| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 35038 | ξεμωραμένος | , η, ο ξε-μω-ρα-μέ-νος επίθ./ουσ. (προφ.-μειωτ.): που δεν έχει πνευματική διαύγεια, τα έχει χαμένα: ~ος: γέρος (πβ. γερο-μπαμπαλής, -μπισμπίκης, -ξεκούτης, ραμολί).|| Χασκογελά μόνος του σαν ~. ΣΥΝ. ξεκούτης, ξεκουτιάρης | |
| 35039 | ξένα | ξέ-να ουσ. (ουδ.) (τα) (περιληπτ.): μέρος μακριά από τον τόπο κάποιου, ξενιτιά: Βρίσκεται/εργάζεται/έφυγε/λείπει στα ~. Πβ. αλλοδαπή, εξωτερικό, ξένη γη. ● βλ. ξένος [< μεσν. (τά) ξένα] | |
| 35040 | ξενάγηση | ξε-νά-γη-ση ουσ. (θηλ.): καθοδήγηση επισκεπτών, τουριστών συνήθ. σε αξιοθέατα και ενημέρωσή τους για αυτά: θεματική/ιδιωτική/οργανωμένη ~. ~ του μουσείου/στην παλιά πόλη. ~ σε διαφορετικές γλώσσες. Υπηρεσίες/φορητά συστήματα ~ης. Εκδρομή/μεταφορά και ~. Μας έκανε ~ (= περιήγηση) στις νέες εγκαταστάσεις του εργοστασίου.|| Εικονική/ηλεκτρονική/φωτογραφική/ψηφιακή ~.|| (μτφ.) ~ στη γεύση (με τοπικές συνταγές). [< μτγν. ξενάγησις ‘στρατολογία (για μισθοφόρους)’] | |
| 35041 | ξεναγός | ξε-να-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): επαγγελματίας ο οποίος ξεναγεί επισκέπτες, τουρίστες στα αξιοθέατα ενός τόπου: διπλωματούχος/τοπικός ~. ~ εθνικών δρυμών και χώρων αναψυχής. Επισκέψεις με ~ό/συνοδεία ~ού. Σχολή ~ών.|| Ηλεκτρονικός ~. [< μτγν. ξεναγός ‘οδηγός ξένων, αυτός που φιλοξενεί’ < αρχ. ~ ‘διοικητής μισθοφόρων’] | |
| 35042 | ξεναγώ | [ξεναγῶ] ξε-να-γώ ρ. (μτβ.) {-είς ... | ξενάγ-ησα, -ούμαι, -ήθηκα, -ώντας}: συνοδεύω και καθοδηγώ τουρίστες σε ταξίδια, με σκοπό την περιήγηση και την ενημέρωσή τους για την ιστορία, τα μνημεία, τα μουσεία και τα αξιοθέατα ενός τόπου: Ανέλαβε να ~ήσει τους εκδρομείς. Τον ~ησα στην πόλη μου (: του την έδειξα).|| (μτφ.) Ο επισκέπτης του χώρου ~είται μέσω οπτικοακουστικού υλικού. Το βιβλίο ~εί τον αναγνώστη στον χώρο της γεωργίας. Με ~ησε (= εισήγαγε, μύησε) στον κόσμο των φυτών. [< μτγν. ξεναγῶ ‘οδηγώ ξένους’ < αρχ. ~ ‘διοικώ μισθοφόρους στρατιώτες’] | |
| 35043 | ξενέρα | ξε-νέ-ρα ουσ. (θηλ.) (νεαν. αργκό): ξενέρωμα: απόλυτη ~. Χάλια ταινία, φάγαμε την ~ της ζωής μας. | |
| 35044 | ξενέρας | ξε-νέ-ρας ουσ. (αρσ.) (νεαν. αργκό): ξενέρωτος. | |
