| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 35058 | ξενιτεμένος | , η, ο ξε-νι-τε-μέ-νος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που ζει μακριά από τον τόπο του, εγκατεστημένος σε ξένη χώρα: ~οι: φοιτητές.|| (ως ουσ.) Οι απανταχού ~οι (= απόδημοι). Πβ. μετανάστης. Βλ. ομογενής.|| (μτφ.) ~ες: αρχαιότητες/λέξεις (πβ. αντιδάνειο). [< μεσν. ξενιτεμένος] | |
| 35059 | ξενιτεμός | ξε-νι-τε-μός ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-λογοτ.): μετανάστευση: Πήραν τη μεγάλη απόφαση του ~ού. Πβ. εκπατρισμός. Βλ. ξεσπίτωμα. ΣΥΝ. αποδημία (1), μισεμός ΑΝΤ. επαναπατρισμός, παλιννόστηση (1) | |
| 35060 | ξενιτεύομαι | ξε-νι-τεύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {ξενιτεύ-τηκα, ξενιτε-μένος}: φεύγω από τη χώρα μου, συνήθ. αναζητώντας καλύτερες συνθήκες διαβίωσης· μεταναστεύω: ~τηκε, για να βρει δουλειά. Πβ. εκπατρίζομαι. ΣΥΝ. αποδημώ, μετοικώ, μισεύω ΑΝΤ. επαναπατρίζομαι, παλιννοστώ [< μεσν. ξενιτεύομαι] | |
| 35061 | ξενιτιά | ξε-νι-τιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): ο τόπος όπου ξενιτεύεται κάποιος και κατ' επέκτ. η ζωή του εκεί: Ζει/λείπει/πήγε στην ~. Πήρε τον δρόμο της ~ιάς. Πβ. ξένη γη.|| Ο καημός/ο πόνος/τα τραγούδια της ~ιάς. ΣΥΝ. ξένα [< μεσν. ξενιτειά < μτγν. ξενιτεία ‘παραμονή στο εξωτερικό, μοναχικό ταξίδι’] | |
| 35087 | ξένο(ν) | ξέ-νο(ν) ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. βαρύ και άοσμο ευγενές αέριο (σύμβ. Xe, Ζ 54), το οποίο βρίσκεται σε πολύ χαμηλή περιεκτικότητα στην ατμόσφαιρα και χρησιμοποιείται κυρ. σε λυχνίες για την παραγωγή υπεριώδους φωτός. [< αγγλ. xenon, 1898, γαλλ. xénon, 1903 < αρχ. ξένος] | |
| 35062 | ξενο- & ξενό- | α' συνθετικό με αναφορά σε 1. αλλοεθνείς: ξενό-γλωσσος (πβ. ετερό-, ΑΝΤ. ομό-) πληθυσμός.|| Ξενο-μανία/~φοβία.|| (άλλο τόπο) Ξενο-μερίτης (βλ. ξω-). Ξενό-φερτος. 2. αγνώστους, μη οικείους: ξενο-δοχείο.|| Ξενο-δουλεύω. Ξενο-κοιτώ. 3. ΙΑΤΡ. ξένο σώμα, οργανισμό: ξενο-μόσχευμα. | |
| 35063 | ξενόγλωσσος | , η, ο ξε-νό-γλωσ-σος επίθ.: που σχετίζεται με την ομιλία, τη χρήση ή την εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας: ~ος: όρος/τίτλος/Τύπος. ~η: βιβλιογραφία/έκδοση/επιγραφή/ταινία. ~ο: βιβλιοπωλείο/κείμενο/υλικό. ~α: λεξικά.|| ~η: εκπαίδευση/τάξη. ~ο: σχολείο. ~α τμήματα των ΑΕΙ (: στα οποία διδάσκονται ξένες γλώσσες, η λογοτεχνία και ο πολιτισμός τους). Πβ. αλλόγλωσσος.|| (ως ουσ.) Ελληνικά για ~ους. Βλ. αλλοδαπός, -γλωσσος. ΣΥΝ. ξενόφωνος ΑΝΤ. ομόγλωσσος | |
