Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58830 εγγραφές  [3540-3560]

IDΛήμμαΕρμηνεία
2596αμίλητος, η, ο [ἀμίλητος] α-μί-λη-τος επίθ.: που μιλά πολύ λίγο ή καθόλου: Αγέλαστος/σκυθρωπός και ~. Έμεινε/κοίταζε/παρακολουθούσε/πλησίασε/στεκόταν ~η. Κάθονταν ~οι και σκεφτικοί. Πβ. άναυδος, άφωνος, βουβός, σιωπηλός. ΑΝΤ. ομιλητικός (1) ● ΣΥΜΠΛ.: (το) αμίλητο νερό: ΛΑΟΓΡ. το νερό που μετέφεραν οι ανύπαντρες κοπέλες, χωρίς να μιλούν, για τον κλήδονα. ● ΦΡ.: ήπιε το αμίλητο νερό (μτφ.): για να δηλωθεί η πεισματική άρνηση κάποιου να μιλήσει., αγαλματάκια/στρατιωτάκια ακούνητα, αμίλητα, αγέλαστα βλ. ακούνητος [< μεσν. αμίλητος]
2597άμιλλα[ἅμιλλα] ά-μιλ-λα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αγώνας για διάκριση, νίκη, υπεροχή, χωρίς αντιπαλότητα ή χρήση αθέμιτων μέσων: αθλητική ~. Καλλιέργεια κλίματος/πνεύματος ~ας ανάμεσα στους μαθητές. Πβ. συναγωνισμός. Βλ. ανταγωνισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: ευγενής άμιλλα: προσπάθεια για διάκριση με σεβασμό στον αντίπαλο: Αθλητικά ιδεώδη και ~ ~. [< γαλλ. noble émulation] [< αρχ. ἅμιλλα]
2598αμιλλώμαι[ἁμιλλῶμαι] α-μιλ-λώ-μαι ρ. (αμτβ.) {αμιλλ-άται, -ώνται∙ μόνο σε ενεστ. κ. (σπάν.) παρατ., συνήθ. στο γ' πρόσ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): αγωνίζομαι για διάκριση, νίκη, υπεροχή χωρίς αντιπαλότητα ή αθέμιτα μέσα: ~άται για την πρωτοκαθεδρία. Επιχειρήσεις που ~ώνται σε έργα ανάπτυξης και προόδου. Πβ. συναγωνίζομαι. Βλ. ανταγωνίζομαι, παραβγαίνω. [< αρχ. ἁμιλλῶμαι]
2599αμίμητος, η, ο [ἀμίμητος] α-μί-μη-τος επίθ.: που είναι αδύνατο να τον μιμηθεί κάποιος και κατ' επέκτ. να τον φτάσει ή να τον ξεπεράσει, γιατί είναι τόσο διαφορετικός, ξεχωριστός, πετυχημένος έναντι των άλλων: ~η: απάντηση/δεξιοτεχνία/έκφραση/τέχνη/φωνή (= εκπληκτική, μοναδική). ~ο: ύφος/χιούμορ. ~ες: ατάκες. Πβ. ανεπανάληπτος, ανυπέρβλητος, ασυναγώνιστος, άφθαστος. ● Ουσ.: αμίμητο (το) (προφ.): λόγια ή σπανιότ. πράξεις μοναδικές, αξεπέραστες: Είπε/πέταξε το ~ ... Έκλεισε την ομιλία του με το εξής ~ ... [< μτγν. ἀμίμητος]
2600αμίνη[ἀμίνη] α-μί-νη ουσ. (θηλ.) {αμιν-ών, συνηθέστ. στον πληθ.}: ΧΗΜ. κάθε ένωση που παράγεται από την αμμωνία, με αντικατάσταση ενός ή περισσοτέρων ατόμων υδρογόνου από μονοσθενείς ρίζες υδρογονάνθρακα: αρωματικές/βιογενείς/καρκινογόνες ~ες. ~ εξουδετέρωσης. Άλατα/αντιδράσεις ~ών. Βλ. -ίνη, μεθαμφετ~, μονο~. [< γαλλ. amine]
