Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [35740-35760]

IDΛήμμαΕρμηνεία
35077ξενοκοιμάμαι[ξενοκοιμᾶμαι] ξε-νο-κοι-μά-μαι ρ. (αμτβ.) {-άσαι ...| ξενοκοιμ-ήθηκε} (προφ.): έχω εξωσυζυγική σχέση. Πβ. απατώ.
35078ξενοκοιτώ[ξενοκοιτῶ] ξε-νο-κοι-τώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {-άς ... | ξενοκοίτα-ξα, ξενοκοιτά-ξω} & ξενοκοιτάω & ξενοκοιτάζω (προφ.): επιδιώκω ερωτικές περιπέτειες, αν και είμαι δεσμευμένος.
35079ξενόκουμπαξε-νό-κου-μπα ουσ. (ουδ.) (τα): μανικετόκουμπα.
35080ξενοκρατίαξε-νο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): κυριαρχία ξένων συμφερόντων στην πολιτική και οικονομική ζωή ενός κράτους και κατ' επέκτ. η αντίστοιχη περίοδος ή η ίδια η ξένη δύναμη: Αντίσταση απέναντι στην ~.|| Τα χρόνια της ~ας.|| (μτφ.) ~ (: πολλοί ξένοι παίκτες) στις ομάδες του πρωταθλήματος. Βλ. -κρατία. [< γερμ. Fremdherrschaft, Xenokratie, πβ. αγγλ. xenocracy]
35081ξενολατρίαξε-νο-λα-τρί-α ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): ξενομανία. Πβ. ξενοφιλία. Βλ. -λατρία, μιμητισμός. ΑΝΤ. ξενοφοβία
35082ξενομανής, ής, ές ξε-νο-μα-νής επίθ./ουσ. (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): που χαρακτηρίζεται από ξενομανία. Βλ. -μανής.
35083ξενομανίαξε-νο-μα-νί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): άκριτη μίμηση ξένων, κυρ. πολιτιστικών, προτύπων: δουλική ~. Τάση ~ας. Παρασύρεται από την ~ του και αγοράζει ρούχα εισαγωγής. Πβ. ξενοφιλία, πιθηκισμός. Βλ. -μανία. ΣΥΝ. ξενολατρία ΑΝΤ. ξενοφοβία [< μτγν. ξενομανία]
35084ξενομερίτης, ισσα, ικο ξε-νο-με-ρί-της επίθ./ουσ. (λαϊκό-συχνά μειωτ.): που κατάγεται ή έχει έρθει από ξένο τόπο: Εγκαταστάθηκε στο χωριό κάποιος ~.|| (ως επίθ.) ~ δάσκαλος. Πβ. ξένος. Βλ. αλλοδαπός, -ίτης1. ΣΥΝ. ξωμερίτης (1) ΑΝΤ. ντόπιος (1)
35085ξενομεταμόσχευσηξε-νο-με-τα-μό-σχευ-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. μεταμόσχευση, κατά την οποία ο δότης και ο λήπτης προέρχονται από διαφορετικό ζωικό είδος: ~ ήπατος/σωματικών ζωικών κυττάρων σε ασθενείς. Βλ. θεραπευτική κλωνοποίηση. [< αγγλ. xenotransplantation, 1969, γαλλ. xénotransplantation]
35086ξενομόσχευμαξε-νο-μό-σχευ-μα ουσ. (ουδ.) {ξενομοσχεύμ-ατα}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. όργανο ή ιστός που μεταμοσχεύεται στον λήπτη από δότη διαφορετικού ζωικού είδους: βόειο/χοίρειο ~. Δερματικά/οστικά ~ατα. Η πνευμονική βαλβίδα αντικαταστάθηκε από βιολογικό ~. [< αγγλ. xenograft, 1961]
35088ξενοπλένωξε-νο-πλέ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξενόπλεν-ε} (παλαιότ.-προφ.): (συνήθ. για γυναίκες) πλένω κυρ. τα ρούχα ξένων νοικοκυριών με αμοιβή: ~ε σε πλουσιόσπιτα. Βλ. ξενοδουλεύω.
