Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [35680-35700]

IDΛήμμαΕρμηνεία
35018ξεμπέρδεμαξε-μπέρ-δε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) ΑΝΤ. μπέρδεμα, μπλέξιμο 1. ξέμπλεγμα: ~ καλωδίων/κόμπων. Το μαλακτικό διευκολύνει το ~ των μαλλιών. 2. (μτφ.) τακτοποίηση, διευθέτηση περίπλοκης κατάστασης: ~ (= ξεκαθάρισμα) της υπόθεσης. Πβ. απεμπλοκή. ΑΝΤ. περιπλοκή (1) ● ΦΡ.: δεν θα έχω καλά ξεμπερδέματα/θα έχω κακά/άσχημα ξεμπερδέματα (προφ.): πρόβλεψη αρνητικής εξέλιξης γεγονότων, φασαρίας, καβγά: Μην του μπαίνετε και πολύ, γιατί δεν θα έχετε καλά ~. (απειλητ.) Σου δίνω μια τελευταία ευκαιρία, αλλιώς θα έχουμε κακά ~., καλά ξεμπερδέματα & καλό ξεμπέρδεμα: (ως ευχή) για έξοδο από δύσκολη κατάσταση: Καλή επιτυχία και ~ ~! Έτσι που έμπλεξες, τι να σου πω; ~ ~!
35019ξεμπερδεύωξε-μπερ-δεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξεμπέρδε-ψε, ξεμπερδε-μένος, ξεμπερδεύ-οντας} (προφ.) 1. ξεμπλέκω, ξεχωρίζω κάτι που έχει μπλεχτεί με κάτι άλλο: ~ την πετονιά/τα σχοινιά.|| ~ τα μαλλιά μου (με τη χτένα). ΑΝΤ. μπερδεύω (1) 2. (κυρ. μτφ.) διευθετώ ή ολοκληρώνω κάτι δυσάρεστο, δύσκολο ή χρονοβόρο: ~ γρήγορα/εύκολα/μια και καλή (με κάτι). ~ με τις δουλειές/το μαγείρεμα/τα μαθήματα (= τελειώνω). ~ τις σκέψεις μου (= ξεδιαλύνω. ΑΝΤ. συγχέω)/την υπόθεση (= ξεκαθαρίζω).|| Άντε ξεμπέρδευε να φύγουμε!|| ~ με κάποιον (: σταματώ να έχω σχέση μαζί του, απεμπλέκ-, αποδεσμεύ-ομαι).|| (αργκό) Θέλουν να ~ουν από αυτόν (: να τον βγάλουν από τη μέση, να τον καθαρίσουν/σκοτώσουν). ● ΦΡ.: ξετυλίγω το κουβάρι/το νήμα βλ. ξετυλίγω [< μεσν. ξεμπερδεύω]
35020ξέμπλεγμαξέ-μπλεγ-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεμπλέκω. Πβ. απεμπλοκή, ξεμπέρδεμα. Βλ. ανακάτεμα. ΑΝΤ. μπλέξιμο (1)
35021ξέμπλεκος, η, ο ξέ-μπλε-κος επίθ.: που έχει ξεμπλεχτεί: ~α: μαλλιά (ΑΝΤ. μπλεγμένα).
35022ξεμπλέκωξε-μπλέ-κω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξέμπλε-ξε, ξεμπλέ-χτηκε, -γμένος, ξεμπλέκ-οντας} 1. ξεχωρίζω κάτι μπλεγμένο ή μπερδεμένο: ~ δίχτυα/καλώδιο/κουβάρι/νήμα. Είναι αδύνατον να ~ξω τα μαλλιά μου με τη χτένα. 2. (μτφ.) διευθετώ περίπλοκη, δυσάρεστη κατάσταση, διαδικασία, υποχρέωση ή απαλλάσσομαι από αυτή: Άμα σου κολλήσουν τη ρετσινιά, δεν ~εις (= καθαρίζεις) εύκολα. Θα έρθω να σας βρω, μόλις ~ξω (= απεμπλακώ, αποδεσμευτώ, τελειώσω). Ανέλαβε να ~ξει (= ξεδιαλύνει, ξεκαθαρίσει) το θέμα. ΣΥΝ. ξεμπερδεύω (2) ΑΝΤ. μπλέκω (4)
35023ξεμπλοκάρισμαξε-μπλο-κά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεμπλοκάρω. Πβ. ξεκόλλημα. Βλ. -ισμα. ΑΝΤ. μπλοκάρισμα
35024ξεμπλοκάρωξε-μπλο-κά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξεμπλόκαρ-ε κ. ξεμπλοκάρ-ισε, -ίστηκε, -ισμένος, ξεμπλοκάρ-οντας} (προφ.) 1. επαναφέρω σε λειτουργία, αποκαθιστώ τη ροή: ~ κλειδαριά (= ανοίγω)/πόρτα. ~ε ο μηχανισμός της ζώνης ασφαλείας. Το λεωφορείο ~ε από την κίνηση. Κάνε επανεκκίνηση του υπολογιστή μήπως ~ει (= ξεκολλήσει). 2. (μτφ.) υπερνικώ τα εμπόδια στην εξέλιξη μιας διαδικασίας· αποδεσμεύω: ~ την υπόθεση. Προχώρησε σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες, για να ~ει το έργο. Πβ. ελευθερώνω. 3. (μτφ.) απαλλάσσω από κατάσταση σύγχυσης ή αμηχανίας: Τον βοήθησε να ~ει από το άγχος του. Πβ. ξεμπουκώνω.