| 35064 | ξενοδουλεύω | ξε-νο-δου-λεύ-ω ρ. (αμτβ.) {ξενοδούλε-ψε} (λαϊκό): εργάζομαι με ημερομίσθιο σε περιστασιακές εργασίες και διαφορετικούς εργασιακούς χώρους, συνήθ. ως υπηρετικό προσωπικό σε σπίτια: ~ει ως καθαρίστρια. Η μάνα του ξενοδούλευε, για να τα βγάλει πέρα. Βλ. ξενοπλένω. | |
| 35065 | ξενοδούλι | ξε-νο-δού-λι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η εργασία και συνεκδ. η αμοιβή αυτού που ξενοδουλεύει: Τα παιδικά του χρόνια ήταν γεμάτα φτώχεια και ~. Βλ. μεροδούλι. | |
| 35066 | ξενόδουλος | , η, ο ξε-νό-δου-λος επίθ. (λόγ.-μειωτ.) 1. που εξυπηρετεί ξένα συμφέροντα, συνήθ. σε βάρος της χώρας του: ~ο: καθεστώς (= υποταγμένο).|| (ως ουσ.) Καταδικάζουν τους ~ους και τους προδότες. 2. που μιμείται δουλικά τους ξένους, τα ξένα ήθη: ~η: στάση. Βλ. ξενόφοβος. | |
| 35067 | ξενοδοχειακός | , ή, ό ξε-νο-δο-χει-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με ξενοδοχείο: ~ός: εξοπλισμός/κλάδος/όμιλος/υπάλληλος (= ξενοδοχοϋπάλληλος). ~ή: αλυσίδα/επιχείρηση/μονάδα/υποδομή. ~ό: δυναμικό/επιμελητήριο/μάρκετινγκ/προϊόν/προσωπικό/συγκρότημα. ~ές: εγκαταστάσεις/υπηρεσίες. ~ά: επαγγέλματα/καταλύματα.[< πβ. γαλλ. hotelier, 1906] | |
| 35068 | ξενοδοχείο | [ξενοδοχεῖο] ξε-νο-δο-χεί-ο ουσ. (ουδ.): κτίριο ή συγκρότημα κτιρίων, κατάλληλα εξοπλισμένο για να προσφέρει διαμονή σε δωμάτιο ή διαμέρισμα (ή/και διατροφή) έναντι ημερήσιας αμοιβής: ανακαινισμένο/κακόφημο/μοντέρνο/οικογενειακό/οικονομικό/παραδοσιακό/παραθαλάσσιο/πολυτελές ~. ~ τριών αστέρων/ Β΄κατηγορίας/λουξ/μαμούθ (: τεραστίων διαστάσεων). Μπαρ/παροχές/πισίνα/προσωπικό/ρεσεψιόν/σουίτα/υπηρεσίες ~ου. Αλυσίδα ~ων. ~ με ημιδιατροφή/πρωινό. Διακοπές/διανυκτέρευση/(κάνω) κράτηση σε ~. Βρίσκω/κλείνω/ψάχνω ~. Πβ. μοτέλ, ξενώνας. Βλ. μπανγκαλόου, πανσιόν.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) Εδώ δεν είναι ~ να μπαινοβγαίνεις όποτε θέλεις! ● ΣΥΜΠΛ.: μπουτίκ ξενοδοχείο & ξενοδοχείο μπουτίκ: που είναι σχετικά μικρό, με λιγότερα από εκατό δωμάτια, πολυτελές και καλαίσθητο. [< αγγλ. boutique hotel, 1981] , πλωτό ξενοδοχείο: πλοίο που λειτουργεί ως ξενοδοχείο. Πβ. κρουαζιερόπλοιο. [< μτγν. ξενοδοχεῖον, γαλλ. hôtel, αγγλ. hotel] | |
