Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [35500-35520]

IDΛήμμαΕρμηνεία
34836ξεβουλώνωξε-βου-λώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξεβούλω-σα, ξεβουλώ-σω, ξεβουλών-οντας} 1. απομακρύνω ουσίες που έχουν συσσωρευτεί συνήθ. σε σωλήνες και εμποδίζουν την ομαλή ροή (νερού): ~ τον νεροχύτη/το σιφόνι/το φρεάτιο. Συνεργείο που ~ει αποχετεύσεις. ΣΥΝ. ξεφράζω.|| Πώς ~ει ο νιπτήρας; ΣΥΝ. αποφράζω (2) 2. αφαιρώ την τάπα, το βούλωμα: ~ μπουκάλι (ΑΝΤ. ταπώνω). ΣΥΝ. εκπωματίζω ΑΝΤ. βουλώνω, στουμπώνω (2), φράζω (3) 3. (κυρ. για μύτη, αυτιά ή αρτηρία) απελευθερώνω τη δίοδο: Πήρε ένα αποσυμφορητικό, για να ~σει από το συνάχι. Πβ. ξεμπουκώνω. [< μεσν. ξεβουλ(λ)ώνω]
34837ξεβράζειξε-βρά-ζει ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξέβρα-σε, ξεβρά-στηκε, -σμένος, ξεβράζ-οντας} (προφ.): (κυρ. για θάλασσα, λίμνη ή ποταμό) ωθεί, βγάζει στην ακτή: Το κύμα ~σε κάθε λογής σκουπίδια.|| Νεκρά ψάρια ~στηκαν στην παραλία. Πβ. εκβράζει, ξεβγάζει, ξερνά. [< μεσν. ξεβράζω]
34838ξεβράκωμαξε-βρά-κω-μα ουσ. (ουδ.) (οικ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεβρακώνω.
34839ξεβρακώνωξε-βρα-κώ-νω ρ. (μτβ.) {ξεβράκω-σα, ξεβρακώ-θηκα, -μένος, ξεβρακών-οντας} (οικ.) 1. βγάζω το βρακί και γενικότ. τα εσώρουχα ή το παντελόνι: Τον ~σαν και τον βούτηξαν στο νερό.|| ~θηκε επί σκηνής κατά τη διάρκεια της συναυλίας. Πβ. γδύνω, ξεγυμνώνω. 2. (μτφ.) αποκαλύπτω τις αδυναμίες ή τα μυστικά κάποιου· ξεσκεπάζω: Τον ~σαν (= γελοιοποίησαν) δημοσίως. Πβ. διασύρω, εκθέτω, ρεζιλεύω. ΣΥΝ. βγάζω/βγαίνουν (τα άπλυτα κάποιου) στη φόρα ● Παθ.: ξεβρακώνομαι (μτφ.): φανερώνω το πραγματικό μου πρόσωπο, εξευτελίζομαι: ~θηκε και δεν μπορούσε να υποστηρίξει άλλο τη θέση του.
34840ξεβράκωτος, η, ο ξε-βρά-κω-τος επίθ. (οικ.) 1. που δεν φορά βρακί και κατ' επέκτ. είναι γυμνός. 2. (μειωτ., συνήθ. για γυναίκα) προκλητικά ντυμένος, ξετσίπωτος: Κυκλοφορούν ~ες στους δρόμους. 3. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) πάμφτωχος: Από ~ έγινε εκατομμυριούχος.|| Την παντρεύτηκε ~η (: χωρίς προίκα, άφραγκη). ● ΦΡ.: ξεβράκωτος στ' αγγούρια (αργκό): ξυπόλυτος στ' αγκάθια.
34841ξέβρασμαξέ-βρα-σμα ουσ. (ουδ.) {ξεβράσμ-ατα}: το αποτέλεσμα του ξεβράζει: ~ λάβας από τους κρατήρες ηφαιστείου. ~ατα της θάλασσας (: σκουπίδια που ρυπαίνουν την ακτή).|| (μτφ.) ~ συναισθημάτων (= ξέσπασμα).
34842ξεβρομίζωξε-βρο-μί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ξεβρόμι-σε, ξεβρομί-σει, ξεβρομίζ-οντας} & ξεβρωμίζω (προφ.) 1. καθαρίζω από βρομιά ή εξαφανίζω δυσάρεστη οσμή: ~ το σπίτι. Πρέπει να κάνω ένα μπάνιο, για να ~σω.|| Άνοιξα το παράθυρο να ~σει το δωμάτιο από την τσιγαρίλα. ΑΝΤ. βρομίζω (1) 2. (μτφ.) διώχνω κάποιον ή κάτι ανεπιθύμητο από έναν χώρο: ~σε ο τόπος από τους απατεώνες.
34843ξεβρόμισμαξε-βρό-μι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεβρομίζω.
34844ξεγαντζώνωξε-γα-ντζώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξεγάντζω-σα, ξεγαντζώ-σει, -θηκε, -θεί, ξεγαντζών-οντας} (σπάν.-προφ.): βγάζω, αποσπώ κάτι από γάντζο ή από σημείο που το συγκρατεί: Η πετονιά ~θηκε (= ξεπιάστηκε) από τον βράχο. ● Παθ.: ξεγαντζώνομαι: απαγκιστρώνομαι, αποδεσμεύομαι: ~θηκε από τα χέρια του κι έτρεξε προς την πόρτα.|| (μτφ.) Δεν είναι εύκολο να ~θεί κανείς από την εξουσία.