2601αμινικός, ή, ό [ἀμινικός] α-μι-νι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που αναφέρεται στις αμίνες: ~ή: αλκοόλη. ~ές: ενώσεις/ρητίνες. ● ΣΥΜΠΛ.: αμινική ομάδα: περιληπτ. ονομασ. οργανικών ενώσεων που περιέχουν άζωτο και βρίσκονται κυρ. στις πρωτεΐνες. [< γαλλ. aminé]
2602αμινοξέα[ἀμινοξέα] α-μι-νο-ξέ-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. αμινοξύ}: ΒΙΟΧ. οργανικές ενώσεις απαραίτητες για τη σύνθεση των πρωτεϊνών: βασικά ~. Προϊόν πλούσιο σε ~. Θειούχο ~ύ. Βλ. γλουταμίνη, σερίνη. [< γαλλ. acides aminés, amino-acides, 1903]
2603αμινοξικός, ή, ό [ἀμινοξικός] α-μι-νο-ξι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που αναφέρεται στα αμινοξέα: ~ή: ακολουθία πρωτεΐνης. ~ά: κατάλοιπα.
2604αμισθί[ἀμισθί] α-μι-σθί επίρρ. (λόγ.): χωρίς αμοιβή: Προσφέρει τις υπηρεσίες του ~. Ανέλαβε ~ την υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Πβ. δωρεάν, τζάμπα. [< αρχ. ἀμισθί]
2605άμισθος, η, ο [ἄμισθος] ά-μι-σθος επίθ.: που δεν αμείβεται με μισθό, δεν πληρώνεται: ~ος: βοηθός/επίκουρος καθηγητής της ιατρικής/σύμβουλος/συνεργάτης. ΑΝΤ. μισθωτός.|| ~η: απασχόληση/εργασία (= δωρεάν). Βλ. εθελοντικός. ΑΝΤ. έμμισθος [< αρχ. ἄμισθος]
2606ΑΜΚΑ(ο): Αριθμός Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης.
2607αμμοβολή[ἀμμοβολή] αμ-μο-βο-λή ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. τεχνική καθαρισμού, γυαλίσματος ή επεξεργασίας επιφανειών, κυρ. γυάλινων ή μεταλλικών, με εκτόξευση άμμου ή άλλου σκληρού υλικού (π.χ. ρινισμάτων σιδήρου ή χάλυβα σε κόκκους) με πεπιεσμένο αέρα ή ατμό από ειδικό μηχάνημα: κρύσταλλο/μάρμαρο ~ής (: που έχει υποστεί αυτή την τεχνική). Τζάμι με ~. ~ές και βαφές. Βλ. υδροβολή. [< γαλλ. sableuse, 1907]
2608αμμοθίνα[ἀμμοθίνα] αμ-μο-θί-να ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: αμμόλοφος: κινούμενες/παραθαλάσσιες ~ες.
2609αμμοθύελλα[ἀμμοθύελλα] αμ-μο-θύ-ελ-λα ουσ. (θηλ.): ΜΕΤΕΩΡ. δυνατός άνεμος, συνήθ. στις ερήμους, που σηκώνει και μετακινεί μεγάλες ποσότητες άμμου ή και σκόνης: σαρωτικές/σφοδρές ~ες. Ξέσπασε ~ που περιόρισε την ορατότητα. Βλ. λασποβροχή, χιονοθύελλα. [< αγγλ. sandstorm]
2610αμμοληψία[ἀμμοληψία] αμ-μο-λη-ψί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): λήψη άμμου από παραλία, κοίτη ποταμού ή λίμνης για οικοδομική συνήθ. χρήση: παράνομη ~. Ανεξέλεγκτες ~ες. Βλ. -ληψία.
