Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [35640-35660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
34978ξελάφρωμαβλ. ξαλάφρωμα
34979ξελαφρώνωβλ. ξαλαφρώνω
34980ξελέπιασμαξε-λέ-πια-σμα ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) ξελέπισμα (προφ.): αφαίρεση των λεπιών από ψάρι: ~, καθάρισμα και αλάτισμα ψαριών.|| (ειδικότ., ξεφλούδισμα) ~ του δέρματος λόγω ξηρότητας. Πβ. απολέπιση.
34981ξελέωξε-λέ-ω ρ. (αμτβ.) {ξείπα}: αναιρώ αυτά που είπα. ΣΥΝ. ανακαλώ (2), παίρνω πίσω (2) ● ΦΡ.: είπα ξείπα βλ. λέω
34982ξελίγωμαξε-λί-γω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): λιγούρα· κατ' επέκτ. καταπόνηση, εξάντληση. ~ από την πείνα (πβ. λόρδα). (μτφ.) Ερωτικό ~ (= πόθος).|| ~ (= άδειασμα) της μπαταρίας.
34983ξελιγώνωξε-λι-γώ-νω ρ. (μτβ.) {ξελίγω-σα, ξελιγώ-θηκα, -μένος, ξελιγών-οντας} (προφ.) 1. (μτφ.) προκαλώ έντονη, συνήθ. ερωτική, επιθυμία, ζαλίζω: Έχει ~σει όλους τους άντρες με τα τσαλίμια της. Την κοιτούσε ~μένος. ~μένο: βλέμμα. 2. (μτφ.) κουράζω υπερβολικά· εξαντλώ: Με ~σε στην πολυλογία. || ~θηκε η μπαταρία (= άδειασε, αποφορτίστηκε). ΣΥΝ. εξουθενώνω (1), ξεθεώνω, ξεπατώνω (1) ● Παθ.: ξελιγώνομαι: νιώθω λιγούρα, λιγώνομαι: ~θήκαμε από την/στην πείνα. ● ΦΡ.: ξελιγώνομαι στα/από τα γέλια: γελάω πάρα πολύ, ξεκαρδίζομαι: Είχαμε ~θεί ~ με τα αστεία του. ΣΥΝ. λύνομαι/χτυπιέμαι στο γέλιο/στα γέλια [< μεσν. ξελιγώνω]
34984ξελογιάζωξε-λο-γιά-ζω ρ. (μτβ.) {ξελόγια-σα, ξελογιά-στηκα, -σμένος, ξελογιάζ-οντας} (προφ.): αποπλανώ, ξεμυαλίζω, γοητεύω: Μοιραία γυναίκα που ~ει τους άνδρες. Μπορεί να ~στεί (: χάσει το μυαλό του) από τις υποσχέσεις της.|| Μας ~σε το νησί με τις φυσικές του ομορφιές. Πβ. πλανεύω, τρελαίνω. [< μεσν. ξελογιάζω]
34985ξελόγιασμαξε-λό-για-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): αποπλάνηση, ξεμυάλισμα, γοητεία: ερωτικό ~.|| ~ του νου. Πβ. πλάνεμα. Βλ. εξαπάτηση.
34986ξελογιάστραξε-λο-γιά-στρα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) ξελογιαστής (ο) (λογοτ.): αυτή που ξεμυαλίζει κάποιον. Πβ. γητεύτρα, ξεμυαλίστρα, πλανεύτρα.
34987ξεμάγεμαξε-μά-γε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.-λογοτ.): απομάγευση.
34988ξεμαθαίνωξε-μα-θαί-νω ρ. (μτβ.) {ξέμα-θα, ξεμά-θει, ξεμαθαίν-οντας} (προφ.): ξεσυνηθίζω: Έχει αποκτήσει κακές συνήθειες και άντε να τις ~θει. Βλ. κακο-, καλο-μαθαίνω. [< μεσν. ξεμαθαίνω]
34989ξεμακραίνωξε-μα-κραί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξεμάκρ-υνε, -ύνει, ξεμακραίν-οντας} 1. απομακρύνομαι σταδιακά: Χωρίς να το καταλάβει, είχε ~ύνει πολύ από την ακτή.|| (μτφ.) Ήταν μια ανάμνηση που όλο και ξεμάκραινε (: έσβηνε, χανόταν). ΣΥΝ. αλαργεύω (1) ΑΝΤ. πλησιάζω (1) 2. (μτφ.) διακόπτω σχέσεις, αποξενώνομαι: ~υνε (= αποκόπηκε) από τους φίλους του.|| ~υνε από τον στόχο του. ΣΥΝ. ξεκόβω (1) [< μεσν. ξεμακραίνω]
34990ξέμακρος, η, ο ξέ-μα-κρος επίθ.: που βρίσκεται μακριά, απομακρυσμένος: ~ος: ήχος. ~ο: νησί/φως.|| (μτφ.) Είναι χαμένος, ~ σε άλλες σκέψεις. ΣΥΝ. αλαργινός, απόμακρος (1), απόμερος, μακρινός (1) ● επίρρ.: ξέμακρα
34991ξεμαλλιάζωξε-μαλ-λιά-ζω ρ. (μτβ.) {ξεμάλλια-σα, ξεμαλλιά-σω, -στηκα, -σμένος} (προφ.) 1. τραβώ δυνατά τα μαλλιά κάποιου, για να τα ξεριζώσω: Όρμηξε να με ~σει.|| (απειλητ.) Αν σε πιάσω στα χέρια μου, θα σε ~σω (: θα σου βγάλω το μαλλί τρίχα τρίχα). Πβ. μαδώ. 2. ανακατεύω τα μαλλιά κάποιου: Με ~σε ο αέρας. Βλ. αναμαλλιασμένος. ● Παθ.: ξεμαλλιάζομαι (μτφ.): τσακώνομαι: Κόντεψαν να ~στούν (: να μαλλιοτραβηχτούν, να πιαστούν μαλλί με μαλλί) για χάρη του. [< πβ. μεσν. ξεμαλλίζω]
34992ξεμαλλιάρης, α, ικο ξε-μαλ-λιά-ρης επίθ./ουσ. (σπάν.-προφ.): που έχει ανακατεμένα, μπερδεμένα μαλλιά· ξεμαλλιασμένος. Πβ. αχτένιστος, ξεχτένιστος. Βλ. -ιάρης.
34993ξεμάλλιασμαξε-μάλ-λια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεμαλλιάζω.
34994ξεμαλλιασμένος, η, ο ξε-μαλ-λια-σμέ-νος επίθ.: αναμαλλιασμένος: ~ από τον αέρα. Πβ. αχτένιστος, ξεχτένιστος. ΣΥΝ. ξεμαλλιάρης
34995ξεμανίκωτος, η, ο ξε-μα-νί-κω-τος επίθ. (προφ.): αμάνικος: ~η: μπλούζα. ~ο: πανωφόρι. Βλ. κοντο-, μακρυ-μάνικος.|| (για πρόσ.) Δύο νεαροί ~οι ...
34996ξεμαρκάρισμαξε-μαρ-κά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. ΑΘΛ. (κυρ. στο ποδόσφαιρο ή το μπάσκετ) απαλλαγή παίκτη από το μαρκάρισμα αντιπάλου: ~ μέσα στην περιοχή. Βλ. προσποίηση. 2. αφαίρεση σήμανσης ή σημαδιού: ~ συμβόλων. Βλ. -ισμα.
34997ξεμαρκάριστος, η, ο επίθ.: ΑΘΛ. αμαρκάριστος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.