Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [35520-35540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
34857ξεγυμνώνωξε-γυ-μνώ-νω ρ. (μτβ.) {ξεγύμνω-σα, ξεγυμνώ-θηκα, -μένος, ξεγυμνών-οντας} (επιτατ.) 1. γυμνώνω εντελώς· απογυμνώνω: ~θηκε και βούτηξε στη λίμνη. Πβ. γδύνω, ξεντύνω, τσιτσιδώνω. Βλ. ντύνω.|| (μτφ.) ~μένος από (= χωρίς) λογική και σκέψεις. 2. (μτφ.-προφ.) φανερώνω μυστικά και αδυναμίες, ξεσκεπάζω: Η ταινία ~ει (= αποκαλύπτει) τις ψυχές των ηρώων της. Ο σάλος του σκανδάλου ~σε (πβ. ξεμπροστιάζω) το κόμμα. Πβ. ξεβρακώνω. 3. (μτφ.-προφ.) κατακλέβω. Πβ. αδειάζω, καταληστεύω. [< μεσν. ξεγυμνώνω]
34858ξεγύρισμαξε-γύ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): ΦΩΤΟΓΡ. γραφιστική τεχνική κατά την οποία μπορεί κάποιος να επιλέξει ένα αντικείμενο ή πρόσωπο και να το αφαιρέσει από το φόντο ή την υπόλοιπη εικόνα: ~ φωτογραφιών. Πβ. ντεκουπάζ. Βλ. ξάκρ-, ρετουσάρ-ισμα, φώτοσοπ. [< αγγλ. masking]
34859ξεγυρισμένος, η, ο ξε-γυ-ρι-σμέ-νος επίθ. (προφ.): γερός, δυνατός, μεγάλος: ~η: απάντηση (= αποστομωτική)/σφαλιάρα. ~ο: μεθύσι/χαστούκι. Έστησαν έναν ~ο καβγά. ΣΥΝ. ξεγυριστός (1)
34860ξεγυριστός, ή, ό ξε-γυ-ρι-στός επίθ. 1. ξεγυρισμένος. 2. ΦΩΤΟΓΡ. που σχετίζεται με την τεχνική του ξεγυρίσματος.
34861ξεδιακρίνωξε-δι-α-κρί-νω ρ. (μτβ.) {ξεδιάκρι-να} (λογοτ.): διακρίνω, ξεχωρίζω: Μέσα στο σκοτάδι ~να τη μορφή του.
34862ξεδιάλεγμαξε-διά-λεγ-μα ουσ. (ουδ.): διαλογή, διάλεγμα, ξεχώρισμα: ~ των πληροφοριών/φωτογραφιών. ~ των ρούχων πριν από το πλύσιμο.|| ~ ανάμεσα σε συκοφαντίες και γεγονότα. ΣΥΝ. ξεσκαρτάρισμα
34863ξεδιαλέγωξε-δια-λέ-γω ρ. (μτβ.) {ξεδιάλε-ξε, ξεδιαλέ-ξει, -χτηκε, -χτεί, -γμένος, ξεδιαλέγ-οντας}: επιλέγω, ξεχωρίζω με συγκεκριμένα κριτήρια το καταλληλότερο από ένα σύνολο: ~ τον καρπό από τα φύλλα. ~ξε ανάμεσα σε πλήθος πληροφοριών. Τον ~ξαν ανάμεσα σε πολλούς για ... Μη ~γμένα απορρίμματα και κατάλοιπα. ΣΥΝ. διαλέγω (2), ξεσκαρτάρω [< μεσν. ξεδιαλέγω]
34864ξεδιάλυμαξε-διά-λυ-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεδιαλύνω.
