| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 34776 | Ξανθιώτης, Ξανθιώτισσα | Ξαν-θιώ-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Ξάνθη. | |
| 34777 | ξανθιώτικος | , η, ο ξαν-θιώ-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με την Ξάνθη ή/και τους Ξανθιώτες. | |
| 34778 | ξανθο- & ξανθό- | & ξανθ-: α' συνθετικό κυρ. ουσιαστικών και επιθέτων που δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο έχει ξανθό χρώμα: ξανθο-μάλλης (βλ. ασπρο-).|| Ξανθό-ψειρα.|| Ξανθο-φύλλη (βλ. χλωρο-).|| Ξανθο-κόκκινος.|| Ξανθ-αίνω. | |
| 34779 | ξανθοκόκκινος | , η, ο ξαν-θο-κόκ-κι-νος επίθ.: (κυρ. για μαλλιά και γένια) που το χρώμα του είναι ανάμεσα στο ξανθό και το κόκκινο: ~η: χαίτη. ~ες: ανταύγειες. Βλ. καστανόξανθος. ΣΥΝ. πυρόξανθος, πυρόχρους, ρούσος | |
| 34780 | ξανθομάλλης | , α, ικο ξαν-θο-μάλ-λης επίθ./ουσ. {κ. (λαϊκό) θηλ. ξανθομαλλούσα} & ξανθόμαλλος, η, ο: που έχει ξανθά μαλλιά: ~ούσα: κοπελιά. Βλ. -μάλλης. [< μεσν. ξαθομάλλης, ξαθόμαλλος, ξανθομαλλούσα] | |
| 34781 | ξανθός | , ή/ιά, ό ξαν-θός επίθ.: που έχει ανοιχτό κίτρινο, χρυσαφί χρώμα: ~ό: μουστάκι. ~ές: ανταύγειες. ~ά: γένια. Πβ. χρυσαφένιος, χρυσός.|| ~ή: αμμουδιά/μπίρα/σταφίδα. ~ό: μέλι. Πβ. ανοιχτόχρωμος.|| (ως ουσ.) Οι ~ιές. Είναι βαμμένη/φυσική ~ιά (= ξανθομάλλα). (για βαφή μαλλιών) Της πάει το ~ό. Βλ. κατά-, χρυσό-ξανθος, καστανός, κοκκινομάλλης, μελαχρινός. ● Υποκ.: ξανθούλης , α, -ικο/-ι [< αρχ. ξανθός] | |
| 34782 | ξανθοφύλλη | ξαν-θο-φύλ-λη ουσ. (θηλ.) : ΒΙΟΧ. κίτρινη ή πορτοκαλί χρωστική ουσία, παράγωγη των καροτενοειδών, που απορροφά την ηλιακή ενέργεια κατά τη διαδικασία της φωτοσύνθεσης. Βλ. λυκοπένιο, χλωροφύλλη. [< γαλλ. xanthophylle, αγγλ. xanthophyll] | |
| 34783 | ξανθόψειρα | ξαν-θό-ψει-ρα ουσ. (θηλ.) & ξανθόψειρας (ο) (προφ.-μειωτ.) : πρόσωπο πολύ ξανθό και ανοιχτόχρωμο. Βλ. μαυροτσούκαλο. | |
| 34784 | ξάνθωμα | ξάν-θω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. καλόηθες ογκίδιο ή κηλίδα πάνω στο δέρμα ή στον υποδόριο ιστό, που σχηματίζεται συνήθ. σε βλέφαρα, αγκώνες, γόνατα, τένοντες και μπορεί να οφείλεται σε λιπίδωση. Πβ. ξανθέλασμα. Βλ. -ωμα2. [< γαλλ. xanthome, αγγλ. xanthoma] | |
| 34785 | ξανθωπός | , ή, ό ξαν-θω-πός επίθ.: του οποίου το χρώμα πλησιάζει το ξανθό: (για πρόσ.) ~ή: κοπέλα.|| (ως ουσ.) Είναι ~ με πράσινα μάτια.|| ~ό: δέρμα/τρίχωμα (σκύλου). Βλ. μαυριδερός, -ωπός. ΣΥΝ. υπόξανθος [< μτγν. ξανθωπός ‘που έχει κίτρινο ή κοκκινόξανθο χρώμα’] | |
| 34786 | ξάνοιγμα | ξά-νοιγ-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξανοίγω: ~ των μαλλιών. || ~ του νου.|| Οικονομικά ξανοίγματα. | |
