| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 34917 | ξεκαρδίζομαι | ξε-καρ-δί-ζο-μαι ρ. {-εσαι ... | -στηκα, -σμένος} (προφ.): γελώ πάρα πολύ: Τους βλέπει και ~εται (: γελά με την καρδιά του, την ψυχή του). ~στηκε στα γέλια (= έσκασε, κατουρήθηκε στα γέλια) ... Πβ. λύνομαι/χτυπιέμαι στο γέλιο/στα γέλια. | |
| 34918 | ξεκάρδισμα | ξε-κάρ-δι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): έντονο, ηχηρό γέλιο: τρανταχτό ~. ~ μέχρι δακρύων. | |
| 34919 | ξεκαρδιστικός | , ή, ό ξε-καρ-δι-στι-κός επίθ.: που προκαλεί δυνατό γέλιο: ~ή: κωμωδία/παράσταση/παρωδία/σκηνή/φάρσα. ~ό: ανέκδοτο/βίντεο/κείμενο. ~ές: ατάκες. ~ά: αστεία. | |
| 34920 | ξεκάρφωμα | ξε-κάρ-φω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (μτφ.) για λόγο ή πράξη που αποπροσανατολίζει, παραπλανά ή συγκαλύπτει: Ασχολείται με το θέμα για ~, ενώ στην πραγματικότητα δεν τον ενδιαφέρει. Πβ. για τα μάτια του κόσμου, πρόσχημα. 2. αφαίρεση καρφιών. ΑΝΤ. κάρφωμα (1) | |
| 34921 | ξεκαρφώνω | ξε-καρ-φώ-νω ρ. (μτβ.) {ξεκάρφω-σα, ξεκαρφώ-σω, -θηκε, -θεί, -μένος}: αφαιρώ καρφί ή αποσπώ ένα αντικείμενο από το σημείο που είναι στερεωμένο: ~σα τον πίνακα από τον τοίχο.|| (μτφ.) Θα ~σεις (πβ. ξεκολλώ) τα μάτια σου από την οθόνη του υπολογιστή να μιλήσουμε; [< μεσν. ξεκαρφώνω] | |
| 34922 | ξεκάρφωτος | , η, ο ξε-κάρ-φω-τος επίθ. (προφ.) 1. (αργκό) άσχετος, ασυνάρτητος: ~η: ερώτηση/φράση. ~ο: σχόλιο. Δεν μπορεί ο κάθε ~ να γράφει ό,τι θέλει. Τι ~ο ήταν αυτό (: που κολλάει); Πβ. άκυρος, ασύνδετος, ξεκούδουνος, ξεκρέμαστος. 2. που δεν είναι καρφωμένος, στερεωμένος: ~α: κεραμίδια. ● επίρρ.: ξεκάρφωτα ● ΦΡ.: στο ξεκάρφωτο & στα ξεκάρφωτα (αργκό): χωρίς προειδοποίηση: Βγαίνουν προβλήματα ~ ~ (= ξαφνικά, από το πουθενά). Πβ. στα καλά καθούμενα, στο άσχετο, στο ξεκούδουνο, στο ξέμπαρκο. | |
| 34923 | ξεκατινιάζω | ξε-κα-τι-νιά-ζω ρ. (μτβ.) {ξεκατίνια-σα, ξεκατινιά-στηκα, -σμένος, ξεκατινιάζ-οντας} (προφ.) 1. {κυρ. μεσοπαθ.} (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) εκθέτω κάποιον, κουτσομπολεύω, φέρομαι αναξιοπρεπώς: ~ονται δημόσια/στα κανάλια. Χώρισαν, αλλά δεν ~στηκαν. Βλ. θάβω, μαλλιοτραβιέμαι. 2. (σπάν.-μτφ.) κουράζω κάποιον σε μέγιστο βαθμό, εξαντλώ: ~στηκα στη δουλειά (: έγινα κομμάτια). Δεν αντέχω άλλο, με ~σε. Πβ. εξουθενώνω, καταπονώ, ξεθεώνω, ξεπατώνω.|| (κατ' επέκτ.) Θα αλλάξω μπαταρία, γιατί την ~σα (: την τελείωσα). | |
| 34924 | ξεκατίνιασμα | ξε-κα-τί-νια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (μτφ.) δυσφήμιση, κουτσομπολιό, εξευτελισμός: δημόσιο/τηλεοπτικό/χοντρό ~. Βλ. θάψιμο. 2. (σπάν.-μτφ.) εξάντληση, καταπόνηση. Πβ. ξεθέωμα, ξεπάτωμα. | |
