξανάπινα κ. ξανα-έπινα, ξανάπια κ. ξανα-ήπια, -πιώ}: πίνω ξανά· ξαναρχίζω να καταναλώνω αλκοόλ συστηματικά: Μην ~πιείς από το μπουκάλι! Δεν θα ~πιώ καφέ.|| Ορκίστηκε πως δεν θα ~πιεί (ενν. οινοπνευματώδη). | |
| 34741 | ξαναποκτώ | [ξαναποκτῶ] ξα-να-πο-κτώ ρ. (μτβ.) {-άς ... | ξαναπέκτ-ησε κ. ξαναπόκτ-ησε, -ήθηκε, -ηθεί} & ξαναποκτάω & ξανααποκτώ: ξαναβρίσκω, ανακτώ: ~ησε την ανεξαρτησία του. Η ζωή της ~ησε νόημα. Πβ. επανακτώ, ξαναπαίρνω. [< μεσν. ξαναποκτώ] | |
| 34742 | ξαναπουλώ | [ξαναπουλῶ] ξα-να-που-λώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {-ά κ. άει ... | ξαναπούλ-ησα, -ιέται, -ήθηκε, -ηθεί, -ώντας} & ξαναπουλάω & (σπάν.-λόγ.) ξαναπωλώ 1. πουλώ ξανά: ~ήθηκε στη μισή τιμή. 2. μεταπωλώ. [< μεσν. ξαναπουλώ] | |
| 34743 | ξαναπροβάλλω | ξα-να-προ-βάλ-λω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {παρατ. ξανα-πρόβαλλε, αόρ. -πρόβαλε, -προβάλλεται, -προβάλει, -προβλήθηκε, -προβληθεί, ξαναπροβάλλ-οντας} 1. αναπαράγω ξανά σε οθόνη ή επιφάνεια: Το κοινό ζήτησε να ~προβληθεί η εκπομπή στο κανάλι. 2. {στην ενεργ. φωνή} εμφανίζομαι πάλι: ~ει ο κίνδυνος της χρεοκοπίας.|| Ο ήλιος ~πρόβαλε πίσω από τα σύννεφα. | |
| 34744 | ξαναπροσπαθώ | [ξαναπροσπαθῶ] ξα-να-προ-σπα-θώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {-είς ... | ξαναπροσπάθ-ησα, -ήσω, -ώντας}: προσπαθώ εκ νέου: Αν αποτύχεις την πρώτη φορά, ~ησε. | |
| 34745 | ξαναπωλώ | βλ. ξαναπουλώ | |
| 34746 | ξαναρίχνω | ξα-να-ρί-χνω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξαναέρι-ξε κ. ξανάριξε, ξαναρί-ξει, -χτηκε, -χτεί, ξαναρίχν-οντας} 1. αφήνω κάτι ή κάποιον να πέσει ξανά, προκαλώ ξανά πτώση, χτυπώ ή εκσφενδονίζω εκ νέου: ~ξε τα ζάρια/το κέρμα (στο μηχάνημα). ~ξα το βάζο (: μου ξαναέπεσε).|| Του έδωσαν κι άλλη γροθιά και τον ~ξαν κάτω.|| Ξαναρίξε μου την μπάλα.|| (μτφ.-προφ.) Μην ~ξεις σπόντες άλλη φορά. 2. φορώ ή τοποθετώ ξανά: Μη βγάζεις τη ζακέτα, ξαναρίξε τη στους ώμους!|| (προφ.-αρνητ. συνυποδ.) Τον είχαν μετακινήσει προσωρινά, αλλά τον ~ξαν στο ίδιο γραφείο. 3. (μτφ.-προφ.) εξαπατώ ή παρασύρω ξανά: Δεν με ~εις με τέτοια κόλπα (: δεν ξαναπέφτω, δεν την ξαναπατάω). 4. (μτφ.-προφ.) επιβάλλω πάλι τιμωρία ή επιρρίπτω εκ νέου ευθύνη: Τον ~ξαν στη φυλακή.|| Του ~ξαν το φταίξιμο για την αποτυχία της εταιρείας. 5. (μτφ.) περιορίζω ή μειώνω ξανά: Μην ~ξεις το επίπεδο της συζήτησης.|| Είχαν ανεβάσει τις τιμές, αλλά τις ~ξαν για να τραβήξουν πελατεία. ● ΦΡ.: το ξαναρίχνω (μτφ.-προφ.): επιδίδομαι ή αφοσιώνομαι εκ νέου σε κάτι: ~ ~ξε στο διάβασμα, για να πάρει το πτυχίο της. [< μεσν. ξαναρίχνω] | |
