Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [35760-35780]

IDΛήμμαΕρμηνεία
35098ξενόφωνος, η, ο ξε-νό-φω-νος επίθ. (λόγ.): ξενόγλωσσος: όσκαρ καλύτερης ~ης ταινίας.|| (ως ουσ.) Εξελληνισμός των ~ων/(λόγ.) ώνων. Βλ. -φωνος. ΣΥΝ. αλλόγλωσσος ΑΝΤ. ομόγλωσσος [< μτγν. ξενόφωνος]
35099ξεντερίζωξε-ντε-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {ξεντέρι-σε} & ξεντεριάζω (προφ.): αφαιρώ τα έντερα, συνήθ. ζώου, ανοίγοντας την κοιλιά του. ΣΥΝ. ξεκοιλιάζω (1) [< μεσν. ξεντερίζω < μτγν. ἐξεντερίζομαι]
35100ξεντύνωξε-ντύ-νω ρ. (μτβ.) {ξέντυ-σα, ξεντύ-σω, -θηκα, -θώ, -μένος, ξεντύν-οντας}: γδύνω: ~ το μωρό. ~θηκε (: έβγαλε τα ρούχα του), για να κάνει μπάνιο. Πβ. ξεγυμνώνω. ΣΥΝ. γυμνώνω (1) ΑΝΤ. ντύνω (1)
35101ξεντύσιμοξε-ντύ-σι-μο ουσ. (ουδ.): γδύσιμο. Πβ. ξεγύμνωμα. ΣΥΝ. γύμνωμα ΑΝΤ. ντύσιμο (2)
35102ξέντυτος, η, ο ξέ-ντυ-τος επίθ. (προφ.): γδυτός. Πβ. γυμνός. Βλ. άντυτος.
35103ξενυστάζωξε-νυ-στά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ξενύστα-ξα} (προφ.): μου φεύγει η νύστα: Με τον καφέ ~ξα.|| Η ταινία ήταν τόσο καλή που με ~ξε (: με κράτησε ξύπνιο). ΑΝΤ. νυστάζω (1)
35104ξενυχιάζωξε-νυ-χιά-ζω ρ. (μτβ.) {ξενύχια-σα, ξενυχιά-στηκα} (μτφ.-προφ.): πατώ κάποιον, προκαλώντας του έντονο πόνο στα δάχτυλα των ποδιών και ιδ. στα νύχια. Πβ. ξεραίνω.
35105ξενύχιασμαξε-νύ-χια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξενυχιάζω.
35106ξενυχτάδικοξε-νυ-χτά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): νυχτερινό κέντρο διασκέδασης που μένει ανοιχτό ως το ξημέρωμα: Γλεντάει/ξεσαλώνει/τα σπάει κάθε βράδυ στα ~α. Βλ. μπουζούκια.|| (για φαγάδικο:) Παραδοσιακό ~ που σερβίρει πατσά. Βλ. -άδικο.
35107ξενυχτάωβλ. ξενυχτώ
35108ξενύχτης, ισσα, ικο ξε-νύ-χτης επίθ./ουσ. 1. που ξενυχτά κυρ. για διασκέδαση: κλασικός/φανατικός ~ (= νυκτόβιος, νυχτοπούλι). ~ και πιωμένος. Καντίνα για τους ~ηδες.|| (μτφ.) Πόλη ~ισσα. 2. ξενυχτισμένος: Ήταν ~ (= (ξ)άγρυπνος, άυπνος) και κουρασμένος.
35109ξενύχτιξε-νύ-χτι ουσ. (ουδ.) 1. στέρηση νυχτερινού ύπνου: Έχει ρίξει ατέλειωτα ~ια διαβάζοντας για τις εξετάσεις. Πβ. αγρυπνία, αϋπνία, νυχτέρι, ξαγρύπνια, ολονυκτία. 2. (κατ' επέκτ.) {κυρ. στον πληθ.} νυχτερινή, συνήθ. έντονη, διασκέδαση: απανωτά/συνεχόμενα ~ια. Τον έχουν φάει τα ~ια. Το κεφάλι μου είναι βαρύ από τα ~ια.
35110ξενύχτισμαξε-νύ-χτι-σμα ουσ. (ουδ.): ξενύχτι συγγενών και φίλων πλάι στη σορό του νεκρού. Βλ. αγρυπνία, -ισμα.
35111ξενυχτισμένος, η, ο ξε-νυ-χτι-σμέ-νος επίθ.: που δεν έχει κοιμηθεί σχεδόν ή καθόλου όλη τη νύχτα: Είναι ~ από την προηγούμενη μέρα. Είμαι ~η και ταλαιπωρημένη. Πβ. ξάγρυπνος. Βλ. κουρασμένος.|| (μτφ.) Κόκκινα ~α μάτια.