| 34787 | ξανοίγω | ξα-νοί-γω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξάνοι-ξα, ξανοί-ξω, -χτηκα (λόγ.) -χθηκα, -χτεί (λόγ.) -χθεί, -γμένος, ξανοίγ-οντας} (προφ.) 1. (για χρώμα) κάνω πιο ανοιχτό ή γίνομαι πιο φωτεινός: ~ξε τα μαλλιά της (πβ. ανοίγω, ξανθαίνω).|| Ύφασμα που ~ξε (πβ. ξεθώριασε) από/με τον ήλιο/το πλύσιμο/τη χρήση. ΑΝΤ. σκουραίνω 2. ανοίγω διάπλατα: ~ξε τα πανιά και σάλπαρε. ● ξανοίγει: (για τον καιρό) γίνεται αίθριος, βελτιώνεται· (για τον ουρανό) ξαστερώνει. ● Παθ.: ξανοίγομαι (μτφ.) 1. επεκτείνω μια δραστηριότητα -κυρ. στον οικονομικό ή επαγγελματικό τομέα- πέρα από τις δυνάμεις ή τις δυνατότητές μου: ~ σε αγορές/δάνεια/επενδύσεις. ~εται με/σε μεγάλες δουλειές και παίρνει ρίσκα. 2. εξομολογώ, εκμυστηρεύομαι τα προσωπικά μου: Μην πάρεις πολύ θάρρος και ~χτείς! 3. ανοίγομαι, απλώνομαι: Μια νέα εποχή ~εται µπροστά µας. 4. απομακρύνομαι, ξεμακραίνω, κυρ. σε θάλασσα: Το πλοίο ~χτηκε στα ανοιχτά/στο πέλαγος. [< μεσν. εξανοίγω, αξανοίγω] | |
| 34788 | ξάνση | ξάν-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ξάσιμο. [< μτγν. ξάνσις] | |
| 34789 | ξαντός | , ή, ό ξα-ντός επίθ.: που τον έχουν ξάνει, λαναρισμένος: ~ό: βαμβάκι. ● Ουσ.: ξαντό (το) (παλαιότ.): λινό κομμάτι υφάσματος ή δέσμη νημάτων που τα χρησιμοποιούσανι, αντί για γάζα, για το δέσιμο των πληγών. [< μεσν. ξαντός] | |
| 34790 | ξάπλα | ξά-πλα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. αναπαυτικό ξάπλωμα· κατ' επέκτ. τεμπελιά: Του αρέσει η ~ (: ξεκούραση) και ο ύπνος. Πβ. κατάκλιση, χουζούρι.|| Το 'χει ρίξει στις ~ες. Πβ. αδράνεια, άραγμα, αραλίκι, καθισιό, ραχάτι, ρέκλα. 2. {ως επίρρ.} ξαπλωτά: Μείνε ~ (: ξαπλωμένος) στο κρεβάτι να αναρρώσεις. Βλ. ανάσκελα, μπρούμυτα, πλαγιαστά. ● ΦΡ.: μάσες, ξάπλες βλ. μάσα | |
| 34791 | ξαπλάρω | ξα-πλά-ρω ρ. (αμτβ.) {ξάπλαρ-α κ. ξαπλάρ-ισα, -οντας} (προφ.): ξαπλώνω και κατ' επέκτ. τεμπελιάζω. | |
| 34792 | ξάπλωμα | ξά-πλω-μα ουσ. (ουδ.) {ξαπλώμ-ατος}: οριζοντίωση του σώματος ή αντικειμένων: ~ στο κρεβάτι (= κατάκλιση). Πβ. ξάπλα, πλάγιασμα.|| ~ των καθισμάτων προς τα πίσω. | |
| 34793 | ξαπλώνω | ξα-πλώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξάπλω-σα, ξαπλώ-σω, -θηκα, -μένος, ξαπλών-οντας} 1. πλαγιάζω στο κρεβάτι, συνήθ. για ύπνο ή ξεκούραση· κοιμάμαι: Έβαλα το παιδί να ~σει.|| Χθες το βράδυ ~σαμε νωρίς. Πβ. κατακλίνομαι. 2. οριζοντιώνω: ~σε το κουτί πάνω σ' ένα γραφείο, μην το έχεις όρθιο.|| Ήταν ~μένος (: σε θέση ανάσκελα) στην άμμο και κοιτούσε τ' αστέρια.|| (σε άσκηση γυμναστικής:) ~σε μπρούμυτα με τα πόδια τεντωμένα.|| Τον βρήκα ~μένο (= αναίσθητο) στο πάτωμα. 3. ρίχνω κάποιον κάτω ή πέφτω: Του έδωσε μια γροθιά και τον ~σε στο έδαφος. Τον ~σε με μια σφαίρα στο κεφάλι (: τον σκότωσε).|| Σκόνταψα και ~θηκα (= σωριάστηκα) κάτω. ΑΝΤ. σηκώνω (2) [< μεσν. ξαπλώνω] | |
| 34794 | ξαπλώστρα | ξα-πλώ-στρα ουσ. (θηλ.): πτυσσόμενο κάθισμα, συνήθ. από καραβόπανο ή πλαστικό, που χρησιμοποιείται συνήθ. στην παραλία: ~ αλουμινίου. Ενοικίαση ~ας και ομπρέλας (σε πλαζ).|| Ξύλινη ~ κήπου. ΣΥΝ. σεζλόγκ | |
| 34795 | ξαπλωτός | , ή, ό ξα-πλω-τός επίθ.: πλαγιασμένος, ξαπλωμένος: Διαβάζει ~ στο κρεβάτι.|| ~ή: θέση/πολυθρόνα. Σε ~ή στάση. ΑΝΤ. καθιστός, όρθιος (1) ● επίρρ.: ξαπλωτά [< μεσν. ξαπλωτός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