| 35045 | ξενερίζω | ξε-νε-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξενέρι-σε} (προφ.) 1. χάνω τον προσανατολισμό μου: (για ψάρια) Μαρίδες που ξεφεύγουν και ~ουν.|| (μτφ.) Εάν κατά λάθος ~σει (= απομακρυνθεί) κάποιος τουρίστας ... 2. αναδύομαι, ξεπροβάλλω στην επιφάνεια της θάλασσας: Ο βράχος/η προπέλα ~ει. Ύφαλος που μόλις ~ει στον κόλπο. 3. ανανεώνω το νερό, μέσα στο οποίο μουλιάζω τρόφιμα, για να φύγει η πικράδα ή η αλμύρα τους: ~ τις ελιές/σαρδέλες. 4. ΝΑΥΤ. (στην ιστιοπλοΐα) ξεφουσκώνω: ~ει το πανί (από τον αέρα). [< μεσν. ξενερίζω] | |
| 35046 | ξενέρισμα | ξε-νέ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξενερίζω. | |
| 35047 | ξενερουά | ξε-νε-ρου-ά επίθ. {άκλ.} (νεαν. αργκό): ξενέρωτος: ~ γιορτή/κατάσταση. ~ ντύσιμο. Περνώ εντελώς ~ φάση.|| (για πρόσ.) Τον βρίσκω λίγο ~. | |
| 35048 | ξενέρωμα | ξε-νέ-ρω-μα ουσ. (ουδ.) & ξενερωσιά (η) (προφ.) 1. (μτφ.) απογοήτευση για κάτι που έχει χάσει το ενδιαφέρον του, πλήξη: απίστευτο/απόλυτο/μεγάλο ~. Ο ενθουσιασμός γρήγορα μετατράπηκε σε ~ (ΑΝΤ. πώρωση). Έχει πέσει πολύ ~ (= βαρεμάρα) τελευταία. Πβ. ξενέρα.|| Αυτός ο τύπος είναι σκέτο ~. 2. επαναφορά σε κατάσταση νηφαλιότητας, κυρ. μετά από μέθη. | |
| 35049 | ξενερώνω | ξε-νε-ρώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ξενέρω-σα, ξενερω-μένος, ξενερών-οντας} (νεαν. αργκό) 1. (μτφ.) προσγειώνω ή προσγειώνομαι στην πραγματικότητα, χάνω τον ενθουσιασμό μου: Το τέλος της ταινίας με ~σε (= απογοήτευσε). Με τσαντίζει και με ~ει (= βαριέμαι, με χαλάει) αυτή η κατάσταση. ~σε (= έχασε το κέφι του) στο πάρτι κι έφυγε. (επιτατ.) ~σα τη ζωή μου. Πβ. πλήττω. 2. συνέρχομαι από μέθη: Ακόμα δεν έχει ~σει από τη χθεσινή κραιπάλη. ΣΥΝ. ξεμεθώ [< μεσν. ξενερώνω] | |
| 35050 | ξενέρωτος | , η, ο ξε-νέ-ρω-τος επίθ. (νεαν. αργκό) 1. (μτφ.-μειωτ.) βαρετός, πληκτικός, αδιάφορος: ~ος: τύπος. ~η: πόλη/ταινία. ~ο: κοινό. ~ και αντιερωτικός.|| (ως ουσ.) Είναι η ~η της παρέας. Πβ. κρυόκωλος, κρύος, νερόβραστος. ΣΥΝ. ανιαρός, ξενέρας, ξενερουά 2. ξεμέθυστος, νηφάλιος. | |
| 35051 | ξενηλασία | ξε-νη-λα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΑΡΧ. απαγόρευση εισόδου και παραμονής ξένων σε μια χώρα ή απέλασή τους από αυτή: η ~ στην αρχαία Σπάρτη. Βλ. εξοστρακισμός. [< αρχ. ξενηλασία] | |
| 35052 | ξενίζω | ξε-νί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξένι-σε, ξενί-σει, ξενίζ-οντας, συνήθ. στο γ ‘ πρόσ.}: προκαλώ ή αισθάνομαι έκπληξη, αμηχανία, απορία: Καθετί διαφορετικό ~ει στην αρχή. Ο συλλογισμός μου ίσως (να) σε ~σει. Γεγονός που με ~σε (= εξέπληξε) αφάνταστα. ~ουν οι όροι που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας. ΣΥΝ. παραξενεύω (1) [< μτγν. ξενίζω ‘παρέχω φιλοξενία, φέρνω σε δύσκολη θέση’] | |