34865ξεδιαλύνωξε-δια-λύ-νω ρ. (μτβ.) {ξεδιάλυ-να, ξεδιαλύ-θηκε, -θεί, -μένος, ξεδιαλύν-οντας} (προφ.): ξεκαθαρίζω, αποσαφηνίζω κάτι που είναι δυσνόητο ή δυσδιάκριτο: ~ την κατάσταση/τις σκέψεις μου/τα συναισθήματά μου/το τοπίο. Ο ντετέκτιβ ~νε το μυστήριο/την υπόθεση (πβ. διαλευκαίνω, λύνω, ρίχνω φως). Προσπαθώ να ~ την αλήθεια από το ψέμα. ~θηκαν οι απορίες μου/τα πράγματα. Πβ. διασαφηνίζω, διευκρινίζω. ΑΝΤ. περιπλέκω [< μεσν. ξεδιαλύνω]
34866ξεδιαντροπιάξε-δια-ντρο-πιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): αδιαντροπιά. Πβ. αισχρότητα, αναισχυντία. ΣΥΝ. ξετσιπωσιά
34867ξεδιάντροπος, η, ο ξε-διά-ντρο-πος επίθ. (προφ.): αδιάντροπος, επαίσχυντος: ~η: εκμετάλλευση/επίδειξη (δύναμης)/επίθεση/συμπεριφορά/υποκρισία.|| (για πρόσ.) ~ος: ψεύτης. Πβ. χυδαίος. ΣΥΝ. αισχρός (1), αναίσχυντος, ξετσίπωτος ● επίρρ.: ξεδιάντροπα [< μεσν. ξεδιάντροπος]
34868ξεδίνωξε-δί-νω ρ. (αμτβ.) {ξέδω-σα, ξεδώ-σω, ξεδίν-οντας} (προφ.) 1. διασκεδάζω, για να εκτονωθώ από την καθημερινή ρουτίνα ή κοπιαστική προσπάθεια: ~ χορεύοντας. Τα παιδιά ~ουν μέσα από τα ομαδικά αθλήματα. Πβ. γλεντώ, ξεσαλώνω, ξεφαντώνω. ΣΥΝ. ξεσκάω, το ρίχνω έξω 2. (σπάν.) ξεθυμαίνω, ξεσπώ: Ουφ, τα είπα και ~σα. Πβ. εκτονώνομαι, ξαλαφρώνω. [< μεσν. ξεδίνω]
34869ξεδίπλωμαξε-δί-πλω-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια του ξεδιπλώνω: Δίπλωμα και ~ του σεντονιού. Πβ. άνοιγμα, άπλωμα.|| (μτφ.) ~ των αναμνήσεων/της ιστορίας/της προσωπικότητας/των σκέψεων/των συναισθημάτων/της ψυχής. Πβ. ξετύλιγμα.
34870ξεδιπλώνωξε-δι-πλώ-νω ρ. (μτβ.) {ξεδίπλω-σε, ξεδιπλώ-σει, -θηκε, -θεί, -οντας, -μένος, ξεδιπλών-οντας} 1. απλώνω κάτι διπλωμένο, ξετυλίγω: ~ την εφημερίδα/το πακέτο/την πετσέτα/το σεντόνι (ΑΝΤ. διπλώνω). Οι διαδηλωτές ~σαν τα πανό τους. Πβ. ανοίγω. 2. (μτφ.) αναπτύσσω, παρουσιάζω κάτι σε όλη του την έκταση: Ο ρόλος έδωσε στην ηθοποιό την ευκαιρία να ~σει το ταλέντο της. ● Παθ.: ξεδιπλώνεται (μτφ.): διαδραματίζεται, εκτυλίσσεται: Η ιστορία ~ μέσω της αφήγησης του ... [< μεσν. ξεδιπλώνω]
34871ξεδίψασμαξε-δί-ψα-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεδιψώ.
34872ξεδιψώ[ξεδιψῶ] ξε-δι-ψώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {-ά κ. -άει ... | ξεδίψα-σα, ξεδιψά-σω, -σμένος, ξεδιψ-ώντας} & ξεδιψάω 1. ικανοποιώ το αίσθημα της δίψας: ~σα (: δροσίστηκα, έσβησα τη δίψα μου) με ένα ποτήρι νερό. ΑΝΤ. διψώ (1) 2. (μτφ.) καλύπτω κάποια ανάγκη: Κάνει τα πάντα, για να ~σει την περιέργειά του. [< μεσν. ξεδιψώ]
34873ξέδομαξέ-δο-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): το αποτέλεσμα του ξεδίνω· εκτόνωση: Το ~ μέσω του χορού. Πβ. διασκέδαση, ξεμπούκωμα, ξεσάλωμα, ξέσκασμα.
34874ξεδοντιάζωξε-δο-ντιά-ζω ρ. (μτβ.) {ξεδόντια-σε, -στηκε, -σμένος} (προφ.) 1. αφαιρώ ή σπάζω τα δόντια κάποιου: Τον ~σε με μια γροθιά και τον έριξε νοκ άουτ. 2. (κυρ. μτφ.) αποδυναμώνω, εξουδετερώνω: Πρέπει να ~σουν τη διαφθορά. Πβ. αφοπλίζω. ● Παθ.: ξεδοντιάζομαι: πέφτουν τα δόντια μου. [< μεσν. ξεδοντιάζω]
34875ξεδοντιάρης, α, ικο ξε-δο-ντιά-ρης επίθ./ουσ. (προφ.): αυτός που του λείπουν, του έχουν πέσει τα δόντια: ~ης: παππούς. ~ικο: πιτσιρίκι (: που αλλάζει δόντια).|| (κατ' επέκτ.) ~ικο: χαμόγελο. Βλ. -ιάρης. ΣΥΝ. νωδός, φαφούτης, φαφούτα
34876ξεδόντιασμαξε-δό-ντια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεδοντιάζω.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.