| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 34937 | ξεκοκάλισμα | ξε-κο-κά-λι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεκοκαλίζω. Πβ. κατα-βρόχθιση, -σπατάληση. | |
| 34938 | ξεκόλλημα | ξε-κόλ-λη-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεκολλώ: ~ του φερμουάρ. ~ (: απεγκλωβισμός, ρυμούλκηση) αυτοκινήτου από την άμμο.|| (μτφ.) ~ από τη νοοτροπία του ...|| (ειδικότ. στην ποδηλασία ή σε αγώνες δρόμου) Παιχνίδι με αρκετά δυνατό ρυθμό που δεν άφησε περιθώρια για ~ (: κράτημα αποστάσεων). Πβ. αποδέσμευση, αποκόλληση, ξεμπλοκάρισμα. [< μεσν ξεκόλλημα] | |
| 34939 | ξεκολλώ | [ξεκολλῶ] ξε-κολ-λώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {-ά κ. -άει ... | ξεκόλλ-ησα, -ήσω, -ημένος, -ώντας} & ξεκολλάω 1. αποκολλώ, αποσπώ: ~ το γραμματόσημο (από τον φάκελο)/την ετικέτα (από το ρούχο). Ο βράχος/το παγόβουνο/το πλακάκι/ο σοβάς/η σόλα/το τακούνι ~ησε. Η αφίσα ~ησε από τον τοίχο. Νιώθω σαν να μου ~ησε (= εξαρθρώθηκε) το γόνατο. Κομμάτι λαμαρίνας ~ησε (: αποκόπηκε) από τον δυνατό αέρα.|| (μτφ.-για ομάδα, αθλητή) ~ από την πέμπτη θέση/την ουρά της βαθμολογίας. 2. (μτφ.-συνήθ. με άρνηση) αποδεσμεύω· απεξαρτώμαι: Δεν ~ησε (= πήρε) τα μάτια του από πάνω της. Δεν ~άει από τον καναπέ/την τηλεόραση. Πβ. απεγκλωβίζομαι. 3. ξεμπλοκάρω: Κλείσε το πρόγραμμα, για να ~ήσει ο υπολογιστής. ● ΦΡ.: ξεκόλλα! (αργκό): προτροπή για να σταματήσει κάποιος να έχει εμμονή με κάτι ή κάποιον: ~ επιτέλους από τον υπολογιστή.|| ~ το μυαλό σου και μην τον σκέφτεσαι! [< μεσν. ξεκολλώ] | |
| 34940 | ξεκούδουνος | , η, ο ξε-κού-δου-νος επίθ. (αργκό): άσχετος, ασυνάρτητος: ~η: άποψη/ερώτηση. Του ήρθε κάτι ~ο στο μυαλό. Πβ. αλλού κι αλλού/αλλού γι' αλλού.|| (ως ουσ.) Μαζεύτηκαν διάφοροι ~οι στο πάρτι. Πβ. ξεκάρφωτος. ● επίρρ.: ξεκούδουνα ● ΦΡ.: στο ξεκούδουνο & στα ξεκούδουνα: για κάτι που γίνεται ή λέγεται ξαφνικά χωρίς καμία σχέση με τα προηγούμενα: Έτσι στα ~α συνέβη αυτό; Πβ. στα καλά καθούμενα, στο άσχετο, στο ξέμπαρκο. | |
| 34941 | ξεκουκούλωμα | ξε-κου-κού-λω-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεκουκουλώνω: (συνήθ. μτφ.) ~ της υπόθεσης. Πβ. ξεμασκάρεμα, ξεμπρόστιασμα, ξεσκέπασμα. ΑΝΤ. κουκούλωμα (1) | |
| 34942 | ξεκουκουλώνω | ξε-κου-κου-λώ-νω ρ. (μτβ.) {ξεκουκούλω-σα, ξεκουκουλώ-σω, -θηκε, -θεί} ΑΝΤ. κουκουλώνω 1. (μτφ.-προφ.) αποκαλύπτω την αλήθεια: ~σαν τη σήψη και τη διαφθορά του συστήματος. Πβ. ξεμασκαρεύω, ξεμπροστιάζω, φανερώνω. ΣΥΝ. ξεσκεπάζω (2) ΑΝΤ. συγκαλύπτω 2. αφαιρώ το κάλυμμα, συνήθ. κουκούλα, από κάτι: ~σε το κάμπριο/τη μοτοσικλέτα. | |
