| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 34897 | ξεθυμαίνει | ξε-θυ-μαί-νει ρ. (αμτβ.) {ξεθύμα-νε, ξεθυμά-νει, ξεθυμα-σμένος, ξεθυμαίν-οντας} 1. (για υγρό ή στερεό) αποβάλλει τις πτητικές ουσίες που περιέχει μέσω εξάτμισης ή (για ό,τι περιέχεται σε σωλήνα ή δοχείο) διαρρέει στην ατμόσφαιρα: ~νε το άρωμα (= εξατμίστηκε)/η μπίρα/η μυρωδιά. Βλ. εξαερώνω.|| ~νε το πετρέλαιο. 2. (κυρ. για συναίσθημα) μετριάζεται σε ένταση, υποχωρεί: ~νε ο ενθουσιασμός/ο έρωτας/ο καβγάς/η οργή (= ξεφούσκωσε· ΑΝΤ. φουντώνει). Πβ. σβήνω. 3. καταλαγιάζει, γαληνεύει: ~ η αλλεργία. Ο πυρετός ~νε (= έπεσε).|| ~νε (= εξασθένησε, κόπασε) ο αέρας/η βροχή. ~νε ο καιρός (= κάλμαρε, μαλάκωσε). ● ξεθυμαίνω (μτφ.): εξωτερικεύω συνήθ. τον θυμό που νιώθω, εκτονώνομαι: Τα 'πα και ~να (= έβγαλα το άχτι μου, ξαλάφρωσα). Θα κλάψει και θα ~νει (: θα ηρεμήσει). Πβ. ξεδίνω, ξεσπώ. [< μεσν. ξεθυμαίνω < πβ. μτγν. ἐκθυμαίνω ‘εξοργίζομαι’] | |
| 34898 | ξεθύμασμα | ξε-θύ-μα-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεθυμαίνω. Πβ. εκτόνωση, υποχώρηση, ύφεση. | |
| 34899 | ξεθυμώνω | ξε-θυ-μώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ξεθύμω-σα, -σω} ΑΝΤ. θυμώνω 1. παύω να είμαι θυμωμένος: Μάλωσαν κι έκαναν χρόνια να ~σουν. ΑΝΤ. κακιώνω 2. προσπαθώ να κάνω κάποιον να ξεπεράσει τον θυμό του: Τον καλόπιασα, για να τον ~σω. ● ΦΡ.: να/ας πιει ξίδι (να ξεθυμώσει/να του περάσει) βλ. ξίδι | |
| 34900 | ξεθωριάζει | ξε-θω-ριά-ζει ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξεθώρια-σε, -σει, -σμένος, ξεθωριάζ-οντας} 1. αλλοιώνει ή αλλοιώνεται το χρώμα: Ο ήλιος ~ το ξύλο. Ρούχο που ~σε με τον καιρό/στο πλύσιμο. Αδιάβροχο μελάνι που δεν ~. Πβ. αποχρωματίζω, ξασπρίζω, ξεβάφει. 2. (μτφ.) χάνει τη λάμψη, την ισχύ, την έντασή του: ~σε η αγάπη/η ελπίδα/η μνήμη/η ομορφιά/το όνειρο. Πβ. εξασθενώ, ξεθυμαίνει, σβήνω. | |
| 34901 | ξεθώριασμα | ξε-θώ-ρια-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεθωριάζει: γρήγορο/σταδιακό ~. ~ των επίπλων/των φωτογραφιών/του χρώματος. Πβ. αποχρωματισμός, ξάσπρισμα, ξέβαμμα.|| (μτφ.) ~ της μνήμης. Πβ. αποδυνάμωση, εξασθένηση. | |
| 34902 | ξέθωρος | , η, ο ξέ-θω-ρος επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): που δεν είναι έντονος· άτονος: ~η: φωτογραφία (= ξεθωριασμένη).|| (μτφ.) ~ες: αναμνήσεις (πβ. αχνός, θολός). | |