| 34747 | ξαναρχίζω | ξα-ναρ-χί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ξανάρχι-σα, ξαναρχί-σω, ξαναρχίζ-οντας} & (λαϊκό-λογοτ.) ξαναρχινώ & ξαναρχινάω: αρχίζω κάτι ξανά, πάλι: Η δίκη είχε διακοπεί και ~σε.|| Έκανε ένα γρήγορο διάλειμμα και ~σε τη δουλειά της. [< μεσν. ξαναρχίζω] | |
| 34748 | ξανάρχομαι | βλ. ξαναέρχομαι | |
| 34749 | ξαναρωτώ | [ξαναρωτῶ] ξα-να-ρω-τώ ρ. (μτβ.) {-ά κ. -άει ... | ξαναρώτ-ησε, -ήσει, -ήθηκε, -ηθεί, -ώντας} & ξαναρωτάω: ξανακάνω ερώτηση: Όταν δεν απάντησα, με ~ησε θυμωμένος. ● ΦΡ.: ρωτώ και ξαναρωτώ βλ. ρωτώ [< μεσν. ξαναρωτώ] | |
| 34750 | ξανασαίνω | ξα-να-σαί-νω ρ. (αμτβ.) {ξανάσ-ανα, ξανασ-άνω} (προφ.): ξεκουράζομαι· μτφ. απαλλάσσομαι: Κάθισε σ' ένα σκαλοπάτι να ~άνει λίγο (: να πάρει μια ανάσα). ΣΥΝ. ξαποσταίνω.|| Δεν προλάβαμε να ~άνουμε από τα χρέη και μας βρήκαν καινούργια. Πβ. ανακουφίζω, αναπνέω, ξαλαφρώνω. [< μεσν. ξανασαίνω] | |
| 34751 | ξανασηκώνω | ξα-να-ση-κώ-νω ρ. (μτβ.) {ξανασήκω-σα, ξανασηκώ-σω, -θηκα, -θώ, προστ. αορ. ξανα-σήκω, -σηκωθείτε} 1. σηκώνω ξανά: Έπεσε κάτω και ~θηκε.|| Μόλις είχα καθίσει και με ~σε να του φτιάξω καφέ.|| Μην ~σεις τόσο βάρος!|| Ο αέρας είχε πέσει και μέσα σε μια ώρα ~θηκε.|| Η δασκάλα τον ~σε στον πίνακα.|| (μτφ.) Η ομάδα υποβιβάστηκε και έκτοτε δεν ~σε κεφάλι (: δεν ορθοπόδησε ξανά). 2. (μτφ.-προφ.) αναλαμβάνω, επωμίζομαι ξανά: Δεν ~ την ευθύνη για όλα τα στραβά που συμβαίνουν εδώ μέσα. 3. (προφ.) μαζεύω ξανά: Δεν πρόκειται να ~σω το τραπέζι, βαρέθηκα. 4. (προφ.) ξανακάνω ανάληψη χρημάτων: Μου τέλειωσαν τα λεφτά και πρέπει να ~σω. 5. (προφ.) κλέβω για άλλη μια φορά: ~σαν το μαγαζί που είχαν ληστέψει ένα μήνα πριν. | |
| 34752 | ξανασκέφτομαι | ξα-να-σκέ-φτο-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξανασκέφ-τηκα (λόγ.) -θηκα, -τεί (λόγ.) -θεί} & (λόγ.) ξανασκέπτομαι: σκέφτομαι ξανά· διστάζω: Τώρα που το ~ (πβ. καλοσκέφτομαι), καλύτερα να ξεκινήσουμε αμέσως. Τελικά, το ~τηκα πιο ώριμα και νομίζω ότι ...|| Δεν είμαι σίγουρη, το ~ αν πρέπει να του τηλεφωνήσω. | |
| 34753 | ξανασμίγω | ξα-να-σμί-γω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξανάσμιξε κ. ξαναέσμι-ξε, ξανασμί-ξει, ξανασμίγ-οντας} (προφ.) 1. ξανασυναντώ: Οι παλιοί συμμαθητές ~ξαν (= ξαναβρέθηκαν) μετά από χρόνια. Θα ~ξουμε στο μέλλον. 2. συμφιλιώνομαι με κάποιον: Είχαν μαλώσει, αλλά τα βρήκαν και ~ξαν. | |
| 34754 | ξαναστέλνω | ξα-να-στέλ-νω ρ. (μτβ.) {ξανα-έστειλε κ. ξανά-στειλε, -στείλει, -στάλθηκε, -σταλεί κ. σταλθεί, ξαναστέλν-οντας} 1. στέλνω ξανά, πάλι: Θα του ~στείλω επιστολή, αφού δεν μου απάντησε. 2. επιστρέφω: Διόρθωσε το άρθρο και το ~στειλε για εκτύπωση. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