Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [35620-35640]

IDΛήμμαΕρμηνεία
34957ξεκούρδιστος, η, ο ξε-κούρ-δι-στος επίθ. & (προφ.) ξεκούρντιστος 1. που δεν είναι κουρδισμένος και κατ' επέκτ. παράφωνος: ~η: κιθάρα. ~ο: βιολί/ρολόι. ~ες: χορδές.|| ~η: μελωδία/ορχήστρα/φωνή (πβ. φάλτσος). ~οι: ήχοι. 2. (μτφ.) ασυντόνιστος: Το κόμμα παρουσιάζει εικόνα ~ης μηχανής. ● επίρρ.: ξεκούρδιστα
34958ξεκούτης, α, ικο ξε-κού-της επίθ./ουσ. (προφ.-μειωτ.): που έχει ξεκουτιάνει, κυρ. λόγω γήρατος. Πβ. γερο~, γερο-μπαμπαλής, -μπισμπίκης, -ξούρας, ραμολί. ΣΥΝ. ξεκουτιάρης, ξεμωραμένος
34959ξεκουτιαίνωξε-κου-τιαί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξεκούτια-να, -σμένος} (προφ.): χάνω τα λογικά μου, ξεμωραίνομαι: Γέρασε και ~νε (= τα έχασε). Πβ. ραμολίρω.|| Τα γηρατειά τον ~ναν (= αποβλάκωσαν).
34960ξεκουτιάρης, α, ικο ξε-κου-τιά-ρης επίθ./ουσ. (προφ.-μειωτ.): ξεκούτης. Βλ. -ιάρης.
34961ξεκουφαίνωξε-κου-φαί-νω ρ. (μτβ.) {ξεκούφα-να, ξεκουφά-θηκα, ξεκουφαίν-οντας} (προφ.): προξενώ έντονη ενόχληση στα αυτιά κάποιου λόγω δυνατού θορύβου: Με ~νε η καμπάνα/η φωνή του. ~θηκα από την ένταση των ηχείων. Πβ. κουφαίνω. [< μεσν. ξεκουφαίνω, ξεκουφώνω]
34962ξεκρέμασμαξε-κρέ-μα-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): κατέβασμα κρεμασμένου αντικειμένου: ~ του πίνακα από τον τοίχο. ΑΝΤ. κρέμασμα (1)
34964ξεκρεμώ[ξεκρεμῶ] ξε-κρε-μώ ρ. (μτβ.) {-ά κ. -άει ... | ξεκρέμ-ασα, -άσω, -ιέται, -άστηκε, -αστεί, -ώντας} & ξεκρεμάω: κατεβάζω κάτι κρεμασμένο: ~ την αφίσα/το κάδρο (από τον τοίχο)/τις κουρτίνες. ΑΝΤ. κρεμώ (1) [< μεσν. ξεκρεμώ]
34965ξεκρίνωξε-κρί-νω ρ. (μτβ.) {ξέκρι-να} (λογοτ.): διακρίνω κάτι με δυσκολία και από απόσταση: Μέσα στο σκοτάδι ~να στο βάθος ένα κάστρο.
34966ξεκωλιάζωξε-κω-λιά-ζω ρ. (μτβ.) {ξεκώλια-σε, ξεκωλιά-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος} & ξεκωλώνω {ξεκώλω-σε, -σει, -θηκε} (λ. ταμπού) 1. (μτφ.) κακομεταχειρίζομαι κάποιον ή κάτι, ταλαιπωρώ, εξουθενώνω· ειδικότ. νικώ κατά κράτος: Ο διαιτητής μάς ~σε. (απειλητ.) Θα σε ~σω! Τους έχει ~σει στη δουλειά. Πβ. εξαντλώ, καταπονώ, μου άλλαξε τα φώτα, ξεθεώνω, ξεζουμίζω, ξεπατώνω.|| Η ομάδα ~σε τους πάντες (= κατανίκησε, συνέτριψε). Πβ. ξεσκίζω. 2. κάνω βίαιο πρωκτικό σεξ. ● Παθ.: ξεκωλιάζομαι & ξεκωλώνομαι (αργκό) 1. (+σε/+να) επιδίδομαι συστηματικά σε κάτι: ~στηκα στις ρακές/στο φαΐ (= ξεκοιλιάστηκα). ~εται στα τρίποντα. ~στηκε στα γέλια/στα τηλέφωνα. 2. έχω μεγάλη τύχη: ~στηκε ο τερματοφύλακας στον σημερινό αγώνα. ● Μτχ.: ξεκωλιασμένος , η, ο (υβριστ.): άτιμος, ξεφτιλισμένος. Πβ. ξεκωλιάρης. ● ΦΡ.: είπαν του τρελού να χέσει κι εκείνος ξεκωλώθηκε βλ. χέζω [< μεσν. ξεκωλώνω ‘ζω ακόλαστα’]
34967ξεκωλιάρης, α, ικο ξε-κω-λιά-ρης επίθ./ουσ. (υβριστ.): άτιμος, ανήθικος. Βλ. -ιάρης.
