| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 34816 | ξαφνίζω | βλ. ξαφνιάζω | |
| 34817 | ξαφνικός | , ή, ό ξαφ-νι-κός επίθ.: απρόβλεπτος, αναπάντεχος: ~ός: γάμος/έρωτας/θάνατος/θόρυβος/πόνος/πυρετός. ~ή: αδιαθεσία/αλλαγή/άνοδος/βλάβη/βροχή/εμφάνιση/μείωση (των επιτοκίων)/παραίτηση/πτώση. ~ό: ενδιαφέρον/μπουρίνι/πρόβλημα/ταξίδι.|| (για πρόσ.) ~ός: επισκέπτης. Πβ. απροειδοποίητος. ΑΝΤ. αναμενόμενος ● Ουσ.: ξαφνικό (το): απρόσμενο γεγονός: Πώς και αυτό το ~; (: τι ευχάριστη έκπληξη).|| Τι ήταν αυτό το ~ (: το κακό, η λαχτάρα) που μας βρήκε; Πβ. δυστυχία, συμφορά. ● επίρρ.: ξαφνικά: ΣΥΝ. αίφνης (1), άξαφνα, ξάφνου ● ΦΡ.: ήρθε/ήταν ξαφνικό: για κάτι που δεν το περιμένει κάποιος: Μου ήρθε κάπως ~ (: απότομα), σαν κεραυνός εν αιθρία. Ήταν ~ για όλους μας και δεν ξέραμε πώς να αντιδράσουμε., στα ξαφνικά: απροσδόκητα, αιφνίδια: Τι πάθατε όλοι (έτσι) ~ ~; [< μεσν. ξαφνικός] | |
| 34818 | ξάφνισμα | βλ. ξάφνιασμα | |
| 34819 | ξάφνου | ξάφ-νου επίρρ. (λογοτ.): ξαφνικά. [< μεσν. ξάφνου] | |
| 34820 | ξαφρίζω | ξα-φρί-ζω ρ. (μτβ.) {ξάφρι-σα, -σω, -σμένος, ξαφρίζ-οντας} (προφ.) 1. (συνήθ. σε συνταγές) αφαιρώ τον αφρό που σχηματίζεται από κάτι που βράζει: ~ουμε το κρέας. 2. (μτφ.) κλέβω: ~σε κοσμήματα αξίας ... ευρώ. Πβ. αρπάζω, βουτώ, σουφρώνω.|| Μου ~σε (= άδειασε) τις τσέπες. ● ΦΡ.: αφρίζει ξαφρίζει βλ. αφρίζω [< 1: μτγν. ἐξαφρίζω] | |
| 34821 | ξάφρισμα | ξά-φρι-σμα ουσ. (ουδ.) {ξαφρίσμ-ατος} (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του ξαφρίζω: Η μαρμελάδα θέλει ~ στο πρώτο βράσιμο. || (μτφ.) ~ ΑΤΜ/λογαριασμών/ταμείου. Πβ. κλέψιμο, κλοπή, σούφρωμα.|| (ειδικότ. στο μάρκετινγκ) Τιμολόγηση/στρατηγική ~ατος (: η εταιρεία τιμολογεί το νέο της προϊόν σε υψηλή τιμή, για να προσελκύσει κυρ. επενδύσεις, και σταδιακά τη μειώνει). [< πβ. αγγλ. skimming] | |
| 34822 | ξε- & ξέ- & ξ- | πρόθημα ρημάτων και των παραγώγων τους για δήλωση 1. της αντίθετης σημασίας: ξε-βάφω/~διπλώνω/~μπερδεύω/~παρκάρω/~σκονίζω/~στρώνω. Ξε-μπλοκάρισμα.|| Ξε-χερσώνω (πβ. εκ-).|| (μτφ.) Ξε-βολεύω. 2. (γενικότ.) αφαίρεσης, απομάκρυνσης: ξε-κοκαλίζω/~φλουδίζω/~ψαχνίζω. Ξ-αλμυρίζω.|| (μτφ.) Ξε-περνώ. Ξε-ψύχισμα.|| Ξε-στρατίζω. 3. επίτασης: ξε-κουφαίνω. Ξε-πουλώ.|| Ξε-χειλίζω (πβ. υπερ-).|| (μτφ.) Ξε-καθαρίζω/~κόβω/~μπροστιάζω/~σηκώνω. Ξε-τρελαίνω (πβ. απο-). 4. (προφ.-εμφατ.) αυτοδιάψευσης, αμφισβήτησης, αντίρρησης: Όλο λες και ξε-λές. Eίπα ξ-είπα.|| Τι πρόεδρος και ξε-πρόεδρος μου λες.|| Δεν θέλω μα και ξε-μά, θα έρθεις. Bλ. μου-σου-του. | |
| 34823 | ξέβαμμα | ξέ-βαμ-μα ουσ. (ουδ.) {ξεβάμμ-ατος | -ατα}: αφαίρεση του χρώματος ή ξεθώριασμα: ~ των ματιών/νυχιών.|| ~ των ρούχων στο πλύσιμο. (ως σχέδιο) Τζιν με ~ατα. Πβ. αποχρωματισμός, ξάσπρισμα. | |
| 34824 | ξεβαφτικό | ξε-βα-φτι-κό ουσ. (ουδ.) (προφ.): προϊόν που χρησιμοποιείται για ξέβαμμα: ~ νυχιών (= ασετόν)/προσώπου (= γαλάκτωμα). Πβ. καθαριστικό, λοσιόν. | |