35025ξεμπουκάρωξε-μπου-κά-ρω ρ. (αμτβ.) {ξεμπούκαρ-ε κ. ξεμπουκάρ-ισε} (προφ.-συνήθ. για πρόσ.): εμφανίζομαι ξαφνικά ή με ορμή, μπουκάρω: Πλήθη ~ουν (= βγαίνουν μαζικά) από τον σταθμό του μετρό. Πβ. ξεπροβάλλω, ορμώ, σκάω μύτη. [< μεσν. ξεμπουκάρω]
35026ξεμπούκωμαξε-μπού-κω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. ξεβούλωμα: ~ του αυτοκινήτου (: όταν τρέχει με σταθερή ταχύτητα και σε υψηλές στροφές, για να καθαρίσει ο κινητήρας από κατάλοιπα καύσης).|| ~ της μύτης. ΑΝΤ. μπούκωμα 2. (μτφ.) επαναφορά σε φυσιολογική κατάσταση: Χρειάζεται ~ μετά το σοκ που έπαθε. Πβ. ξέδομα.
35027ξεμπουκώνωξε-μπου-κώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξεμπούκω-σε, ξεμπουκώ-σει, ξεμπουκών-οντας} (προφ.) 1. ξεφράζω, ξεβουλώνω: ~σε το δίκτυο. Πάτησε δυνατά το γκάζι, για να ~σει το μοτέρ (του αυτοκινήτου).|| Σπρέι που ~ει (= απελευθερώνει) το αναπνευστικό σύστημα. 2. (μτφ.) ξεμπλοκάρω: Η ομάδα ~σε και κέρδισε τον αγώνα.
35028ξεμπροστιάζωξε-μπρο-στιά-ζω ρ. (μτβ.) {ξεμπρόστια-σε, ξεμπροστιά-στηκε, -σμένος, ξεμπροστιάζ-οντας} (προφ.): αποκαλύπτω δημόσια τα ελαττώματα, την ανεπάρκεια, την ανεντιμότητα κάποιου: Τον ~σε (= ξεσκέπασε) στη δίκη. Το χθεσινό φιάσκο σάς ~σε (= εξέθεσε). ΣΥΝ. ξεμασκαρεύω ΑΝΤ. αποκρύπτω, συγκαλύπτω
35029ξεμπρόστιασμαξε-μπρό-στια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεμπροστιάζω. Πβ. αποκάλυψη, ξεσκέπασμα. ΣΥΝ. ξεμασκάρεμα ΑΝΤ. απόκρυψη (1), συγκάλυψη
35030ξεμυαλίζωξε-μυα-λί-ζω ρ. (μτβ.) {ξεμυάλι-σα, ξεμυαλί-στηκα, -σμένος, ξεμυαλίζ-οντας}: παρασύρω κάποιον σε παράλογες πράξεις· αποπλανώ, ξελογιάζω: Η ξαφνική δημοσιότητα την ~σε (: της πήρε το μυαλό).|| ~στηκε από την ομορφιά της. Μπάντα που ~ει (= γοητεύει) με τις μελωδίες της. Πβ. δελεάζω, μαγεύω, (ξε)τρελαίνω. [< μεσν. ξεμυαλίζω]
35031ξεμυάλισμαξε-μυά-λι-σμα ουσ. (ουδ.): ξελόγιασμα: ερωτικό ~. Πβ. αποπλάνηση, δελεασμός, πλάνεμα, τρέλα.
35032ξεμυαλισμένος, η, ο ξε-μυα-λι-σμέ-νος επίθ.: επιπόλαιος, ανόητος, αλλοπαρμένος: ερωτευμένος και ~. Πβ. άμυαλος, απερίσκεπτος.|| ~ (= ξετρελαμένος) με το νέο του αμάξι. [< μεσν. ξεμυαλισμένος]
35033ξεμυαλίστραξε-μυα-λί-στρα ουσ. (θηλ.) (λογοτ.): ξελογιάστρα. Πβ. γητεύτρα, μαγεύτρα, πλανεύτρα, -τρα.
35034ξεμυτίζωξε-μυ-τί-ζω ρ. (αμτβ.) {ξεμύτι-σα} & ξεμυτώ & ξεμυτάω {-ά κ. -άει ... } (προφ.): εμφανίζομαι, συνήθ. διστακτικά, σταδιακά, ξεπροβάλλω: ~ δειλά. Ο ήλιος ~σε πίσω από τον λόφο. Πβ. σκάω μύτη.|| Δεν ~σε (= βγήκε) από το σπίτι του.
35035ξεμύτισμαξε-μύ-τι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεμυτίζω: ~ της άνοιξης/του ήλιου.
35036ξεμωραίνομαιξε-μω-ραί-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {ξεμωρά-θηκε, ξεμωρα-μένος} (προφ.): χάνω τα λογικά μου, συμπεριφέρομαι ανόητα και χωρίς σύνεση: Γέρασε και ~θηκε. Πάει, ~θηκε τελείως και παριστάνει την πιτσιρίκα. Πβ. ξεκουτιαίνω, ραμολίρω.|| Τα παιδιά ~θηκαν (= ξετρελάθηκαν) με το καινούργιο κουτάβι.
35037ξεμώραμαξε-μώ-ρα-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): απώλεια της σύνεσης, της λογικής: γεροντικό ~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.