Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [35540-35560]

IDΛήμμαΕρμηνεία
34877ΞΕΕ(το): Ξενοδοχειακό Επιμελητήριο της Ελλάδος.
34878ξεζαλίζωξε-ζα-λί-ζω ρ. (μτβ.) {ξεζάλι-σα, ξεζαλί-στηκα, -στώ, συνήθ. μεσοπαθ.} (προφ.): συνεφέρνω ή συνέρχομαι από ζάλη: Ήπια έναν καφέ και ~στηκα. Πβ. ξεθολώνω, ξελαμπικάρω. [< μεσν. ξεζαλίζομαι]
34879ξεζεύωξε-ζεύ-ω ρ. (μτβ.) {ξέζε-ψε} (λαϊκό-κυρ. παλαιότ.): βγάζω τον ζυγό: ~ψε το άλογο. ΑΝΤ. ζεύω [< μεσν. ξεζεύω]
34880ξεζουμίζωξε-ζου-μί-ζω ρ. (μτβ.) {ξεζούμι-σα, ξεζουμί-στηκα, -σμένος, ξεζουμίζ-οντας} (προφ.) 1. (μτφ.-επιτατ.) εκμεταλλεύομαι, απομυζώ, εξαντλώ κάποιον: ~ει τους υπαλλήλους του στη δουλειά (πβ. ρουφάει/πίνει το αίμα/το μεδούλι κάποιου). ~σε το μυαλό του, για να κατεβάσει ιδέες. ~σε οικονομικά τους γονείς του (πβ. μαδώ). ΣΥΝ. αρμέγω (2), ξεπουπουλιάζω (2) 2. αφαιρώ τον χυμό, στύβω: ~σε τα πορτοκάλια. ~σμένα: λεμόνια.
34881ξεζούμισμαξε-ζού-μι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεζουμίζω. Πβ. απομύζηση, άρμεγμα, αφαίμαξη, μάδημα, ξεπουπούλιασμα, στύψιμο.
34882ξεθάβωξε-θά-βω ρ. (μτβ.) {ξέθα-ψα, ξεθά-φτηκε, -μμένος, ξεθάβ-οντας} (προφ.) ΣΥΝ. ξεχώνω ΑΝΤ. θάβω 1. τραβώ προς την επιφάνεια κάτι που ήταν χωμένο στη γη· κάνω εκταφή: Έσκαψε και ~ψε ένα κομμάτι πιθαριού.|| ~ψαν τα οστά, για να τα βάλουν σε κοινό τάφο. ΑΝΤ. ενταφιάζω (1) 2. (μτφ.) επαναφέρω κάτι ξεχασμένο, κρυμμένο, αχρηστευμένο: ~ψε παλιές φωτογραφίες. ~φτηκε η υπόθεση του ... Πού τον ~ψες αυτόν τον δίσκο; Πβ. ανακαλύπτω, ανασύρω. [< 1: μτγν. ἐκθάπτω]
34883ξεθάμπωμαξε-θά-μπω-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεθαμπώνω: Ξεπάγωμα και ~ του παρμπρίζ. Πβ. ξεθόλωμα. ΑΝΤ. θάμπωμα
34884ξεθαμπώνωξε-θα-μπώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξεθάμπω-σε, ξεθαμπώ-σει, ξεθαμπών-οντας}: καθαρίζω, ξεθολώνω: Σφουγγαράκι που ~ει τα τζάμια.|| (μτφ.) Το βλέμμα της σιγά-σιγά ~σε. ΑΝΤ. θαμπώνω (1)
34885ξεθάρρεμαξε-θάρ-ρε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεθαρρεύω. Βλ. αποθάρρυνση, δειλία, συστολή. ΣΥΝ. αναθάρρηση, ξεψάρωμα
34886ξεθαρρεύωξε-θαρ-ρεύ-ω ρ. (αμτβ.) {ξεθάρρε-ψα, ξεθαρρέ-ψω, -μένος, ξεθαρρεύ-οντας} (προφ.): αποκτώ θάρρος ή εξοικειώνομαι με κάτι: ~ψε και μίλησε ξεκάθαρα (ΑΝΤ. αποθαρρύνομαι). Μην ~εις (= ανοίγεσαι), προσπαθεί να σε ξεγελάσει. Πβ. αναθαρρώ, θαρρεύω, ξεψαρώνω. [< μεσν. ξεθαρρεύω]
34887ξεθάψιμοξε-θά-ψι-μο ουσ. (ουδ.) (μτφ.-προφ.): επαναφορά, ανάσυρση: ~ του θέματος.