| 34925 | ξεκίνημα | ξε-κί-νη-μα ουσ. (ουδ.) 1. αρχή, έναρξη: ανοδικό/απογοητευτικό/δυναμικό/ελπιδοφόρο/εντυπωσιακό/επίσημο/επιτυχημένο/καινούργιο/πρωινό ~. Το ~ της εβδομάδας/μιας καριέρας/της μέρας/μιας συνεργασίας (ΑΝΤ. τέλος). ~ (= άνοιγμα) επιχείρησης. Δυνατό/νικηφόρο ~ για την ομάδα μας. Κάνει όνειρα για το νέο της ~. ΑΝΤ. φινάλε (1) 2. εκκίνηση, αναχώρηση: Κατά το ~ της μηχανής ... ~ και τερματισμός στην πλατεία. | |
| 34926 | ξεκινώ | [ξεκινῶ] ξε-κι-νώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {-ά κ. -άει ... | ξεκίν-ησα, -ήσω, -ώντας} & ξεκινάω 1. αρχίζω: ~ά ο αγώνας/η απεργία/η προπώληση εισιτηρίων/η συνεδρίαση. ~ησαν οι εκπτώσεις/οι προπονήσεις/οι συνομιλίες. Η ξενάγησή μας ~ά από την πλατεία του χωριού. Ποιος ~ησε τον καβγά; Το φεστιβάλ ~ησε χτες και θα διαρκέσει τρεις μέρες. Δεν έχει ~ήσει δουλειά ακόμα. Θα ~ήσω μαθήματα πιάνου. Με ταχύτατους ρυθμούς θα ~ήσει η υλοποίηση του έργου (πβ. βάζω μπροστά/μπρος). Πρέπει να ~ήσει από την αρχή/το μηδέν (: χωρίς υποστήριξη, υπόβαθρο). Δεν ξέρω από πού να ~ήσω. Ξεκίνα από τα βασικά. ΣΥΝ. κάνω την αρχή (1) ΑΝΤ. σταματώ (1), τελειώνω (1) 2. αρχίζω να κινούμαι, αναχωρώ: ~άμε; (= πάμε;) Το λεωφορείο ~ά (= φεύγει) σε πέντε λεπτά. Ξεκίνα εσύ κι ερχόμαστε. Έφτασε στο λιμάνι την ώρα που ~ούσε το πλοίο. [< μεσν. ξεκινώ < αρχ. ἐκκινῶ ’κάνω κάτι να μετακινηθεί, υποκινώ’] | |
| 34927 | ξεκλέβω | ξε-κλέ-βω ρ. (μτβ.) {ξέκλε-ψα, ξεκλέ-ψω, ξεκλέβ-οντας} (προφ.): (κυρ. για χρόνο) εξοικονομώ· παίρνω κάτι χωρίς να γίνει αντιληπτό, χωρίς να μου έχει παραχωρηθεί: ~ψα λίγη ώρα και ... ~ψε (= βρήκε) λίγα λεπτά από το βαρύ πρόγραμμά του για να ...|| Μάταια προσπάθησε να ~ψει κάποια κουβέντα τους/μία ματιά της. [< αρχ. ἐκκλέπτω ‘αρπάζω, κλέβω’] | |
| 34928 | ξεκλείδωμα | ξε-κλεί-δω-μα ουσ. (ουδ.) 1. άνοιγμα με κλειδί ή άλλο μέσο: ~ της πόρτας (του αυτοκινήτου/του σπιτιού· ΑΝΤ. κλείδωμα).|| ~ με τηλεχειριστήριο. Πβ. απασφάλιση. 2. (μτφ.) απενεργοποίηση της ρύθμισης που εμποδίζει τη χρήση ή την πρόσβαση, αποκωδικοποίηση: ~ (ασύρματου) δικτύου/κινητού/πληκτρολογίου/συσκευής/υπολογιστή (με κωδικό). Πρόγραμμα για ~ αρχείων.[< 2: αγγλ. unlocking] | |
| 34929 | ξεκλειδώνω | ξε-κλει-δώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξεκλείδω-σα, ξεκλειδώ-θηκε, -μένος, ξεκλειδών-οντας} 1. ανοίγω κάτι κλειδωμένο: ~σε την πόρτα/το συρτάρι.|| Το ντουλάπι δεν ~ει. Πβ. απασφαλίζω. 2. (μτφ.) αποκτώ ή δίνω πρόσβαση σε κάτι, αποκωδικοποιώ, ερμηνεύω: Χρειάζεται κωδικό για να ~σει το πρόγραμμα.|| Επιστήμονες ~σαν τα μυστικά του DNA/του μηχανισμού των Αντικυθήρων. [< μεσν. ξεκλειδώνω, αγγλ. unlock] | |