34845ξεγάνωτος, η, ο ξε-γά-νω-τος επίθ. (προφ.): αγάνωτος. Κυρ. στη ● ΦΡ.: τενεκές ξεγάνωτος (μτφ.): εντελώς ανάξιος, τιποτένιος άνθρωπος. ΣΥΝ. χαμένο κορμί
34846ξεγέλασμαξε-γέ-λα-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): εξαπάτηση: ~ του λαού. Πβ. εμπαιγμός, κοροϊδία, παραπλάνηση, πλάνη, ρίξιμο.
34847ξεγελώ[ξεγελῶ] ξε-γε-λώ ρ. (μτβ.) {-ά κ. -άει ... | ξεγέλ-ασα, -άσω, -ιέμαι, -άστηκα, -αστώ, -ασμένος, -ώντας} & ξεγελάω: παραπλανώ, εξαπατώ: Η σχεδίαση του αυτοκινήτου το κάνει να φαίνεται μεγαλύτερο και ~άει το μάτι. Κάτι έχεις εσύ, εμένα δεν με ~άς εύκολα. Ένας απατεώνας τον ~ασε και του έφαγε τα λεφτά. Πβ. εμπαίζω, κοροϊδεύω, φενακίζω.|| Η μπάλα ~ασε τον τερματοφύλακα και κατέληξε στα δίχτυα. ● Παθ.: ξεγελιέμαι: κάνω λανθασμένη εκτίμηση: ~άστηκα από τον ήλιο και ντύθηκα ελαφριά. ● ΦΡ.: ξεγελώ την πείνα μου: τρώω κάτι πρόχειρο και συνήθ. σε μικρή ποσότητα, για να ελαττώσω προσωρινά το αίσθημα της πείνας: ~ασα ~ με μια φέτα ψωμί. [< αρχ. ἐκγελῶ ‘ξεσπώ στα γέλια’]
34848ξεγεννώ[ξεγεννῶ] ξε-γεν-νώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {-ά κ. -άει ... | ξεγένν-ησε, -ήσει, -ώντας} & ξεγεννάω (προφ.) 1. βοηθώ έγκυο (γυναίκα ή ζώο) να γεννήσει: Ο γιατρός που την ~ησε ... 2. φέρνω στη ζωή: ~ησε το πρώτο της παιδί. [< 2: αρχ. ἐκγεννῶ]
34849ξεγίνεταιξε-γί-νε-ται ρ. {ξέγινε, ξεγίνει} (προφ.): αναιρείται αυτό που έγινε· κατ' επέκτ. επανορθώνεται: Τα γεγονότα δεν μπορούν να ξεγίνουν.|| Το κακό δυστυχώς δεν ~. ● ΦΡ.: ό,τι έγινε/γίνεται δεν ξεγίνεται: είναι ανεπανόρθωτο: Όλα αυτά ανήκουν πλέον στην ιστορία, ~ ~. ΣΥΝ. ό,τι έγινε έγινε [< μεσν. ξεγίνομαι]
34850ξεγλίστρημαξε-γλί-στρη-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): διαφυγή, υπεκφυγή.
34852ξεγνοιασιάβλ. ξενοιασιά
34853ξέγνοιαστος, η, ο βλ. ξένοιαστος
34854ξεγοφιάζωξε-γο-φιά-ζω ρ. (μτβ.) {ξεγόφια-σε, ξεγοφιά-στηκε, -σμένος, συνήθ. μεσοπαθ.} (προφ.): εξαρθρώνω τον γοφό κάποιου. ● Παθ.: ξεγοφιάζομαι (μτφ.): καταπονούμαι σωματικά: ~στηκα (= ξεθεώθηκα, ξεπατώθηκα) από το τρέξιμο/στον χορό.
34855ξεγράφωξε-γρά-φω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξέγρα-ψα, ξεγρά-ψω, -φτηκα, -φτώ, -μμένος, ξεγράφ-οντας} (προφ.) 1. διαγράφω, σβήνω: ~ψαν το όνομά του από τον κατάλογο.|| (ειδικότ.) Πάτησα κατά λάθος ένα κουμπί και ~ψα την κασέτα. 2. ακυρώνω την εγγραφή, τη συμμετοχή σε οργανωμένο σύνολο: ~ψε το παιδί από το φροντιστήριο. ΑΝΤ. γράφω (4), εγγράφω (1) 3. (μτφ.) παύω να βασίζομαι σε κάποιον ή κάτι, να τον εκτιμώ, να ενδιαφέρομαι για αυτόν: ~ψέ με από φίλη σου (: μην με λογαριάζεις/υπολογίζεις πια για φίλη). Έχει ~ψει την πιθανότητα να (: έπαψε να πιστεύει ότι ...) ... Βλ. αγνοώ, παραμερίζω. 4. (μτφ.) ακυρώνω, ξεχνώ: ~ψα (= λησμόνησα) τα παλιά/το παρελθόν. 5. (μτφ.) θεωρώ κάποιον καταδικασμένο να πεθάνει, δεν έχω ελπίδες ότι θα επιβιώσει: Επέζησε, παρότι οι γιατροί τον είχαν ~ψει. ● ΦΡ.: ό,τι γράφει δεν ξεγράφει βλ. γράφω [< μεσν. ξεγράφω]
34856ξεγύμνωμαξε-γύ-μνω-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεγυμνώνω. ΣΥΝ. γδύσιμο (1), γύμνωμα, έκδυση (2), ξεντύσιμο, τσιτσίδωμα

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.