| 34903 | ξεϊδρώνω | ξε-ϊ-δρώ-νω ρ. (αμτβ.) {ξεΐδρω-σα, ξεϊδρώ-σω, ξεϊδρών-οντας}: σταματώ να ιδρώνω και στεγνώνει ο ιδρώτας μου: Κάθισα μια στιγμή να ~σω. ● ΦΡ.: ιδρώνει (και) ξεϊδρώνει βλ. ιδρώνω | |
| 34904 | ξείπα | βλ. ξελέω | |
| 34905 | ξεκαβαλικεύω | ξε-κα-βα-λι-κεύ-ω ρ. (αμτβ.) {ξεκαβαλίκε-ψε} (προφ.): κατεβαίνω από άλογο ή άλλο υποζύγιο: ~ψε και άφησε τα χαλινάρια ελεύθερα. Πβ. αφιππεύω, ξεπεζεύω.|| (συχνότ. μτφ.) ~ψε το καλάμι σου (: προσγειώσου, συνετίσου· βλ. καβάλησε το καλάμι) επιτέλους! ΑΝΤ. καβαλικεύω [< μεσν. ξεκαβαλικεύω] | |
| 34906 | ξεκαθαρίζω | ξε-κα-θα-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξεκαθάρι-σα, ξεκαθαρί-σω, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, ξεκαθαρίζ-οντας} 1. (μτφ.) διευκρινίζω, κάνω κάτι ξεκάθαρο, σαφές: ~ εκκρεμότητες/ένα θέμα (= διευθετώ)/τη θέση μου/την κατάσταση/μια παρεξήγηση/τα πράγματα/τις προθέσεις μου/τη στάση μου. ~ τους λογαριασμούς μου με κάποιον. Το (θολό) σκηνικό/το τοπίο/η υπόθεση ~σε.|| Ένας περίπατος βοηθάει να ηρεμήσει και να ~σει ο νους (πβ. ξεθολώνω, ξελαμπικάρω). Πβ. αποσαφηνίζω, διακανονίζω, ξεδιαλύνω, ξεμπερδεύω, ξεμπλέκω, ρίχνω φως, ρυθμίζω. ΣΥΝ. διασαφηνίζω 2. ξεχωρίζω τα χρήσιμα από τα άχρηστα, κάνω εκκαθάριση, τακτοποιώ: ~ τα ντουλάπια/συρτάρια. Πβ. ξεδιαλέγω. ΣΥΝ. ξεσκαρτάρω [< μεσν. ξεκαθαρίζω] | |
| 34907 | ξεκαθάρισμα | ξε-κα-θά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεκαθαρίζω: (μτφ.) (εσω)κομματικό ~. ~ απόψεων (= διευκρίνιση)/διαφορών (= επίλυση, διευθέτηση)/(προ)θέσεων (= απο-, δια-σαφήνιση)/ρόλων/στόχων. Πβ. διακανονισμός, ξεμπέρδεμα, ρύθμιση, τακτοποίηση.|| ~ αρχείων (= ξεδιάλεγμα). Πβ. ξεσκαρτάρισμα. ● ΣΥΜΠΛ.: ξεκαθάρισμα λογαριασμών βλ. λογαριασμός [< μεσν. ξεκαθάρισμα] | |
| 34908 | ξεκάθαρος | , η, ο ξε-κά-θα-ρος επίθ. 1. που δεν δημιουργεί αμφιβολίες ή παρανοήσεις· σαφής: ~ος: κίνδυνος/νικητής (= αδιαμφισβήτητος, καθαρός)/πολιτικός λόγος/ρόλος. ~η: απάντηση/άρνηση/βούληση/δήλωση/εικόνα/ένδειξη/θέση/στρατηγική/υπεροχή. ~ο: (θεσμικό) πλαίσιο/μήνυμα/όραμα. ~οι: στόχοι. ~ες: προθέσεις. Είναι ~ στις δηλώσεις του. Είναι ~ο (= εμφανές, ολοφάνερο, προφανές) ότι ... Απλά και ~α πράγματα. 2. διαυγής και κατ' επέκτ. ειλικρινής: Αύριο με πιο ~ο μυαλό θα βρεις τη λύση.|| ~ες: (= αξιόπιστες, διαφανείς) συναλλαγές. Με ~ο (= ευθύ) βλέμμα ... Πβ. ντόμπρος. ΣΥΝ. ξηγημένος ● επίρρ.: ξεκάθαρα: ΣΥΝ. καθαρά (1), ντόμπρα, σταράτα [< μεσν. ξεκάθαρος] | |