| 34943 | ξεκουκούλωτος | , η, ο ξε-κου-κού-λω-τος επίθ. (προφ.): που δεν φορά κουκούλα ή δεν είναι κουκουλωμένος: ~ο: αυτοκίνητο. Πβ. ακάλυπτος.|| (ως ουσ.) ~οι και κουκουλοφόροι. | |
| 34944 | ξεκουκουτσιάζω | ξε-κου-κου-τσιά-ζω ρ. (μτβ.) {συνήθ. στη μτχ. -σμένος} (προφ.): αφαιρώ το κουκούτσι ή τα κουκούτσια ενός καρπού: ~ουμε τα κεράσια. ~σμένες: ελιές. Πβ. ξεσποριάζω. | |
| 34945 | ξεκουμπίδια | ξε-κου-μπί-δια ουσ. (ουδ.) (τα) (υβριστ.): για να διώξουμε, να ξεφορτωθούμε κάποιον: Άντε στα/καλά ~! Πβ. αραίωνε!, γκρεμίσου!, δρόμο!, εξαφανίσου, σπάσε!, στα τσακίδια. | |
| 34946 | ξεκουμπίζομαι | ξε-κου-μπί-ζο-μαι ρ. {ξεκουμπί-στηκε} (προφ.): φεύγω από κάπου όπου είμαι ανεπιθύμητος: Έχει στρογγυλοκαθίσει και δεν λέει να ~στεί. (απειλητ.) Ξεκουμπίσου (= εξαφανίσου, χάσου) από μπροστά μου! ΣΥΝ. αδειάζω τη γωνιά/τον τόπο [< μεσν. ξεκουμπίζομαι] | |
| 34947 | ξεκούμπωμα | ξε-κού-μπω-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του ξεκουμπώνω: λύσιμο ζώνης και ~ πουκαμίσου.|| Εργαλείο για το ~ (= άνοιγμα) των σφαιρικών συνδέσμων μιας μηχανής. ΑΝΤ. κούμπωμα (1) | |
| 34948 | ξεκουμπώνω | ξε-κου-μπώ-νω ρ. (μτβ.) {ξεκούμπω-σα, ξεκουμπώ-θηκε, -μένος, ξεκουμπών-οντας}: βγάζω κουμπί από την κουμπότρυπα ή γενικότ. ανοίγω κάτι, το αποσπώ από αυτό με το οποίο είναι συνδεδεμένο: ~ τη ζακέτα/την μπλούζα/το παντελόνι. Ζεστάθηκε και ~σε το παλτό της. ~σε τον γιακά του που τον έπνιγε. ~θηκε το πουκάμισο/το φόρεμά της.|| (κατ' επέκτ.) Ήταν ~μένο (= ανοιχτό) το φερμουάρ του παντελονιού.|| Το καπάκι της μηχανής ~θηκε (: αποσυνδέθηκε από τη θέση του). ΣΥΝ. ξεθηλυκώνω ΑΝΤ. κουμπώνω (1) | |
| 34949 | ξεκούμπωτος | , η, ο ξε-κού-μπω-τος επίθ.: που δεν είναι κουμπωμένος ή έχει ξεκουμπωθεί: ~ο: σακάκι. | |
| 34950 | ξεκουνώ | [ξεκουνῶ] ξε-κου-νώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {-ά κ. -άει ... | ξεκούν-ησα, -ιέμαι, -ήθηκα, προστ. ξεκούνα, προστ. αορ. ξεκουν-ήσου} & ξεκουνάω (προφ.): ξεσηκώνω, παρακινώ: Πέταξε μια ιδέα να πάμε εκδρομή, για να μας ~ήσει. Άντε ξεκούνα (: κουνήσου) κι έλα! Δεν ~ιέται (= σηκώνεται) από τον καναπέ του.|| (μτφ.) Κανείς δεν μπορεί να τον ~ήσει (= βγάλει) από τη θέση του. [< μεσν. ξεκουνώ] | |