35089ξένος, η, ο ξέ-νος επίθ. 1. που ανήκει σε ή σχετίζεται με άλλον, που δεν είναι δικός μου: ~ο: αυτοκίνητο/οικόπεδο/πράγμα/ρούχο/σπίτι. ~α: χρήματα. Πήρα κατά λάθος μία ~η βαλίτσα. Πβ. αλλότριος. ΑΝΤ. ίδιος1 (1) 2. που έχει καταγωγή ή προέλευση από άλλη χώρα σε σχέση με αυτή στην οποία βρίσκεται: ~ος: ανταποκριτής/επενδυτής/εργάτης/καλλιτέχνης/συγγραφέας/τραγουδιστής/φοιτητής. ~η: αποστολή.|| ~ος: πολιτισμός. ~η: βιβλιογραφία/γλώσσα/εφημερίδα/κουζίνα/λογοτεχνία (πβ. ξενόγλωσσος)/μουσική/παρέμβαση/προφορά/(τηλεοπτική) σειρά/τράπεζα/υπηκοότητα/χώρα. ~ο: διαβατήριο/έδαφος/κεφάλαιο/κράτος/νόμισμα/πανεπιστήμιο/συγκρότημα/συνάλλαγμα/σχολείο/χρηματιστήριο. ~ες: δυνάμεις (: τα ~α ισχυρά κράτη)/συνήθειες (πβ. ξενικός, ξενόφερτος). ~α: έθιμα/ήθη/χώματα (= η ξενιτιά). Τι γράφει για το θέμα ο ~ Τύπος; Ψηφίστηκε (ως) η καλύτερη ~η ταινία της χρονιάς. ΑΝΤ. αυτόχθων (1), εγχώριος, ημεδαπός, ντόπιος (1) 3. που δεν έχει συγγένεια, φιλία ή άλλη προσωπική, κοινωνική ή συναισθηματική σχέση με κάποιον· που δεν είναι οικείος, γνώριμος ή είναι άσχετος, ασύνδετος: Αισθάνομαι/νιώθω (σαν) ~. Μη φωνάζεις μπροστά σε ~ο κόσμο.|| ~η: υπόθεση. ~ο: πρόβλημα/πρόσωπο. ~ες: έγνοιες. Είμαι ~ με/προς κάτι. Αυτό που λες μου είναι τελείως ~ο (: μου είναι άγνωστο ή αδιάφορο). ● Ουσ.: ξένος, ξένη (ο/η): πρόσωπο που κατάγεται από διαφορετικό μέρος από αυτό στο οποίο βρίσκεται: εξυπηρέτηση/υποδοχή (των) ~ων (: επισκεπτών, καλεσμένων). Η χώρα μας το καλοκαίρι γεμίζει ~ους (: τουρίστες). Πβ. αλλο-δαπός, -εθνής.|| Μπήκε ένας ~ (= τρίτος) ανάμεσά μας. Είναι ντροπαλή μπροστά σε ~ους (= αγνώστους). ΑΝΤ. γνώριμος, γνώριμη ● ΣΥΜΠΛ.: ξένη γη: ξενιτιά: Ζει/πέθανε σε ~ ~. Πβ. ξένα (τα)., ξένο σώμα 1. (μτφ.) για πρόσωπο ή πράγμα που βρίσκεται σε ένα σύνολο χωρίς να ανήκει, να έχει ενταχθεί σε αυτό ή αφομοιωθεί από αυτό: Είναι ~ ~ στο κόμμα/στην ομάδα. 2. οτιδήποτε έχει μπει ή σχηματιστεί σε έναν ζωντανό οργανισμό μέσω φυσικής οδού ή τραύματος: ~ ~ στον λαιμό/στο μάτι/στο στόμα. Aπόφραξη αεραγωγού από ~ ~. Ο οργανισμός απέρριψε το μόσχευμα ως ~ ~., ξένος δάκτυλος βλ. δάκτυλος, ο ξένος παράγοντας βλ. παράγοντας, φθορά ξένης περιουσίας/ιδιοκτησίας βλ. φθορά ● ΦΡ.: ξένος πόνος, ξένα δάκρυα: όταν η στενοχώρια του άλλου δεν μας αγγίζει., δυο γάιδαροι μαλώνανε σε ξένο αχυρώνα βλ. αχυρώνας, μπαίνω/εισβάλλω στα χωράφια κάποιου/σε ξένα χωράφια βλ. χωράφι, σε ξένα χέρια βλ. χέρι ● βλ. ξένα [< αρχ. ξένος, γαλλ. étranger, αγγλ. foreigner]
35090ξενότροπος, η, ο ξε-νό-τρο-πος επίθ. (λόγ.): που συμβαδίζει με ή μιμείται κάτι ξένο· μτφ. παράξενος: ~η: μουσική. ~α: ήθη/πρότυπα. Βλ. ξενομανής.|| ~ο: στιλ (ΑΝΤ. γνωστός, οικείος). Πβ. αλλόκοτος, παράδοξος. ΣΥΝ. ανοίκειος (2) [< μεσν. ξενότροπος]
35091ξενοφερμένος, η, ο ξε-νο-φερ-μέ-νος επίθ./ουσ. (προφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): ξενόφερτος.