34968ξέκωλος, η, ο ξέ-κω-λος επίθ./ουσ. (προφ.-μειωτ.): αποκαλυπτικός και κατ' επέκτ. προκλητικός, χυδαίος ως προς το ντύσιμο ή τη συμπεριφορά: (για ρούχα) ~η: εμφάνιση/φούστα (= πάρα πολύ κοντή). ~ο: φόρεμα.|| (ως ουσ., για πρόσ.) Του την έπεσε μια ~η. ● Ουσ.: ξέκωλο & ξεκώλι (το) (υβριστ.) 1. πρόστυχη γυναίκα. 2. πολύ αποκαλυπτικό, προκλητικό ρούχο.
34969ξελάκκωμαξε-λάκ-κω-μα ουσ. (ουδ.) & ξελάκωμα: σκάψιμο για τη δημιουργία κοιλότητας γύρω από τη ρίζα ενός φυτού.
34970ξελαμπικάρισμαξε-λα-μπι-κά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): ξεθόλωμα: ~ του νου. Βλ. -ισμα.
34971ξελαμπικάρωξε-λα-μπι-κά-ρω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ξελαμπίκαρ-α κ. ξελαμπικάρ-ισα, -ισμένος} (προφ.): καθαρίζω, ξεθολώνω: Πήγε μια βόλτα να ~ει (= λαμπικάρει) το μυαλό του από το πολύ διάβασμα. Πβ. ξεζαλίζω.
34972ξελαρυγγιάζομαιξε-λα-ρυγ-γιά-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {ξελαρυγγιά-στηκε, -στεί} & ξελαρυγγίζομαι (προφ.): φωνάζω πολύ δυνατά, καταπονώντας το λαρύγγι μου: ~εται κατά τη διάρκεια του αγώνα. ~ονται νομίζοντας ότι τραγουδούν. Πβ. γκαρίζω, ουρλιάζω.|| Έχω ~στεί τόσα χρόνια να σου λέω ... ΣΥΝ. βγάζω το λαρύγγι μου/μου βγαίνει το λαρύγγι
34973ξελαρύγγιασμαξε-λα-ρύγ-για-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): πολύ δυνατή φωνή που προκαλεί πόνο στο λαιμό. Πβ. γκάρισμα, κραυγή, ουρλιαχτό.
34974ξελασκάρισμαξε-λα-σκά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): ξεσφίξιμο, λασκάρισμα: ~ των βιδών/λουριών.|| (μτφ.) Κάνουμε ένα μικρό διάλειμμα για ~ (= χαλάρωση). Βλ. -ισμα.
34975ξελασκάρωξε-λα-σκά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξελάσκαρ-α κ. ξελασκάρ-ισα} (προφ.) 1. λασκάρω, ξεσφίγγω: ~ε λιγάκι η βαλβίδα από τη χύτρα. ~ε το λουρί του σκύλου, θα τον πνίξεις! 2. (μτφ.) χαλαρώνω από την ένταση, βρίσκω ελεύθερο χρόνο: Άντε να δούμε πότε θα ~ (= θα αδειάσω) να πάμε για καφέ. Πότε θα ~εις από τη δουλειά; Πβ. ευκαιρώ.
34976ξελάσπωμαξε-λά-σπω-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξελασπώνω.
34977ξελασπώνωξε-λα-σπώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξελάσπω-σα, ξελασπώ-σω, ξελασπών-οντας} 1. (μτφ.-προφ.) βοηθώ κάποιον να βγει από αδιέξοδο ή δύσκολη, συνήθ. οικονομική, κατάσταση: Με ~σε μια φορά, όταν είχα ξεμείνει από λεφτά.|| Δεν μπορεί να ~σει από τα χρέη του. 2. καθαρίζω από τις λάσπες: ~σε τα παπούτσια σου, πριν μπεις στο σπίτι. ΑΝΤ. λασπώνω (1)

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.