34888ξεθεμελίωμαξε-θε-με-λί-ω-μα ουσ. (ουδ.) & ξεθεμέλιωμα (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεθεμελιώνω· ανατροπή, καταστροφή: ~ του ναού. Πβ. γκρέμισμα, ισοπέδωση, κατεδάφιση.|| (μτφ.) ~ των εργασιακών σχέσεων/των θεσμών/της παράδοσης. Πβ. εκθεμελίωση.
34889ξεθεμελιώνωξε-θε-με-λι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {ξεθεμελίω-σε, ξεθεμελιώ-θηκε, -μένος, θεμελιών-οντας} (προφ.) ΣΥΝ. εκθεμελιώνω 1. (μτφ.) καταστρέφω εντελώς, αποδιαρθρώνω: Θεσμοί που ~θηκαν. ΣΥΝ. αφανίζω 2. κατεδαφίζω οικοδόμημα από τα θεμέλια: Το ποτάμι ορμητικό και άγριο ~σε (= γκρέμισε) το γεφύρι. ~μένα: ιερά/μνημεία. Πβ. ισοπεδώνω. ΣΥΝ. ανασκάπτω (2) [< μεσν. ξεθεμελιώνω]
34890ξεθέωμαξε-θέ-ω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.-επιτατ.): πλήρης καταπόνηση, εξάντληση: ~ η προπόνηση. ~ στη δουλειά. Πβ. κούραση, ξελίγωμα, ταλαιπωρία. ΣΥΝ. εξουθένωση (1), ξεπάτωμα
34891ξεθεώνωξε-θε-ώ-νω ρ. (μτβ.) {ξεθέω-σα, ξεθεώ-θηκα, -μένος} (προφ.-επιτατ.): εξαντλώ, εξουθενώνω: Μας ~σε (πβ. ξεκάνω) στις βόλτες/στο περπάτημα/στον χορό. ~θηκα στη δουλειά όλη μέρα. Έχω ~θεί να γράφω. Έπεσε στο κρεβάτι ~μένος (= αποκαμωμένος, (κατα)κουρασμένος, ψόφιος) απ' την κούραση. Πβ. εξοντώνω. ΣΥΝ. ξελιγώνω (2), ξεπατώνω (1) ΑΝΤ. ξεκουράζω (1)
34892ξεθεωτικός, ή, ό ξε-θε-ω-τι-κός επίθ. (προφ.-επιτατ.): εξαντλητικός, εξοντωτικός: ~ή: δουλειά. Μετά από μια ~ή (= κουραστική) μέρα ... Πβ. εξουθενωτικός.
34893ξεθηκαρώνωξε-θη-κα-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {ξεθηκάρω-σε} (κυρ. λογοτ.): βγάζω από το θηκάρι, τη θήκη: ~σε το πιστόλι/το σπαθί του. [< μεσν. ξεθηκαρώνω]
34894ξεθηλυκώνωξε-θη-λυ-κώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξεθηλύκω-σα, ξεθηλυκών-οντας} (λαϊκό): ξεκουμπώνω: ~ει τη ζώνη του. ΑΝΤ. θηλυκώνω [< μεσν. ξεθηλυκώνω]
34895ξεθόλωμαξε-θό-λω-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεθολώνω: ~ των τζαμιών. Πβ. καθάρισμα, ξεθάμπωμα.|| (μτφ.) Χαλάρωμα και ~ από τις καθημερινές σκοτούρες. Πβ. ξελαμπικάρισμα. ΑΝΤ. θόλωμα
34896ξεθολώνωξε-θο-λώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξεθόλω-σα, ξεθολώ-σει, -μένος, ξεθολών-οντας} ΑΝΤ. θολώνω 1. γίνομαι διαυγής ή κάνω διαυγές κάτι θολό: Το νερό του ενυδρείου ~σε. Σιγά-σιγά η όραση του ~σε στο μισοσκόταδο (: άρχισε να βλέπει πιο καθαρά).|| Ο αεραγωγός ~ει (= καθαρίζει, ξεθαμπώνει) τα τζάμια (του αυτοκινήτου). 2. (μτφ.) συνέρχομαι από ζάλη ή ξεκαθαρίζω κάτι μπερδεμένο: ~σε το μυαλό μου (= ξεζαλίστηκα). Πήγαινε καμιά βόλτα να ~σει το μάτι σου. Κοιμήσου καμιά ώρα να ~σεις (: να ξεκουραστείς). Πβ. ξελαμπικάρω.|| Θα σας πω τη συνέχεια της ιστορίας και θα ~σει το τοπίο.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.