| 35069 | ξενοδόχος | ξε-νο-δό-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {σπάν. θηλ. ξενοδόχα}: ιδιοκτήτης ή διευθυντής ξενοδοχείου. Βλ. -δόχος, μεγαλο~, ΠΟΞ. ● ΦΡ.: λογαριάζω/κάνω λογαριασμό χωρίς τον ξενοδόχο βλ. λογαριάζω [< μτγν. ξενοδόχος 'αυτός που δέχεται τον φιλοξενούμενο'] | |
| 35070 | ξενοδοχοϋπάλληλος | ξε-νο-δο-χο-ϋ-πάλ-λη-λος ουσ. (αρσ. + θηλ.): υπάλληλος που εργάζεται σε ξενοδοχείο και φροντίζει για την εξυπηρέτηση και την άνετη διαμονή των πελατών του. Βλ. οροφοκόμος, ρεσεψιονίστ. | |
| 35071 | ξενοιάζω | ξε-νοιά-ζω ρ. (αμτβ.) {ξένοια-σα, ξενοιά-σω, ξενοιάζ-οντας} & ξεγνοιάζω: απαλλάσσομαι από έγνοιες, φροντίδες ή ανησυχίες, παύω να αγχώνομαι: ~σα από τις εξετάσεις (= τελείωσα). Πβ. ηρεμώ, ησυχάζω. ΑΝΤ. ανησυχώ (1), νοιάζομαι (2) [< μεσν. ξενοιάζω] | |
| 35072 | ξενοιασιά | ξε-νοια-σιά ουσ. (θηλ.) & ξεγνοιασιά: απουσία ανησυχίας ή απαλλαγή από έγνοιες, φροντίδες και άγχη: Καλοκαίρι, η εποχή της ~ιάς. ΣΥΝ. αμεριμνησία, ανεμελιά ΑΝΤ. σκοτούρα | |
| 35073 | ξένοιαστος | , η, ο ξέ-νοια-στος επίθ. & ξέγνοιαστος: που είναι απαλλαγμένος από έγνοιες, φροντίδες, ανησυχίες: ~η: εποχή/ζωή. ~ες: διακοπές/στιγμές. ~ο: καλοκαίρι/παιδί/παιχνίδι. ~α: χρόνια. Κοιμάται ~ (: χωρίς να σκοτίζεται για τίποτα). Πβ. μποέμικος. ΣΥΝ. αμέριμνος, ανέμελος ● επίρρ.: ξένοιαστα [< μεσν. ξένοιαστος] | |
| 35074 | ξενοικιάζω | ξε-νοι-κιά-ζω ρ. (μτβ.) {ξενοίκια-σε, ξενοικιά-στηκε, -στεί, -σμένος, ξενοικιάζ-οντας}: (για ιδιοκτήτη ή ενοικιαστή) διακόπτω τη μίσθωση: ~ αυτοκίνητο/διαμέρισμα (πβ. αφήνω. ΑΝΤ. (ε)νοικιάζω, πιάνω)/δωμάτιο/κατάστημα. | |
| 35075 | ξενοίκιαστος | , η, ο ξε-νοί-κια-στος επίθ.: που δεν έχει ενοικιαστεί: ~ο: διαμέρισμα. ~α: μαγαζιά. Πβ. άδειος, ελεύθερος. ΑΝΤ. μισθωμένος, πιασμένος).|| ~η: ταινία (στο βιντεοκλάμπ). ΣΥΝ. ανοίκιαστος | |
| 35076 | ξενοκίνητος | , η, ο ξε-νο-κί-νη-τος επίθ. (μειωτ.): που υποκινείται ή υπαγορεύεται από μη εγχώριους φορείς, από ξένες δυνάμεις: ~η: δικτατορία/πολιτική/προπαγάνδα. ~ο: καθεστώς. ~α: (οικονομικά) συμφέροντα/σχέδια.|| (ως ουσ.) ~οι και ξενόδουλοι. Βλ. -κίνητος. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