| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 34998 | ξεμαρκάρω | ξε-μαρ-κά-ρω ρ. (μτβ.) {ξεμάρκαρ-ε κ. ξεμαρκάρ-ισε, -ίστηκε, -ισμένος, -οντας} (προφ.): (κυρ. σε Η/Υ) αφαιρώ διακριτικό σημάδι, σύμβολο: ~ετε την επιλογή ... για να την απενεργοποιήσετε. ΑΝΤ. μαρκάρω (1) ● Παθ.: ξεμαρκάρομαι: ΑΘΛ. (κυρ. στο ποδόσφαιρο ή το μπάσκετ) απελευθερώνομαι από το μαρκάρισμα αντίπαλου παίκτη: ~ίστηκε και έπιασε το σουτ. | |
| 34999 | ξεμασκάρεμα | ξε-μα-σκά-ρε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.-μτφ.): αποκάλυψη της αλήθειας. Πβ. ξεσκέπασμα. ΣΥΝ. ξεμπρόστιασμα ΑΝΤ. κουκούλωμα (1) | |
| 35000 | ξεμασκαρεύω | ξε-μα-σκα-ρεύ-ω ρ. (μτβ.) {ξεμασκάρε-ψε, ξεμασκαρεύ-τηκε, -οντας} (προφ.-μτφ.): αποκαλύπτω την αλήθεια για κάποιον ή κάτι, φέρνω στο φως: ~τηκε εντελώς. Πβ. βγάζω/βγαίνουν (τα άπλυτα κάποιου) στη φόρα. ΣΥΝ. ξεμπροστιάζω, ξεσκεπάζω (2) ΑΝΤ. κουκουλώνω (2), μασκαρεύω | |
| 35001 | ξεματιάζω | ξε-μα-τιά-ζω ρ. (μτβ.) {ξεμάτια-σα, ξεματιά-σω, -στηκα, -στώ, ξεματιάζ-οντας} (προφ.): απαλλάσσω κάποιον από το μάτιασμα κυρ. με ευχή: ~ με λάδι. Ξέρεις να ~εις; ΑΝΤ. βασκαίνω, ματιάζω | |
| 35002 | ξεμάτιασμα | ξε-μά-τια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεματιάζω. ΑΝΤ. βασκανία, μάτιασμα | |
| 35003 | ξεματιάστρα | ξε-μα-τιά-στρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): γυναίκα που ξεματιάζει. | |
| 35004 | ξεμέθυστος | , η, ο ξε-μέ-θυ-στος επίθ.: που ξεμέθυσε ή που δεν έχει μεθύσει. Πβ. αμέθυστος, ξενέρωτος. ΣΥΝ. νηφάλιος (2) | |
| 35005 | ξεμεθώ | [ξεμεθῶ] ξε-με-θώ ρ. (κυρ. αμτβ.) {-ά κ. -άει ... | ξεμέθ-υσα, -ύσω, -ώντας} & ξεμεθάω: ξαναβρίσκω τη νηφαλιότητά μου, συνέρχομαι από μέθη: ~υσα και μου έφυγε η ζάλη. Του έδωσαν να πιει καφέ να ~ύσει.|| (μτφ.) Ακόμα δεν έχει ~ύσει από το ποτό της επιτυχίας. ΣΥΝ. ξενερώνω (2) ΑΝΤ. μεθώ (1) [< μεσν. ξεμεθώ] | |
| 35006 | ξεμένω | ξε-μέ-νω ρ. (αμτβ.) {ξέμεινα, ξεμείνω, ξεμέν-οντας} (προφ.) & (λαϊκό) ξωμένω 1. μου τελειώνει κάτι: ~ από βενζίνη/μπαταρία/νερό. Ξέμεινε από λεφτά/χρόνο. Πβ. μένω/είμαι ρέστος.|| (μτφ.) ~ (= στερεύω) από ιδέες. Η ομάδα στο τέλος ξέμεινε από δυνάμεις (= εξαντλήθηκε, κουράστηκε). 2. παραμένω κάπου χωρίς να το έχω προγραμματίσει: Λόγω του απαγορευτικού ξεμείναμε στο νησί. Πβ. απομένω. 3. μένω πίσω, ενώ οι άλλοι συνεχίζουν: Ξέμεινα (= αποκόπηκα, απομακρύνθηκα) μόνος μου.|| Τα εμβόλια που δεν χρησιμοποιήθηκαν ξέμειναν στις αποθήκες. [< μεσν. ξεμένω] | |
| 35007 | ξεμεσιάζομαι | ξε-με-σιά-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {ξεμεσιά-στηκα} (προφ.): κουράζομαι υπερβολικά, καταπονώντας τη μέση μου: ~στηκα να κουβαλάω τις βαλίτσες/στη δουλειά. ΣΥΝ. κοψομεσιάζομαι | |
| 35008 | ξεμοναχιάζω | ξε-μο-να-χιά-ζω ρ. (μτβ.) {ξεμονάχια-σα, ξεμοναχιά-στηκε, -σμένος, ξεμοναχιάζ-οντας}: παίρνω παράμερα, απομονώνω κάποιον: Δεν κατάφερε να τον ~σει για να μιλήσουν. [< μεσν. (ε)ξεμοναχιάζω] | |
