Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [35420-35440]

IDΛήμμαΕρμηνεία
34755ξαναστήνωξα-να-στή-νω ρ. (μτβ.) {ξαναέστη-σα κ. ξανάστησα, ξαναστή-σω, -θηκα, -θώ, ξαναστήν-οντας} 1. κάνω κάτι να σταθεί (όρθιο) ξανά: ~θηκε το παλιό γεφύρι. Θα ~σουμε τις σκηνές που παρέσυρε ο άνεμος.|| (μτφ.) Κατάφερε να ~σει τη ζωή του. 2. (μτφ.) εγκαθιστώ, ιδρύω, οργανώνω εκ νέου: Προσπαθεί να ~σει την επιχείρηση. Η παράσταση ~θηκε απ' την αρχή. 3. (μτφ.-οικ.) στήνω κάποιον πάλι: Αν με ~σεις, θα τσακωθούμε.
34756ξανάστροφος, η, ο ξα-νά-στρο-φος επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): ανάποδος, αναποδογυρισμένος, ανεστραμμένος. Κυρ. στο ● Ουσ.: ξανάστροφη (η) (προφ.): ανάστροφη: Του έριξα/του έχωσα μια ~. Πβ. ράπισμα. ΣΥΝ. ανάποδη (2) [< μεσν. ξανάστροφος]
34757ξανασυμβαίνειξα-να-συμ-βαί-νει ρ. (αμτβ.) {ξανασυνέβ-η, ξανασυμβ-εί}: συμβαίνει, γίνεται ξανά: Έχει ~εί πολλές φορές στο παρελθόν. Δεν μου έχει ~εί (= ξανατύχει) να ...
34758ξανασυναντώ[ξανασυναντῶ] ξα-να-συ-να-ντώ ρ. (μτβ.) {-ά κ. -άει ... | ξανασυνάντ-ησε, -ήσει, -ιέται, -ήθηκε, -ηθεί, -ώντας} & ξανασυναντάω 1. συναντώ ξανά: Την πρωτοείδε στον δρόμο και δυο μέρες αργότερα την ~ησε. Έκαναν χρόνια να ιδωθούν και όταν ~ήθηκαν (= ξανάσμιξαν) είχαν γεράσει.|| Οι δύο ομάδες θα ~ηθούν στον επόμενο γύρο (: θα αναμετρηθούν ξανά). 2. (μτφ.) ξαναβρίσκομαι αντιμέτωπος με μία κατάσταση: Δεν έχω ~ήσει τόσες δυσκολίες στη ζωή μου.
34759ξανασυνδέωξα-να-συν-δέ-ω ρ. (μτβ.) {ξανασύνδεσε κ. ξανασυνέδε-σε, ξανασυνδέ-σει, -θηκε, -θεί, -οντας} 1. συνδέω με άλλο αντικείμενο ή δίκτυο εκ νέου: Είχε αποσυνδέσει τη συσκευή και την ~σε. 2. ξαναφέρνω σε επαφή, επικοινωνία: Με την αποκατάσταση του οδικού δικτύου θα ~θούν τα αποκομμένα χωριά με το αστικό κέντρο. 3. (μτφ.) ξαναφτιάχνω μια σχέση: Της ζήτησε να ~θούν, αλλά εκείνη αρνήθηκε. 4. συσχετίζω, συνδυάζω ξανά: Πρέπει να ~θεί η οικονομική πολιτική με την ανάπτυξη.
34760ξανατολμώ[ξανατολμῶ] ξα-να-τολ-μώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {-ά κ. -άει ... | ξανατόλμ-ησε, -ήσει} & ξανατολμάω: τολμώ ξανά: Της απάντησε απότομα και έκτοτε δεν ~ησε να τον ρωτήσει. (απειλητ.) Μην ~σεις να με πλησιάσεις!