2611αμμόλιθος[ἀμμόλιθος] αμ-μό-λι-θος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίθου}: ΓΕΩΛ. ψαμμίτης: πλάκες/προσόψεις από ~ο. [< γερμ. Sandstein]
2612αμμόλουτρο[ἀμμόλουτρο] αμ-μό-λου-τρο ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. βύθιση του σώματος ή μελών του σε ζεστή άμμο για θεραπευτικούς λόγους: ~α για τις ρευματικές παθήσεις. Βλ. -λουτρο. [< γαλλ. bain de sable]
2613αμμόλοφος[ἀμμόλοφος] αμ-μό-λο-φος ουσ. (αρσ.): μικρός λόφος από άμμο που σχηματίζεται με τη μεταφορά κόκκων από τον άνεμο: ~οι της ερήμου. Παραλία με ~ους. Βλ. (αμμο)θίνα. [< γαλλ. colline de sable]
2614άμμος[ἄμμος] άμ-μος ουσ. (θηλ.) 1. πάρα πολύ μικροί, ασύνδετοι και ευδιάκριτοι κόκκοι, προερχόμενοι από θραύσματα ορυκτών ή πετρωμάτων, που βρίσκονται στις ακρογιαλιές, τον βυθό της θάλασσας και των λιμνών, την κοίτη και τις εκβολές των ποταμών και σε ερήμους: βρεγμένη/ζεστή/καυτή/λεπτή/λεπτόκοκκη/μαύρη/χοντρή/χρυσή/ψιλή ~. ~ στα μαλλιά/παπούτσια. Παχύ στρώμα ~ου. Παραλία με άσπρη/λευκή ~ο. Τα πόδια μου βουλιάζουν στην ~ο. Ο αέρας έφερνε την ~ο στα πρόσωπά μας.|| Θραυστή (: λατομείου)/φυσική ~ (: θαλάσσης, ορυκτή, ποταμίσια, ως οικοδομικό υλικό). Βλ. αμμοχάλικο, παιπάλη.|| ~ της γάτας (: για τα περιττώματά της). 2. αμμώδες έδαφος και ιδ. αμμουδιά: παιχνίδια στην ~ο. Διανυκτερεύω/κάνω ηλιοθεραπεία/κοιμάμαι/κυλιέμαι/ξαπλώνω/παίζω/περπατώ στην ~ο. Τα παιδιά φτιάχνουν κάστρα/πύργους στην ~ο. ● ΣΥΜΠΛ.: κινούμενη άμμος: ψιλή άμμος που αποτελείται από άργιλο και μεγάλη ποσότητα νερού, με αποτέλεσμα να βυθίζεται όποιος ή ό,τι πατά σε αυτή. Βλ. βάλτος, έλος.|| (μτφ. για κάτι που παγιδεύει ή απογοητεύει:) ~ ~ το Χρηματιστήριο για τις κατασκευαστικές. [< γαλλ. sables mouvants] ● ΦΡ.: κτίζει πύργους/παλάτια στην άμμο (μτφ.): κοπιάζει άδικα., σαν την άμμο της θάλασσας (ΠΔ): πάρα πολύ μεγάλος, τεράστιος αριθμός: Οι σκέψεις μου για σένα ~ ~ (πβ. αμέτρητες, άπειρες)., χώνω/κρύβω/βάζω το κεφάλι στην άμμο: (επιτιμητικά) εθελοτυφλώ: Ο κίνδυνος είναι υπαρκτός, δε μπορούμε να ~ουμε ~ (: να κλείνουμε τα μάτια). (ειρων.) ~ουν ~ και το πρόβλημα εξαφανίζεται! Βλ. στρουθοκαμηλίζω., αίμα και άμμος! βλ. αίμα [< αρχ. ἄμμος]
2615αμμουδιά[ἀμμουδιά] αμ-μου-διά ουσ. (θηλ.): παραλία με άμμο: απέραντη/χρυσή ~. Το νησί φημίζεται για τις υπέροχες ~ιές του. [< μεσν. αμμουδία]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.