| 35009 | ξεμονάχιασμα | ξε-μο-νά-χια-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεμοναχιάζω. | |
| 35010 | ξεμοντάρισμα | ξε-μο-ντά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): αποσυναρμολόγηση: εργαλεία για ~ ενός μηχανήματος/μιας συσκευής. Πβ. λύση, λύσιμο.|| (μτφ.) Το ~ της ομάδας (= η διάλυση). Βλ. -ισμα. ΑΝΤ. μοντάρισμα (1) | |
| 35011 | ξεμοντάρω | ξε-μο-ντά-ρω ρ. (μτβ.) {ξεμόνταρ-α κ. ξεμοντάρ-ισα, -ίστηκε, -ιστεί, -ισμένος, ξεμοντάρ-οντας} (προφ.): διαλύω κάτι στα τμήματα από τα οποία αποτελείται, αποσυναρμολογώ: ~ εξάρτημα/κατασκευή/μηχάνημα. ~ισε τα λάστιχα, για να ελέγξει τις ζάντες. Πβ. λύνω.|| Με τόσες λακκούβες το αμάξι θα ~ιστεί (= ξεχαρβαλωθεί) τελείως. ΑΝΤ. μοντάρω (1) | |
| 35012 | ξεμουδιάζω | ξε-μου-διά-ζω ρ. (αμτβ.) {ξεμούδια-σα, ξεμουδιά-σω, ξεμουδιάζ-οντας} 1. παύω να είμαι μουδιασμένος: Περπάτησε λίγο/σηκώθηκε/τέντωσε τα πόδια της να ~σει. Πβ. ξεπιάνομαι.|| Ακόμα δεν έχει ~σει το δόντι από την ένεση. ΑΝΤ. μουδιάζω (1) 2. (μτφ.) επανέρχομαι σε προηγούμενη κατάσταση, ανακτώ την ψυχική μου ηρεμία, συνέρχομαι: Όταν ~σει από το σοκ ... ΑΝΤ. μουδιάζω (2) 3. ΑΘΛ. κάνω ασκήσεις, π.χ. διατάσεις, πριν από αγώνα για τόνωση του νευρομυϊκού συστήματος. | |
| 35013 | ξεμούδιασμα | ξε-μού-δια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεμουδιάζω. ΑΝΤ. μούδιασμα, πιάσιμο (4) | |
| 35014 | ξεμουχλιάζω | ξε-μου-χλιά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ξεμούχλια-σα, ξεμουχλιά-σω} (προφ.) 1. (μτφ.) ανανεώνομαι, αναζωογονούμαι, δραστηριοποιούμαι: Χρειάζεται μια ώθηση, για να ~σει (= ξεσηκωθεί) και να κουνηθεί. ΣΥΝ. ζωντανεύω (1) 2. αφαιρώ, καθαρίζω τη μούχλα. Βλ. ξεβρομίζω. | |
| 35015 | ξεμπαρκάρισμα | ξε-μπαρ-κά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεμπαρκάρω. Βλ. αποβίβαση, -ισμα. ΑΝΤ. μπαρκάρισμα | |
| 35016 | ξεμπαρκάρω | ξε-μπαρ-κά-ρω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ξεμπάρκαρ-α κ. ξεμπαρκάρ-ισα} (προφ.) ΑΝΤ. μπαρκάρω 1. αποβιβάζομαι· κατεβάζω επιβάτες ή εμπορεύματα: Μετά από μήνες ταξίδι ~αν επιτέλους στο λιμάνι. 2. (για ναυτικό) παύω, προσωρινά ή μόνιμα, να εργάζομαι σε πλοίο: Όταν ~ε, αποφάσισε να ασχοληθεί με τη βιολογική γεωργία. [< μεσν. ξεμπαρκάρω] | |
| 35017 | ξέμπαρκος | , η, ο ξέ-μπαρ-κος επίθ. (προφ.) 1. (μτφ.) που δεν έχει παρέα, μόνος: Έμεινε ~ (: χωρίς φίλους). Πβ. μοναχός, ξεκομμένος. 2. (για ναυτικό) που δεν έχει μπαρκάρει με πλοίο, συνήθ. για μεγάλο χρονικό διάστημα. ● ΦΡ.: στο ξέμπαρκο (αργκό): για κάτι που δεν σχετίζεται με τα συμφραζόμενά του, με το περιβάλλον του: Εάν το άκουγα έτσι ~ ~, δεν θα το καταλάβαινα. Πβ. στα καλά καθούμενα, στο άσχετο, στο ξεκάρφωτο, στο ξεκούδουνο. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