34761ξανατρέχωξα-να-τρέ-χω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ξανάτρεξα κ. ξαναέτρε-ξα, ξανατρέ-ξω, ξανατρέχ-οντας} 1. τρέχω ξανά· συμμετέχω εκ νέου σε αγώνα: Δεν ~ τόσο γρήγορα, μου κόπηκε η αναπνοή.|| (για όχημα) Μην ~ξεις τόσο πολύ στην εθνική.|| (στον αθλητισμό) Δεν ~ξε (ενν. σε αγώνα δρόμου) μετά τον τραυματισμό του. Δεν θα ~ξει σε ράλι. 2. (μτφ.) ενεργώ ή κινούμαι με ταχύτητα ξανά, συνήθ. άσκοπα και με αποτέλεσμα να ταλαιπωρούμαι: Δεν ~ για τους άλλους, γιατί κανείς δεν πρόκειται να μου το αναγνωρίσει.|| Δεν λύθηκαν οι διαφορές μας και με ~ει στα δικαστήρια. 3. λειτουργώ εκ νέου ή δίνω νέα εντολή για εκτέλεση εργασίας: ~ το αρχείο/το πρόγραμμα.ξανατρέχει: ρέει ξανά ή έχει πάλι διαρροή: Η βρύση δεν ~ξε μετά την επισκευή. [< μεσν. ξανατρέχω]
34762ξανατρώωξα-να-τρώ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξανα-τρώς ... | ξανά-φαγα κ. ξανα-έφαγα, -φάω, προστ. -φάς, ξανατρώγ-οντας} 1. τρώω πάλι: Γιατί ~τρώς, αφού πριν λίγο έφαγες; Δεν έχω ~φάει ... (: δεν έχω δοκιμάσει ποτέ ...) 2. (μτφ.) ξαναπαθαίνω κάτι: Τις ~φαγε (= έφαγε ξύλο) και τώρα φοβάται να πλησιάσει.|| ~έφαγε μποτιλιάρισμα στον δρόμο για τρίτη συνεχή μέρα. 3. (μτφ.-προφ.) σπαταλώ ξανά: Πρόσεξε να μην το ~φάς (με τη μία) το χαρτζιλίκι σου! 4. (μτφ.-προφ.) κλέβω πάλι: Του ~φαγαν χρήματα.
34763ξαναφαίνεταιξα-να-φαί-νε-ται ρ. (αμτβ.) {ξαναφάν-ηκε, ξαναφαν-εί}: διακρίνεται ξανά, επανεμφανίζεται: Περιμένουν να ~εί καράβι στον ορίζοντα.|| Θα κάνει καιρό να ~εί. Δεν έχουν ~εί τα συμπτώματα της ασθένειας.|| (μτφ.) Άρχισε επιτέλους να ~ η ελπίδα. [< μεσν. ξαναφαίνομαι]
34764ξαναφέρνωξα-να-φέρ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ξανα-έφερα κ. ξανάφερα, ξανα-φέρω, προστ. ξαναφέρ-ετε (προφ.) ξανα-φέρτε, ξαναφέρν-οντας} 1. μεταφέρω ή μετακινώ εκ νέου: Πήρε πίσω το χειρόγραφο και το ~έφερε δακτυλογραφημένο. Μην τον ~φέρεις (= ξαναπάρεις) αυτόν μαζί σου.|| Πρέπει να ~φέρουμε (= ξανακαλέσουμε) τον γιατρό. 2. (μτφ.) οδηγώ, εξωθώ κάποιον ή κάτι σε προηγούμενη κατάσταση: Με ~έφερε στα όριά μου.|| Το νέο νομοσχέδιο θα ~φέρει ανατροπές στις εργασιακές σχέσεις. 3. (μτφ.) προκαλώ εκ νέου ένα συναίσθημα, μια κατάσταση: Η επιτυχία του ~έφερε το χαμόγελο στην οικογένεια. Το σχολείο θα ~φέρει ζωή στην περιοχή. 4. ξαναθυμάμαι: Αυτό το τοπίο μού ~ει στον νου τα παιδικά μου χρόνια. Ξανάφερε τα γεγονότα στο μυαλό του και μελαγχόλησε. Βλ. -φέρνω. 5. εκφράζω, προβάλλω πάλι: Μη μου ~φέρεις αντίρρηση. 6. πετυχαίνω ξανά: Ξανάφερε εξάρες. ● ΦΡ.: την ξαναφέρνω σε κάποιον (προφ.): τον εξαπατώ ξανά: Αυτή τη φορά να είσαι πιο προσεκτικός, για να μην στην ~φέρουν! [< μεσν. ξαναφέρνω]
34766ξαναφουντώνωξα-να-φου-ντώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ξαναφούντω-σα, -σει} (προφ.): (μτφ.) αναψοκοκκινίζω ή θυμώνω εκ νέου: Μην του το αναφέρεις άλλη φορά, θα ~σει (: θα αναστατωθεί πάλι).ξαναφουντώνει 1. ενισχύεται ξανά· ξαναποκτά ένταση, ορμή: Η πυρκαγιά φάνηκε να τέθηκε υπό έλεγχο για λίγο, αλλά αμέσως ~σε.|| ~ει η επιθυμία/η κόντρα/ η συζήτηση για ... Είχαν χωρίσει, αλλά συναντήθηκαν κι ο έρωτάς τους ~σε. 2. (για φυτό) αναπτύσσεται πάλι: Ήρθε η άνοιξη και τα λουλούδια ~σαν.