| 34930 | ξεκλείδωτος | , η, ο ξε-κλεί-δω-τος επίθ. 1. που δεν έχει κλειδωθεί: Άφησε την εξώπορτα ~η κι έφυγε. ΣΥΝ. ανοιχτός (1) 2. ΤΕΧΝΟΛ. (μτφ.) που επιτρέπει τη χρήση ή την πρόσβαση: ~ος: επεξεργαστής. ~η: έκδοση (λειτουργικού, προγράμματος). ~ο: κινητό/ρούτερ.[< πβ. αγγλ. unlocked] | |
| 34931 | ξεκληρίζω | ξε-κλη-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {ξεκλήρι-σε, ξεκληρί-στηκε, -σμένος, ξεκληρίζ-οντας}: (συνήθ. για σύνολο ανθρώπων ή για ολόκληρη γενιά) αφανίζω, εξοντώνω: Οικογένεια ~στηκε σε τροχαίο. Ο λοιμός/σεισμός ~σε (= αποδεκάτισε) την πόλη. Πβ. εξολοθρεύω. [< μεσν. ξεκληρίζω] | |
| 34932 | ξεκλήρισμα | ξε-κλή-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεκληρίζω: μαζικό ~. ~ ολόκληρων οικογενειών/φυλών (πβ. αποδεκατισμός). ~ (= γενοκτονία) λαών.|| (μτφ.) Οικονομικό ~ των νοικοκυριών. Πβ. αφανισμός, εξολόθρευση, εξόντωση. | |
| 34933 | ξεκόβω | ξε-κό-βω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξέκο-ψα, ξεκό-πηκε, -μμένος, ξεκόβ-οντας} 1. σταματώ να έχω επαφή με κάποιον, κόβω μια συνήθεια, απομακρύνομαι: ~ για πάντα/οριστικά/σταδιακά. ~ από τα ναρκωτικά/το ποτό/τον τζόγο (πβ. ξεκολλώ). ~ψε (= αποξενώθηκε) από την οικογένειά του/το παρελθόν του/φίλους και γνωστούς. ~μμένος από την πραγματικότητα. Ζει ~μμένος απ' όλους (πβ. αποκομμένος, απομονωμένος).|| Οι γονείς του τον ~ψαν από τις κακές παρέες.|| Αρνί που ~ψε από το κοπάδι. ΣΥΝ. αποτραβιέμαι, ξεμακραίνω (2) 2. (μτφ.-επιτατ.) αποκλείω κατηγορηματικά, αρνούμαι: Μου ζήτησε να μιλήσουμε/να τον συγχωρήσω, αλλά του το ~ψα. [< μεσν. ξεκόβω < αρχ. ἐκκόπτω ‘ αποκόπτω’] | |
| 34934 | ξεκοιλιάζω | ξε-κοι-λιά-ζω ρ. (μτβ.) {ξεκοίλια-σα, ξεκοιλιά-στηκε, -σμένος} 1. ανοίγω την κοιλιά και συνήθ. βγάζω τα εντόσθια: (για ζώο) Πβ. ξεντερίζω.|| ~σμένο: πτώμα. 2. (μτφ.-προφ.) αδειάζω κάτι από το εσωτερικό του: Η σακούλα ~στηκε (: σκίστηκε) και έπεσαν τα πράγματα. ~σμένη: πολυθρόνα. ~σμένο: στρώμα. ● Παθ.: ξεκοιλιάζομαι (μτφ.-προφ.): τρώω πάρα πολύ: ~στηκε στο φαΐ (= έσκασε). [< μεσν. ξεκοιλιάζω < αρχ. αρχ. ἐκκοιλίζω] | |
| 34935 | ξεκοίλιασμα | ξε-κοί-λια-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεκοιλιάζω. | |
| 34936 | ξεκοκαλίζω | ξε-κο-κα-λί-ζω ρ. (μτβ.) {ξεκοκάλι-σα, ξεκοκαλί-σω, -σμένος, ξεκοκαλίζ-οντας} (προφ.) 1. αφαιρώ τα κόκαλα από κρέας ή ψάρι: ~σμένη: πανσέτα/φέτα μπακαλιάρου. ~σμένο: αρνί. 2. τρώω λαίμαργα και αφήνω μόνο τα κόκαλα, καταβροχθίζω: ~σε την μπριζόλα με τα χέρια. 3. (μτφ.) διαβάζω με κάθε λεπτομέρεια, χωρίς να παραλείψω τίποτα: ~ το περιοδικό/σάιτ. ~σα το βιβλίο μέσα σε λίγες μέρες. 4. (μτφ.) σπαταλώ απερίσκεπτα: ~σε τα λεφτά της κληρονομιάς/την περιουσία του. Πβ. καταξοδεύω, ροκανίζω. ΣΥΝ. κατασπαταλώ [< μεσν. ξεκοκαλίζω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