| 34951 | ξεκουράζω | ξε-κου-ρά-ζω ρ. (μτβ.) {ξεκούρα-σα, ξεκουρά-σω, -στηκα, -στώ, -σμένος, ξεκουράζ-οντας} 1. βοηθώ κάποιον να ηρεμήσει, να χαλαρώσει, να αναπαυτεί: Αρμονικά χρώματα που ~ουν το μάτι. Ξάπλωσε να ~σει το κορμί/τα πόδια της.|| Δεν ~στηκε (= ξαπόστασε, ξανάσανε) καθόλου το καλοκαίρι. Θέλω να κοιμηθώ, για να ~στώ από το ταξίδι. Πβ. ανακουφίζω, ριλαξάρω.|| Προσπαθώ να ~σω το μυαλό μου από τις σκέψεις. ΑΝΤ. ξεθεώνω, ξεπατώνω (1) 2. αναλαμβάνω καθήκοντα ή/και βάρη κάποιου, για να τον απαλλάξω από αυτά: (για αλλαγή παικτών σε ομάδα:) Βγήκε ο ... για να ~σει τον ... Πάω στη δουλειά του πατέρα μου, για να τον ~σω. Πβ. ξαλαφρώνω. [< μεσν. ξεκουράζω] | |
| 34952 | ξεκούραση | ξε-κού-ρα-ση ουσ. (θηλ.): απαλλαγή από την κούραση, ανάπαυση· συνεκδ. οτιδήποτε ξεκουράζει: μεσημεριανή/σύντομη ~. ~ των ματιών. Μάσκα για ~ του δέρματος. Στιγμές ~ης (: χαλάρωσης). ~ και ανάκτηση (των χαμένων) δυνάμεων. Χρειάζεται ησυχία και ~. Έχω ανάγκη από ~ και διακοπές. (ως ευχή) Καλή ~! Πβ. αναπαμός, ανασασμός. Βλ. ανάπαυλα.|| Ο ύπνος/ο χορός είναι ~. [< μεσν. ξεκούραση] | |
| 34953 | ξεκουραστικός | , ή, ό ξε-κου-ρα-στι-κός επίθ. (προφ.): που προσφέρει ξεκούραση: ~ός: ύπνος. ~ές: διακοπές. Πβ. αναπαυτ-, χαλαρωτ-ικός. | |
| 34954 | ξεκούραστος | , η, ο ξε-κού-ρα-στος επίθ. 1. που έχει ξεκουραστεί: ~η: όψη. ~ο: βλέμμα. Φρέσκος και ~. Επέστρεψε από τις διακοπές ~ και ανανεωμένος. Οι παίκτες μας είναι πιο ~οι από τους αντιπάλους. Πβ. ακάματος. ΑΝΤ. κουρασμένος 2. που δεν κουράζει: ~η: διαμονή/εργασία/νίκη/οδήγηση (= άνετη). ~ο: κάθισμα (= αναπαυτικό)/καλοκαίρι/παιχνίδι/περπάτημα (= χαλαρό)/ταξίδι. ΣΥΝ. άκοπος2 ΑΝΤ. κουραστικός (1) ● επίρρ.: ξεκούραστα | |
| 34955 | ξεκουρδίζω | ξε-κουρ-δί-ζω ρ. (μτβ.) {ξεκούρδι-σε, ξεκουρδί-στηκε, -σμένος, ξεκουρδίζ-οντας} & (προφ.) ξεκουρντίζω 1. χαλαρώνω συνήθ. τις χορδές μουσικού οργάνου, τον μηχανισμό ρολογιού, παιχνιδιού ή άλλης συσκευής: ~στηκε η κιθάρα. ~σμένο: πιάνο. Πβ. λασκάρω, ξεσφίγγω. ΑΝΤ. κουρδίζω. 2. (μτφ.) αποσυντονίζομαι, συνήθ. λόγω υπερβολικής σωματικής ή συναισθηματικής έντασης: Την ~σε το άγχος της πρεμιέρας. Πάει/τρέχει σαν ~σμένος.|| Οι υψηλές θερμοκρασίες ~σαν το ρολόι της φύσης (: διατάραξαν τους ρυθμούς της). Πβ. απορρυθμίζω. | |
| 34956 | ξεκούρδισμα | ξε-κούρ-δι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια του ξεκουρδίζω: ~ του (μουσικού) οργάνου/ρολογιού. ΑΝΤ. κούρδισμα.|| (μτφ.) ~ του μυαλού. Πβ. απορρύθμιση, αποσυντονισμός. Βλ. -ισμα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