34767ξαναφτιάχνωξα-να-φτιά-χνω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ξανάφτιαξε κ. ξαναέφτια-ξε, ξαναφτιά-ξει, -χτηκε (λόγ.) -χθηκε, -χτεί (λόγ.) -χθεί, (σπάν.) -γμένος, ξαναφτιάχν-οντας} 1. ανακατασκευάζω, αναδημιουργώ: Η πλατεία ~χτηκε από την αρχή. Πβ. αναπλάθω.|| Το γκρουπ ~χτηκε δέκα χρόνια μετά τη διάλυσή του. 2. διορθώνω, επισκευάζω ξανά· τακτοποιώ πάλι: Η τηλεόραση χάλασε για δεύτερη φορά και την ~ξα.|| Έκανε πάλι το δωμάτιο άνω-κάτω και αναγκάστηκε να το ~ξει. 3. μετατρέπω, ανασκευάζω: Τώρα που άλλαξε το ωράριο, πρέπει να ~ξω το πρόγραμμά μου. 4. βελτιώνω ξανά, εκ νέου: Η είδηση ~ξε το κέφι της παρέας. Μετά την καταιγίδα ο καιρός ~ξε. 5. ετοιμάζω εκ νέου: Θα φύγω πάλι ταξίδι και πρέπει να ~ξω βαλίτσες. ● Παθ.: ξαναφτιάχνομαι (προφ.) 1. αποκτώ ξανά περιουσία ή θέση: Έχασε όλα του τα χρήματα, αλλά ~χτηκε γρήγορα. 2. φτιάχνει πάλι η διάθεσή μου: Με έκανε να γελάσω και ~χτηκα. Πβ. ξανανεβαίνω. ● ΦΡ.: τα ξαναφτιάχνω (προφ.): αποκαθιστώ τη φιλική ή συνήθ. την ερωτική σχέση με κάποιον ή συμφιλιώνομαι μαζί του: Τα ~ξε με τον πρώην της.|| Τσακώθηκαν, μα θα τα ~ξουν. ΣΥΝ. τα ξαναβρίσκω, ξανάφτιαξε τη ζωή του/της βλ. ζωή [< γαλλ. refaire]
34768ξαναφυτρώνειξα-να-φυ-τρώ-νει ρ. (αμτβ.) {ξαναφύτρω-σε, -σει} 1. (για φυτό) φυτρώνει εκ νέου: ~σε χορτάρι. 2. αναπτύσσεται ξανά: ~σαν τρίχες.|| (μτφ.) ~σε (= ξαναγεννήθηκε) η ελπίδα.ξαναφυτρώνω (μτφ.-προφ.): επανεμφανίζομαι αναπάντεχα: (για πρόσ.) ~σε μετά από χρόνια απουσίας.
34769ξαναχρησιμοποιώξα-να-χρη-σι-μο-ποι-ώ ρ. (μτβ.): επαναχρησιμοποιώ.