| 34909 | ξεκαλοκαιριάζω | ξε-κα-λο-και-ριά-ζω ρ. (αμτβ.) {ξεκαλοκαίρια-σα, ξεκαλοκαιριά-σω} (προφ.): περνώ το καλοκαίρι σε ένα μέρος: Θα ~σει στο εξοχικό του/σε νησί/σε τροχόσπιτο. Πβ. διακοπεύω, παραθερίζω. ΑΝΤ. ξεχειμωνιάζω | |
| 34910 | ξεκαλούπωμα | ξε-κα-λού-πω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): αφαίρεση καλουπιού: ~ πλακών. ΑΝΤ. καλούπωμα (1) | |
| 34911 | ξεκαλουπώνω | ξε-κα-λου-πώ-νω ρ. (μτβ.) {ξεκαλούπω-σα, ξεκαλουπώ-θηκε} (προφ.): αφαιρώ το καλούπι: Τα μπετά βγήκαν και ~θηκαν. Πβ. ξεφορμάρω. ΑΝΤ. καλουπώνω (2) | |
| 34912 | ξεκάλτσωτος | , η, ο ξε-κάλ-τσω-τος επίθ. (οικ.): που δεν φορά ή έχει βγάλει τις κάλτσες του: Κυκλοφορεί στο σπίτι ~. Βλ. ξεσκούφωτος, ξυπόλυτος. | |
| 34913 | ξεκάνω | ξε-κά-νω ρ. (μτβ.) {ξέκανα (λαϊκό) ξέκαμα, ξεκάν-οντας} (προφ.) 1. εξοντώνω, σκοτώνω· κατ' επέκτ. καταστρέφω: Τον ξέκαναν με δυο σφαίρες. Πβ. βγάζω από τη μέση.|| Τους ξέκανε (= αφάνισε, διέλυσε) η φτώχεια. ΣΥΝ. καθαρίζω (4), ξεπαστρεύω 2. (μτφ.-επιτατ.) καταπονώ, εξαντλώ σωματικά: Αυτή η γυμνάστρια μας ξέκανε πάλι. ΣΥΝ. ξεθεώνω 3. ξεπουλώ: Έχω ένα αυτοκινητάκι και θέλω να το ~ (: να το πουλήσω όσο όσο). Πβ. εκποιώ. [< μεσν. ξεκάνω < αρχ. ἐκάμνω ‘κουράζομαι’] | |
| 34914 | ξεκαπίστρωτος | , η, ο ξε-κα-πί-στρω-τος επίθ. (προφ.) 1. (για ζώο) που δεν έχει ή του έχουν βγάλει το καπίστρι: ~α: πουλάρια. 2. (μτφ.-μειωτ.) αγενής, θρασύς. ● ΦΡ.: γαϊδούρι/μουλάρι ξεσαμάρωτο/ξεκαπίστρωτο/ξέστρωτο βλ. γαϊδούρι | |
| 34915 | ξεκαπνίζω | ξε-κα-πνί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξεκάπνι-σε, ξεκαπνί-σει} 1. (αργκό-κυρ. για όχημα) οδηγώ σε υψηλές στροφές, προκειμένου να απελευθερωθούν τα κατάλοιπα λαδιού, βενζίνης και καυσαερίων που υπάρχουν στον κινητήρα· ξεμπουκώνω: ~σε το μπουρί. 2. (προφ.) αφαιρώ την κάπνα από καμινάδα ή θερμάστρα· αερίζω. | |
| 34916 | ξεκάπνισμα | ξε-κά-πνι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεκαπνίζω. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