Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [35460-35480]

IDΛήμμαΕρμηνεία
34796ξαπολώ[ξαπολῶ] ξα-πο-λώ ρ. (μτβ.) {-ά κ. -άει ... | ξαπόλ-ησε, -ήσει} (παλαιότ.): αμολώ ή εξαπολύω. [< μεσν. ξαπολώ]
34797ξαποσταίνωξα-πο-σταί-νω ρ. (αμτβ.) {ξαπόστ-ασα, ξαποστ-άσει, ξαποσταίν-οντας} (λαϊκό-λογοτ.): σταματώ να κάνω κάτι για λίγο, ξεκουράζομαι: Κάθισε κάτω από τη σκιά του δέντρου να ~άσει (= ανακτήσει δυνάμεις). ΣΥΝ. αναπαύομαι, ξανασαίνω ΑΝΤ. αποσταίνω [< μεσν. ξαποσταίνω]
34798ξαπόσταμαξα-πό-στα-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): σταμάτημα, ξεκούραση: Δουλεύει χωρίς ~ (= ανάσα).
34799ξαποστέλνωξα-πο-στέλ-νω ρ. (μτβ.) {ξαπό-στειλα κ. ξαπ-έστειλα, ξαπο-στείλω, ξαποστέλν-οντας} (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): διώχνω μακριά κάποιον ή κάτι συνήθ. με άσχημο τρόπο, ξεφορτώνομαι: Τον ~στειλε από το σπίτι κακήν κακώς. Πβ. αποπέμπω. [< μεσν. ξαποστέλλω]
34800ξαραχνιάζωξα-ρα-χνιά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξαράχνια-σα, -σω, ξαραχνιάζ-οντας} 1. καθαρίζω μια επιφάνεια, έναν χώρο από τους ιστούς αράχνης: ~σε τις γωνίες του ταβανιού με τη σκούπα. Βλ. ξεσκονίζω. ΑΝΤ. αραχνιάζει (1) 2. (μτφ.) βγάζω κάτι από την αχρηστία, χρησιμοποιώ ξανά: ~σε παλιά αρχεία στον υπολογιστή.|| (προφ.) Όταν ~σει (πβ. καθαρίζω) το μυαλό μου, τα ξαναλέμε.
34801ξαράχνιασμαξα-ρά-χνια-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξαραχνιάζω: ~ των τοίχων. Βλ. ξεσκόνισμα.|| (μτφ.) ~ του νου (: από σκέψεις, σκοτούρες). Πβ. ξεκαθάρισμα.
34802ξαρμάτωμαξαρ-μά-τω-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξαρματώνω. Πβ. αφ-, παρ-οπλισμός. ΑΝΤ. αρμάτωμα.|| (ειδικότ. κατά την σπηλαιοκατάδυση, απομάκρυνση των σχοινιών κατάβασης:) ~ σπηλαίου.
34803ξαρματώνωξαρ-μα-τώ-νω ρ. (μτβ.) {ξαρμάτω-σε, ξαρματώ-θηκε, -μένος} (κυρ. λογοτ.): αφοπλίζω· παροπλίζω. ΑΝΤ. αρματώνω [< μεσν. ξαρματώνω]
34804ξαρμάτωτος, η, ο ξαρ-μά-τω-τος επίθ. (λαϊκό-λογοτ.) 1. που δεν φέρει όπλο ή (εξ)οπλισμό· μτφ. απροστάτευτος: Τον πιάσανε ~ο (ΑΝΤ. αρματωμένος, οπλισμένος).|| Αφήσαμε το κράτος ~ο (= ανυπεράσπιστο). ΣΥΝ. άοπλος (1) 2. ΝΑΥΤ. (για πλοίο) παροπλισμένος. [< μεσν. (ε)ξαρμάτωτος]
34805ξάρτιαξάρ-τια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. ξάρτι}: ΝΑΥΤ. σχοινιά που χρησιμεύουν στη στήριξη των ιστών και των πανιών ιστιοφόρου πλοίου και στη ρύθμιση της πορείας του με βάση τον άνεμο: Ο ιστιοπλόος κανονίζει την κλίση των πανιών από τα ~. Βλ. άρμενα. [< μεσν. ξάρτι(ον)]
34806ξάσιμοξά-σι-μο ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξαίνω: Λανάρια για το ~ (= λανάρισμα) του μαλλιού. Πβ. γνέσιμο.
34807ξασπρίζωξα-σπρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξάσπρι-σα, -σμένος, ξασπρίζ-οντας} 1. ξεθωριάζω: Το πουκάμισο ~σε (= ξέβαψε) στο πλύσιμο. Το μάρμαρο ~σε από την πολυκαιρία. Πβ. αποχρωματίζω. 2. δίνω ή αποκτώ λευκή, ανοιχτή απόχρωση, λευκαίνω, ασπρίζω: Το ούζο ~ει μόλις του ρίξεις λίγο νεράκι.|| (προφ.) Με το που τελείωσε τα μπάνια στη θάλασσα ~σε (: του έφυγε το μαύρισμα από τον ήλιο). ΑΝΤ. μαυρίζω (1) [< μεσν. ξασπρίζω]
34808ξάσπρισμαξά-σπρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξασπρίζω. Πβ. αποχρωματισμός, άσπρισμα, ξέβαμμα, ξεθώριασμα. Βλ. λεύκανση.