35092ξενόφερτος, η, ο ξε-νό-φερ-τος επίθ. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): που προέρχεται από ξένο τόπο, δεν είναι ντόπιος: ~ος: όρος/τρόπος ζωής. ~η: γιορτή/κουλτούρα/μόδα/μουσική. ~ο: όνομα/προϊόν. ~ες: λέξεις/συνήθειες. ~α: έθιμα/ήθη/μοντέλα (π.χ. ανάπτυξης)/πρότυπα. Ενστερνίζονται/θαυμάζουν καθετί ~ο. ΣΥΝ. ξενικός (1), ξενοφερμένος ΑΝΤ. εγχώριος
35093ξενοφιλίαξε-νο-φι-λί-α ουσ. (θηλ.): φιλική διάθεση ή έλξη προς τους ξένους και προς ό,τι σχετίζεται με αυτούς: Η ~ εδραιώνεται περισσότερο με τον τουρισμό. Πβ. ξενο-λατρία, -μανία. Βλ. -φιλία. ΑΝΤ. ξενοφοβία [< γαλλ. xénophilie, 1906, αγγλ. xenophilia]
35094ξενόφιλος, η, ο ξε-νό-φι-λος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από ξενοφιλία. Βλ. -φιλος. ΑΝΤ. ξενόφοβος [< γαλλ. xénophile, 1906, αγγλ. xenophile, 1948, xenophilous, 1984, πβ. αρχ. Ξενόφιλος]
35095ξενοφοβίαξε-νο-φο-βί-α ουσ. (θηλ.): παράλογος φόβος ή εχθρότητα προς τους ξένους και προς οτιδήποτε σχετίζεται με αυτούς: κλίμα/κρούσματα/μορφή/τάση ~ας. Καταπολέµηση του ρατσισµού, της ~ας και των φυλετικών διακρίσεων. Βλ. μισαλλοδοξία, -φοβία. ΑΝΤ. ξενολατρία, ξενομανία, ξενοφιλία [< πβ. γαλλ. xénophobie, 1904, αγγλ. xenophobia]
35096ξενοφοβικός, ή, ό ξε-νο-φο-βι-κός επίθ.: που έχει τα χαρακτηριστικά του ξενόφοβου: ~ός: λόγος. ~ή: αντίληψη/βία/κοινωνία/πολιτική/στάση/συμπεριφορά/υστερία. ~ό: κλίμα. ~ές: αντιδράσεις/ δηλώσεις/συμπεριφορές/τάσεις. ~ά: αισθήματα/σύνδρομα/συνθήματα.[< αγγλ. xenophobic, γαλλ. xénophobique]
35097ξενόφοβος, η, ο ξε-νό-φο-βος επίθ./ουσ.: που φοβάται υπερβολικά ή διατίθεται εχθρικά προς τους ξένους και προς ό,τι σχετίζεται με αυτούς: ~η: ιδεολογία/κοινωνία. ΣΥΝ. ξενοφοβικός.|| (ως ουσ.) ~οι και εθνικιστές. Βλ. μισαλλόδοξος, ρατσιστής. ΑΝΤ. ξενόφιλος [< γαλλ. xénophobe, 1903, αγγλ. xenophobe, 1922]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.