Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [3540-3560]

IDΛήμμαΕρμηνεία
2604αμισθί[ἀμισθί] α-μι-σθί επίρρ. (λόγ.): χωρίς αμοιβή: Προσφέρει τις υπηρεσίες του ~. Ανέλαβε ~ την υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Πβ. δωρεάν, τζάμπα. [< αρχ. ἀμισθί]
2605άμισθος, η, ο [ἄμισθος] ά-μι-σθος επίθ.: που δεν αμείβεται με μισθό, δεν πληρώνεται: ~ος: βοηθός/επίκουρος καθηγητής της ιατρικής/σύμβουλος/συνεργάτης. ΑΝΤ. μισθωτός.|| ~η: απασχόληση/εργασία (= δωρεάν). Βλ. εθελοντικός. ΑΝΤ. έμμισθος [< αρχ. ἄμισθος]
2606ΑΜΚΑ(ο): Αριθμός Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης.
2607αμμοβολή[ἀμμοβολή] αμ-μο-βο-λή ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. τεχνική καθαρισμού, γυαλίσματος ή επεξεργασίας επιφανειών, κυρ. γυάλινων ή μεταλλικών, με εκτόξευση άμμου ή άλλου σκληρού υλικού (π.χ. ρινισμάτων σιδήρου ή χάλυβα σε κόκκους) με πεπιεσμένο αέρα ή ατμό από ειδικό μηχάνημα: κρύσταλλο/μάρμαρο ~ής (: που έχει υποστεί αυτή την τεχνική). Τζάμι με ~. ~ές και βαφές. Βλ. υδροβολή. [< γαλλ. sableuse, 1907]
2608αμμοθίνα[ἀμμοθίνα] αμ-μο-θί-να ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: αμμόλοφος: κινούμενες/παραθαλάσσιες ~ες.
2609αμμοθύελλα[ἀμμοθύελλα] αμ-μο-θύ-ελ-λα ουσ. (θηλ.): ΜΕΤΕΩΡ. δυνατός άνεμος, συνήθ. στις ερήμους, που σηκώνει και μετακινεί μεγάλες ποσότητες άμμου ή και σκόνης: σαρωτικές/σφοδρές ~ες. Ξέσπασε ~ που περιόρισε την ορατότητα. Βλ. λασποβροχή, χιονοθύελλα. [< αγγλ. sandstorm]
2610αμμοληψία[ἀμμοληψία] αμ-μο-λη-ψί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): λήψη άμμου από παραλία, κοίτη ποταμού ή λίμνης για οικοδομική συνήθ. χρήση: παράνομη ~. Ανεξέλεγκτες ~ες. Βλ. -ληψία.
2611αμμόλιθος[ἀμμόλιθος] αμ-μό-λι-θος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίθου}: ΓΕΩΛ. ψαμμίτης: πλάκες/προσόψεις από ~ο. [< γερμ. Sandstein]
2612αμμόλουτρο[ἀμμόλουτρο] αμ-μό-λου-τρο ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. βύθιση του σώματος ή μελών του σε ζεστή άμμο για θεραπευτικούς λόγους: ~α για τις ρευματικές παθήσεις. Βλ. -λουτρο. [< γαλλ. bain de sable]
2613αμμόλοφος[ἀμμόλοφος] αμ-μό-λο-φος ουσ. (αρσ.): μικρός λόφος από άμμο που σχηματίζεται με τη μεταφορά κόκκων από τον άνεμο: ~οι της ερήμου. Παραλία με ~ους. Βλ. (αμμο)θίνα. [< γαλλ. colline de sable]
2614άμμος[ἄμμος] άμ-μος ουσ. (θηλ.) 1. πάρα πολύ μικροί, ασύνδετοι και ευδιάκριτοι κόκκοι, προερχόμενοι από θραύσματα ορυκτών ή πετρωμάτων, που βρίσκονται στις ακρογιαλιές, τον βυθό της θάλασσας και των λιμνών, την κοίτη και τις εκβολές των ποταμών και σε ερήμους: βρεγμένη/ζεστή/καυτή/λεπτή/λεπτόκοκκη/μαύρη/χοντρή/χρυσή/ψιλή ~. ~ στα μαλλιά/παπούτσια. Παχύ στρώμα ~ου. Παραλία με άσπρη/λευκή ~ο. Τα πόδια μου βουλιάζουν στην ~ο. Ο αέρας έφερνε την ~ο στα πρόσωπά μας.|| Θραυστή (: λατομείου)/φυσική ~ (: θαλάσσης, ορυκτή, ποταμίσια, ως οικοδομικό υλικό). Βλ. αμμοχάλικο, παιπάλη.|| ~ της γάτας (: για τα περιττώματά της). 2. αμμώδες έδαφος και ιδ. αμμουδιά: παιχνίδια στην ~ο. Διανυκτερεύω/κάνω ηλιοθεραπεία/κοιμάμαι/κυλιέμαι/ξαπλώνω/παίζω/περπατώ στην ~ο. Τα παιδιά φτιάχνουν κάστρα/πύργους στην ~ο. ● ΣΥΜΠΛ.: κινούμενη άμμος: ψιλή άμμος που αποτελείται από άργιλο και μεγάλη ποσότητα νερού, με αποτέλεσμα να βυθίζεται όποιος ή ό,τι πατά σε αυτή. Βλ. βάλτος, έλος.|| (μτφ. για κάτι που παγιδεύει ή απογοητεύει:) ~ ~ το Χρηματιστήριο για τις κατασκευαστικές. [< γαλλ. sables mouvants] ● ΦΡ.: κτίζει πύργους/παλάτια στην άμμο (μτφ.): κοπιάζει άδικα., σαν την άμμο της θάλασσας (ΠΔ): πάρα πολύ μεγάλος, τεράστιος αριθμός: Οι σκέψεις μου για σένα ~ ~ (πβ. αμέτρητες, άπειρες)., χώνω/κρύβω/βάζω το κεφάλι στην άμμο: (επιτιμητικά) εθελοτυφλώ: Ο κίνδυνος είναι υπαρκτός, δε μπορούμε να ~ουμε ~ (: να κλείνουμε τα μάτια). (ειρων.) ~ουν ~ και το πρόβλημα εξαφανίζεται! Βλ. στρουθοκαμηλίζω., αίμα και άμμος! βλ. αίμα [< αρχ. ἄμμος]
2615αμμουδιά[ἀμμουδιά] αμ-μου-διά ουσ. (θηλ.): παραλία με άμμο: απέραντη/χρυσή ~. Το νησί φημίζεται για τις υπέροχες ~ιές του. [< μεσν. αμμουδία]
2616αμμοχάλικο[ἀμμοχάλικο] αμ-μο-χά-λι-κο ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΔ. μείγμα άμμου και χαλικιού, κυρ. για οικοδομικές εργασίες: χοντρό/ψιλό ~. Διάστρωση δρόμου με ~.