| 34825 | ξεβάφω | ξε-βά-φω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξέβα-ψε, ξεβά-ψει, -φτηκε, -φτεί, -μμένος, ξεβάφ-οντας}: αφαιρώ το χρώμα, τη βαφή από κάτι: ~ τα νύχια με ασετόν. Πβ. αποχρωματίζω. ● ξεβάφει: χάνει το χρώμα του, ξεθωριάζει: Τα ρούχα ~ουν από τον ήλιο/στο πλύσιμο. Πβ. ξασπρίζω. ● Παθ.: ξεβάφομαι: αφαιρώ το μακιγιάζ. Πβ. κάνω ντεμακιγιάζ. | |
| 34826 | ξεβγάζω | ξε-βγά-ζω ρ. (μτβ.) {ξέβγαλε, ξεβγάλει, ξεβγάλ-θηκε, -θεί, -μένος, ξεβγάζ-οντας} 1. αφαιρώ τη σαπουνάδα από κάτι, ξεπλένω: ~ει και στύβει τα ρούχα. Ξεβγάλτε τα μαλλιά σας με άφθονο νερό. 2. (προφ.) ξεπροβοδίζω: Μας ξέβγαλε ως την πόρτα. Πβ. κατευοδώνω, συνοδεύω. ● ξεβγάζει: ξεβράζει: Το κύμα ξέβγαλε στην ακτή σκουπίδια. Πβ. εκβράζει, ξερνά. ● βλ. ξεβγαλμένος [< πβ. μεσν. ξεβγάνω] | |
| 34827 | ξέβγαλμα | ξέ-βγαλ-μα ουσ. (ουδ.) {ξεβγάλμ-ατος}: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεβγάζω: Λοσιόν για μετά το λούσιμο που δεν χρειάζεται ~. Υγρό καθαρισμού χωρίς ~.|| (σε πλυντήριο:) Διπλό/εντατικό/τελευταίο ~. Αντλία ~ατος. ΣΥΝ. ξέπλυμα (1) | |
| 34828 | ξεβγαλμένος | , η, ο ξε-βγαλ-μέ-νος επίθ. (προφ.): που έχει αποκτήσει πολλές, κυρ. ερωτικές, εμπειρίες. Πβ. έμπειρος, ξεπεταγμένος. Βλ. απελευθερωμένος. ΣΥΝ. περπατημένος ΑΝΤ. άβγαλτος (1) ● βλ. ξεβγάζω | |
| 34829 | ξεβίδωμα | ξε-βί-δω-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεβιδώνω. | |
| 34830 | ξεβιδώνω | ξε-βι-δώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξεβίδω-σα, ξεβιδώ-θηκε, -μένος, ξεβιδών-οντας} 1. στρέφω μία βίδα, για να τη βγάλω ή να τη λασκάρω· λύνω μια κατασκευή που συνδεόταν ή συγκρατιόταν με βίδες: ~ τη λάμπα.|| Το καπάκι έχει φρακάρει και δεν ~ει (= ανοίγει) με τίποτα.|| ~σε το καροτσάκι με το κατσαβίδι. ΑΝΤ. βιδώνω 2. (μτφ.-προφ.) καταπονώ σε υπερβολικό βαθμό: (επιτατ.) Μας ~σε στον χορό! Πβ. ξεθεώνω, ξεπατώνω. ● Παθ.: ξεβιδώνομαι (προφ.): κινούμαι σπασμωδικά και ασυντόνιστα: Κουνάει χέρια και πόδια σαν ~μένος. | |
| 34831 | ξεβόλεμα | ξε-βό-λε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεβολεύω. | |
| 34832 | ξεβολεύω | ξε-βο-λεύ-ω ρ. (μτβ.) {ξεβόλ-εψα, -εύτηκα, -εμένος, ξεβολεύ-οντας} (προφ.): δυσκολεύω, αναστατώνω: Η στάση του ~εψε (πβ. ενοχλώ) και εξόργισε πολλούς. ~εύτηκε από τις συνήθειές του (: έχασε τη βολή του). Πβ. βάζω κάποιον/μπαίνω/μπλέκω σε μπελά/μπελάδες, δυσχεραίνω, ξεσηκώνω. | |
| 34833 | ξεβοτανίζω | ξε-βο-τα-νί-ζω ρ. (μτβ.) {ξεβοτάνι-σα, -σμένος, ξεβοτανίζ-οντας}: βοτανίζω, ξεχορταριάζω. [< μτγν. ἐκβοτανίζω] | |
| 34834 | ξεβοτάνισμα | ξε-βο-τά-νι-σμα ουσ. (ουδ.): βοτάνισμα, ξεχορτάριασμα. Πβ. ξερίζωμα. | |
| 34835 | ξεβούλωμα | ξε-βού-λω-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεβουλώνω. Πβ. απόφραξη. ΑΝΤ. βούλωμα (1), φράξιμο |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