35112ξενυχτώ[ξενυχτῶ] ξε-νυ-χτώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {-ά κ. -άει ... | ξενύχτ-ησα, -ισμένος, ξενυχτ-ώντας} & ξενυχτάω & (σπάν.) ξενυχτίζω 1. μένω ξύπνιος μεγάλο μέρος της νύχτας ή/και ως τις πρώτες πρωινές ώρες: ~άει (= ξημερώνεται) γράφοντας/διαβάζοντας/μπροστά στον υπολογιστή/χαρτοπαίζοντας. ΑΝΤ. κοιμάμαι (1) 2. (κατ' επέκτ.) διασκεδάζω κατά τις μεταμεσονύχτιες ώρες ή/και μέχρι το πρωί: ~άει στα μπαρ/μπουζούκια. 3. κρατώ κάποιον ξύπνιο όλη τη νύχτα: Μας ~ησε το κλάμα του παιδιού. 4. μένω ξάγρυπνος δίπλα σε βαριά άρρωστο ή στη σορό νεκρού: ~ησε στο προσκέφαλό του. Πβ. (ξ)αγρυπνώ. ● ΦΡ.: το ξενυχτάω: μένω ξύπνιος μέχρι αργά το βράδυ ή όλη τη νύχτα: ~ ~ήσαμε συζητώντας/χορεύοντας. Θα ~ ~ήσουμε απόψε. Πάλι ~ ~ήσαμε; [< μεσν. ξενυχτώ]
35113ξενώναςξε-νώ-νας ουσ. (αρσ.) 1. μικρό ξενοδοχείο, συνήθ. σε χωριό: κοινοτικός/ορεινός/παραδοσιακός ~. Πβ. πανδοχείο. 2. ειδικά διαμορφωμένος χώρος, συνήθ. σε ίδρυμα, για την προσωρινή κυρ. στέγαση ξένων ή ατόμων που χρειάζονται φροντίδα ή/και ψυχολογική υποστήριξη, με ή χωρίς καταβολή μικρού αντιτίμου: θεραπευτικός ~. ~ αστέγων/κακοποιημένων γυναικών. Βλ. πανσιόν.|| ~ Μονής (πβ. αρχονταρίκι). 3. (επίσ.) δωμάτιο σε κατοικία που χρησιμοποιείται για τη φιλοξενία καλεσμένων. Βλ. -ώνας. ● ΣΥΜΠΛ.: ξενώνας νεότητας: φτηνό κατάλυμα που εξυπηρετεί άτομα νεαρής ηλικίας, ηµεδαπά ή αλλοδαπά, εφοδιασµένα µε ειδική κάρτα οµοσπονδιών, σωµατείων ή ιδρυµάτων. Βλ. εστία. [< αγγλ. youth hostel, 1929] [< μεσν. ξενώνας < αρχ. ξενών]
35114ξεπαγιάζωξε-πα-γιά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ξεπάγια-σα, -σμένος, ξεπαγιάζ-οντας} (επιτατ.): κρυώνω πολύ, παγώνω: Βγήκα στο χιόνι και ~σα (πβ. κοκαλώνω, μελανιάζω). ~σα έξω χωρίς μπουφάν. Στεκόταν μουσκεμένος και ~σμένος.|| Κλείσε την πόρτα γρήγορα, μας ~σες. ΣΥΝ. ξυλιάζω, πουντιάζω (1) ΑΝΤ. ζεσταίνομαι
35115ξεπάγιασμαξε-πά-για-σμα ουσ. (ουδ.): το αποτέλεσμα του ξεπαγιάζω. Πβ. πάγωμα. Βλ. κρυοπάγημα, τουρτούρισμα. ΣΥΝ. ξύλιασμα, πούντιασμα [< μεσν. ξεπάγιασμα]
35116ξεπάγωμαξε-πά-γω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεπαγώνω: αυτόματο ~. ~ κρέατος (ΣΥΝ. απόψυξη. ΑΝΤ. κατάψυξη)/τζαμιών αυτοκινήτου (πβ. αποπάγωση)/τροφίμων. Χρησιμοποίηση αλατιού για το ~ των δρόμων.|| (μτφ.) ~ επενδύσεων/λογαριασμών. Αναμένεται άμεσο ~ της υπόθεσης.
35117ξεπαγώνωξε-πα-γώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξεπάγω-σα, ξεπαγώ-σω, -μένος} (προφ.) ΑΝΤ. παγώνω 1. επαναφέρω κάτι από την κατάσταση της ψύξης, του πάγου σε θερμοκρασία δωματίου ή περιβάλλοντος: ~ το φαγητό στον φούρνο μικροκυμάτων. ~σε τον κιμά από το προηγούμενο βράδυ. Κατεψυγμένα και ~μένα ψάρια.|| Άρχισε να ~ει η λίμνη. ΣΥΝ. αποψύχω ΑΝΤ. καταψύχω 2. (μτφ.) ενεργοποιώ εκ νέου διαδικασία, εξετάζω πάλι υπόθεση: ~ει η εφαρμογή της συμφωνίας/το θέμα της ... ~ουν οι προσλήψεις στους δήμους.|| ~σαν (= αναθερμάνθηκαν) οι σχέσεις των δύο κρατών.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.