2617αμμώδης, ης, ες [ἀμμώδης] αμ-μώ-δης επίθ. {αμμώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών} (λόγ.): που περιέχει άφθονη άμμο: ~ης: βυθός. ~ης: παραλία/περιοχή. ~ες: υπόστρωμα. ~η: ιζήματα/υλικά. Οι ~εις εκτάσεις της ερήμου. Βλ. -ώδης. [< αρχ. ἀμμώδης]
2618αμμωνία[ἀμμωνία] αμ-μω-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΧΗΜ. άχρωμη αέρια ένωση αζώτου με υδρογόνο (σύμβ. NH3) που έχει έντονα δυσάρεστη οσμή· συνεκδ. το υδατικό της διάλυμα που χρησιμεύει ως πρόχειρο θεραπευτικό μέσο: άνυδρη/θειική/νιτρική/φωσφορική ~. Διαρροή ~ας.|| Καθαρή/υγρή ~. Στικ ~ας για τσιμπήματα εντόμων και θαλάσσιων οργανισμών. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. σκόνη για παρασκευή γλυκών: κουλουράκια ~ας. [< νεολατ. ammonia < μτγν. ἀμμωνιακὸν ἅλας]
2619αμμωνιακός, ή, ό [ἀμμωνιακός] αμ-μω-νι-α-κός επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει, παράγεται από ή σχετίζεται με την αμμωνία: ~ό: άζωτο/διάλυμα. ~ές: ενώσεις. ~ά: άλατα/ιόντα/λιπάσματα. [< μτγν. ἀμμωνιακός, γαλλ. ammoniac]
2620αμμώνιο[ἀμμώνιο] αμ-μώ-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. κατιόν (NH4+) που παράγεται από την αμμωνία και παίζει τον ρόλο αλκαλικού μετάλλου στα αμμωνιακά άλατα: ανθρακικό/θειικό/νιτρικό/φωσφορικό/χλωριούχο ~. [< γαλλ.-αγγλ. ammonium]
2621αμμωνίτης[ἀμμωνίτης] αμ-μω-νί-της ουσ. (αρσ.) 1. ΠΑΛΑΙΟΝΤ. {συνήθ. στον πληθ.} απολιθωμένο μαλάκιο (κεφαλόποδο) με σπειροειδές όστρακο: Οι ~ες έζησαν κατά τον παλαιοζωικό και μεσοζωικό αιώνα. Πβ. ναυτίλος1. 2. ΧΗΜ. εκρηκτικό με βασικό συστατικό το νιτρικό αμμώνιο. Βλ. -ίτης2. [< μτγν. Ἀμμωνίτης, γαλλ.-αγγλ. ammonite]
2622αμνημόνευτος, η, ο [ἀμνημόνευτος] α-μνη-μό-νευ-τος επίθ. 1. (λόγ.) που δεν του γίνεται μνεία, δεν αναφέρεται, δεν γίνεται λόγος γι' αυτόν: ~οι αγωνιστές (= ξεχασμένοι, λησμονημένοι). 2. ΕΚΚΛΗΣ. που το όνομά του δεν αναφέρθηκε από ιερέα σε ακολουθία ή σπανιότ. για κάποιον για τον οποίο δεν τελέστηκε μνημόσυνο: Κηδεύτηκε ~. Βλ. ακοινώνητος. ● ΦΡ.: προ/από αμνημονεύτων ετών/χρόνων (σε σχήμα υπερβολής): πριν από πολλά χρόνια. [< αρχ. ἀμνημόνευτος]
2623αμνήμων[ἀμνήμων] α-μνή-μων επίθ./ουσ. {αμνήμον-ος, -ονα | -ονες, συνήθ. στο αρσ. κ. θηλ.} (λόγ.) & αμνήμονας: που ξεχνά (συνήθ. την ευεργεσία)· αγνώμων, αχάριστος: ~ων: λαός.|| Αποδείχτηκαν ~ονες. Μετά από όσα έκανα για σένα, δεν περίμενα να φανείς τόσο ~! (αρχαιοπρ., + γεν.) Δεν είναι ~ των καθηκόντων του. ΣΥΝ. επιλήσμων ΑΝΤ. μνήμων [< αρχ. ἀμνήμων]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.