34770ξαναχτίζωξα-να-χτί-ζω ρ. (μτβ.) {ξανάχτισε κ. ξαναέχτι-σε, ξαναχτί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, ξαναχτίζ-οντας} & ξανακτίζω 1. χτίζω ξανά: Γκρέμισαν το κτίριο και το ~σαν σε μια μέρα. 2. (μτφ.) αναπτύσσω ξανά, αναδημιουργώ: ~σαν τη σχέση τους. Προσπαθεί να ~σει (= ξαναφτιάξει) τη ζωή της. [< μεσν. ξανακτίζω]
34771ξαναχτυπώ[ξαναχτυπῶ] ξα-να-χτυ-πώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {-ά κ. -άει ... | ξαναχτύπ-ησε, -ήσει, -ήθηκε, -ηθεί, ξαναχτυπ-ώντας} & ξαναχτυπάω & ξανακτυπώ 1. χτυπώ ξανά: ~ησα το κουδούνι/την πόρτα, μα δεν μου άνοιξαν.|| (προφ.) Διόρθωσα το κείμενο και το ~ησα (= το πληκτρολόγησα ξανά) στον υπολογιστή. 2. καταφέρω νέο πλήγμα: Αντί για απάντηση, τον ~ησε στο ίδιο σημείο. 3. πέφτω με ορμή, συγκρούομαι ξανά: Μου ~ησαν το αμάξι, ενώ ήταν παρκαρισμένο.|| (μτφ.) Τον ~ησε ο έρωτας. 4. (μτφ.) δρω ή πλήττω εκ νέου: Οι ληστές ~ησαν.|| Ο εγκέλαδος ~ησε. Η ατυχία τον ~ησε. 5. (προφ.) θέτω ή/και επιτυγχάνω στόχο για άλλη μια φορά: Μετά την περσινή επιτυχία η ομάδα θα ~ήσει την πρώτη θέση.|| ~ησα δεκάωρο στη δουλειά για τρίτη συνεχή μέρα. 6. (μτφ.) αντιμετωπίζω εκ νέου αρνητική κατάσταση: Η διαφθορά πρέπει να ~ηθεί με νέα μέτρα. 7. (μτφ.-προφ.) υπενθυμίζω πάλι με ενοχλητικό τρόπο: Ένα λάθος έκανα κι εσύ (μου) το χτυπάς και μου το ~άς. 8. ανακατεύω πάλι: Αν τα αβγά δεν κάνουν αφρό, να τα ~ήσεις. ● Παθ.: ξαναχτυπιέμαι: συγκρούομαι ξανά: Οι δύο συμμορίες ~ήθηκαν. [< μεσν. ξανακτυπώ]
34772ξανθαίνωξαν-θαί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξάνθ-υνα, ξανθ-ύνω} & ξανθίζω 1. γίνομαι ξανθός ή βάφω κάτι ξανθό: ~υνα απ' τον ήλιο.|| ~υνα (πβ. ξανοίγω) τα μαλλιά μου, γιατί μου πηγαίνουν καλύτερα. 2. ροδίζω, κιτρινίζω: (ΜΑΓΕΙΡ.) Σόταρα τα κρεμμύδια μέχρι να ~ύνουν. Πβ. τσιγαρίζω. [< μεσν. ξανθαίνω]
34773ξανθέλασμαξαν-θέ-λα-σμα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. υποκίτρινη πλάκα λίπους που συσσωρεύεται γύρω από τα μάτια· ξάνθωμα των βλεφάρων. Βλ. μόρφωμα. [< αγγλ. xanthelasma, γαλλ. xanthélasma]
34774ξανθίνηξαν-θί-νη ουσ. (θηλ.) ΒΙΟΧ.-ΙΑΤΡ.: βάση πουρίνης (σύμβ. C5H4N4O2), προϊόν του μεταβολισμού των νουκλεοπρωτεϊνών, πρόδρομη ουσία του ουρικού οξέος που βρίσκεται κυρ. στο αίμα, στα ούρα και σε ορισμένα φυτά. Βλ. -ίνη, καφεΐνη. [< αγγλ.-γαλλ. xanthine]
34775ξάνθιοξάν-θι-ο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. κολλιτσίδα. [< μτγν. ξάνθιον]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.