34809ξαστεριάξα-στε-ριά ουσ. (θηλ.) 1. η κατάσταση του έναστρου ουρανού· συνεκδ. η αίθρια νύχτα: Απόψε έχει ~ και τ' αστέρια τρεμοπαίζουν.|| Όταν έχει ~, ο καιρός την επόμενη μέρα θα είναι καλός. Πβ. αστροφεγγιά. ΑΝΤ. συννεφιά 2. (σπάν.-μτφ.) ήρεμο, ευνοϊκό κλίμα, που επικρατεί συνήθ. μετά από δυσκολίες: Μετά την καταιγίδα έρχεται ~. [< μεσν. ξαστεριά]
34810ξάστερος, η, ο ξά-στε-ρος επίθ. 1. (για τον ουρανό) φωτεινός, έναστρος, ανέφελος: ~η: βραδιά/νύχτα (= αστροφεγγιά). Πβ. ασυννέφιαστος, διαυγής. ΣΥΝ. αίθριος ΑΝΤ. νεφελώδης (1) 2. (μτφ.) καθαρός· ξεκάθαρος, ευθύς: Στο ποτάμι έτρεχε ~ο νερό.|| ~η: απάντηση (= ειλικρινής)/θέση (= σαφής)/ματιά. ~α: λόγια. Πβ. ντόμπρος, σταράτος. ● επίρρ.: ξάστερα: χωρίς υπεκφυγές. ● ΦΡ.: καθαρά και ξάστερα: ρητά, απερίφραστα: Είπε ~ ~ (= ανοιχτά) τη γνώμη του. Μίλησε ~ ~ και όχι με μισόλογα. Πβ. αβέρτα, ορθά-κοφτά. ΣΥΝ. νέτα σκέτα [< μεσν. ξάστερος]
34811ξαστερώνειξα-στε-ρώ-νει ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ξαστέρω-σε} (προφ.) 1. (για τον ουρανό, τον καιρό) γίνεται ξάστερος, καθαρίζει από σύννεφα ή/και ομίχλη: Μετά από μια έντονη καταιγίδα, ~σε (= ξάνοιξε, ΑΝΤ. συννέφιασε). 2. (μτφ.) ξεκαθαρίζει, ξεθολώνει: Επιτέλους το θολό τοπίο ~. Με τον καθαρό αέρα ~σε (= ξελαμπικάρισε) το μυαλό μου.|| ~σε το πρόσωπό της (= φωτίστηκε). [< μεσν. ξαστερώνω]
34812ξαστοχώ[ξαστοχῶ] ξα-στο-χώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {-ά κ. -εί ...| ξαστόχ-ησα} 1. αστοχώ, αποτυγχάνω. Πβ. λαθεύω, σφάλλω. 2. (λαϊκό-λογοτ.) ξεχνώ, λησμονώ. [< μεσν. ξαστοχώ]
34813ξαφνιάζωξαφ-νιά-ζω ρ. (μτβ.) {ξάφνια-σα, ξαφνιά-στηκα, -σμένος, ξαφνιάζ-οντας} & (λαϊκό-λογοτ.) ξαφνίζω: προκαλώ έκπληξη, απορία· ταράζω, τρομάζω: Τιμές που ~ουν (: συνήθ. είναι πολύ χαμηλές). Η ταινία θα ~σει ευχάριστα το κοινό. Η απάντησή της με ~σε (: κατέλαβε εξαπίνης). ~στηκε (= παραξενεύτηκε, σάστισε, τα έχασε) όταν προσφέρθηκα να τον βοηθήσω.|| Μια φωνή με ~σε (= λαχτάρισε). Το άλογο ~στηκε (= αναπήδησε, ανασκίρτησε) και χλιμίντρισε ανήσυχο. ΣΥΝ. αιφνιδιάζω, εκπλήσσω [< μεσν. (ε)ξαφνίζω]
34814ξάφνιασμαξάφ-νια-σμα ουσ. (ουδ.) {ξαφνιάσμ-ατος} & (λαϊκό-λογοτ.) ξάφνισμα: έκπληξη· λαχτάρα, ταραχή: δυσάρεστο/ευχάριστο ~. Πβ. αιφνιδιασμός, κατάπληξη.|| Μόλις συνήλθε από το πρώτο ~ ... Πβ. σαστιμ-, τρομ-άρα. [< μεσν. ξάφνισμα]
34815ξαφνιασμένος, η, ο ξαφ-νια-σμέ-νος επίθ.: έκπληκτος· ταραγμένος, τρομαγμένος: ~ο: βλέμμα/ύφος (= απορημένο). ~α: μάτια.|| Άφωνος και ~. Γούρλωσε τα μάτια της ~η (= σαστισμένη). ● επίρρ.: ξαφνιασμένα

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.