| 35053 | ξενικός | , ή, ό ξε-νι-κός επίθ. 1. που προέρχεται από, σχετίζεται με ή παραπέμπει σε ξένη χώρα, τον λαό ή τη γλώσσα της: ~ός: όρος/τίτλος. ~ή: επίδραση/καταγωγή/κατοχή/κυριαρχία/λέξη/προέλευση (ΑΝΤ. εγχώριος, τοπικός)/προφορά. ~ό: όνομα. ~ές: επιρροές. ~ά: πρότυπα. Πβ. αλλότριος.|| (ως ουσ.) Οτιδήποτε ~ό (= ξενόφερτο) ήταν στη μόδα. 2. ΒΟΤ. -ΖΩΟΛ. που εισάγεται τεχνητά σε ένα οικοσύστημα ή γεωγραφική περιοχή μετά από ανθρώπινη παρέμβαση: ~ά: είδη (χλωρίδας και πανίδας). Βλ. χωροκατακτητικός. ΑΝΤ. ιθαγενής (2) [< 1: αρχ. ξενικός 2: αγγλ. alien] | |
| 35054 | ξενικότητα | ξε-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): αλλοτριότητα: πολιτισμική ~. Αίσθημα ~ας. [< αγγλ. foreignness, γαλλ. étrangeté] | |
| 35055 | ξένιος | , α, ο ξέ-νι-ος επίθ. 1. (λόγ.) που σχετίζεται με τη φιλοξενία. 2. ΠΛΗΡΟΦ. που συνδέεται με τον παγκόσμιο ιστό ή με δίκτυο: παροχή/φορείς ~ων υπηρεσιών διαδικτύου. ● ΣΥΜΠΛ.: ξένιος υπολογιστής βλ. υπολογιστής ● ΦΡ.: ξένιος Δίας/Ζευς: προσωνύμιο του Δία, ως προστάτη των ξένων και κατ' επέκτ. το πνεύμα της φιλοξενίας. [< 1: αρχ. ξένιος 2: αγγλ. host] | |
| 35056 | ξενισμός | ξε-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. χρήση ξένης λέξης ή σύνταξης στον λόγο και κατ' επέκτ. οι αντίστοιχοι όροι: νεανική ιδιόλεκτος με συχνή χρήση ~ών και νεολογισμών. Βλ. αγγλ-, αμερικαν-ισμός. 2. μίμηση ξένων τρόπων συμπεριφοράς: θέματα πολιτισμικής ταυτότητας, αλλοτρίωσης και ~ού. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. ξενομανία [< πβ. αρχ. ξενισμός 'φιλοξενία', ιταλ. forestierismo] | |
| 35057 | ξενιστής | ξε-νι-στής ουσ. (αρσ.) 1. ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ. φυτικός ή ζωικός οργανισμός, σε βάρος του οποίου επιβιώνει ένα παράσιτο: δευτερεύων/ενδιάμεσος/ευάλωτος (: οργανισμός που δεν έχει ανοσία σε συγκεκριμένο παθογόνο)/κύριος/οριστικός/πρωτεύων/τελικός (: μέσα στον οποίο γίνεται ο πολλαπλασιασμός του παράσιτου) ~. ~ ιού. ~ές ενός μύκητα. 2. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. δέκτης μοσχεύματος: νόσος του δότη κατά του ~ή. [< πβ. μτγν. ξενιστής 'αυτός που φιλοξενεί', γαλλ. hôte, αγγλ. host] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