| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2616 | αμμοχάλικο | [ἀμμοχάλικο] αμ-μο-χά-λι-κο ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΔ. μείγμα άμμου και χαλικιού, κυρ. για οικοδομικές εργασίες: χοντρό/ψιλό ~. Διάστρωση δρόμου με ~. | |
| 2617 | αμμώδης | , ης, ες [ἀμμώδης] αμ-μώ-δης επίθ. {αμμώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών} (λόγ.): που περιέχει άφθονη άμμο: ~ης: βυθός. ~ης: παραλία/περιοχή. ~ες: υπόστρωμα. ~η: ιζήματα/υλικά. Οι ~εις εκτάσεις της ερήμου. Βλ. -ώδης. [< αρχ. ἀμμώδης] | |
| 2618 | αμμωνία | [ἀμμωνία] αμ-μω-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΧΗΜ. άχρωμη αέρια ένωση αζώτου με υδρογόνο (σύμβ. NH3) που έχει έντονα δυσάρεστη οσμή· συνεκδ. το υδατικό της διάλυμα που χρησιμεύει ως πρόχειρο θεραπευτικό μέσο: άνυδρη/θειική/νιτρική/φωσφορική ~. Διαρροή ~ας.|| Καθαρή/υγρή ~. Στικ ~ας για τσιμπήματα εντόμων και θαλάσσιων οργανισμών. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. σκόνη για παρασκευή γλυκών: κουλουράκια ~ας. [< νεολατ. ammonia < μτγν. ἀμμωνιακὸν ἅλας] | |
| 2619 | αμμωνιακός | , ή, ό [ἀμμωνιακός] αμ-μω-νι-α-κός επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει, παράγεται από ή σχετίζεται με την αμμωνία: ~ό: άζωτο/διάλυμα. ~ές: ενώσεις. ~ά: άλατα/ιόντα/λιπάσματα. [< μτγν. ἀμμωνιακός, γαλλ. ammoniac] | |
| 2620 | αμμώνιο | [ἀμμώνιο] αμ-μώ-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. κατιόν (NH4+) που παράγεται από την αμμωνία και παίζει τον ρόλο αλκαλικού μετάλλου στα αμμωνιακά άλατα: ανθρακικό/θειικό/νιτρικό/φωσφορικό/χλωριούχο ~. [< γαλλ.-αγγλ. ammonium] | |
| 2621 | αμμωνίτης | [ἀμμωνίτης] αμ-μω-νί-της ουσ. (αρσ.) 1. ΠΑΛΑΙΟΝΤ. {συνήθ. στον πληθ.} απολιθωμένο μαλάκιο (κεφαλόποδο) με σπειροειδές όστρακο: Οι ~ες έζησαν κατά τον παλαιοζωικό και μεσοζωικό αιώνα. Πβ. ναυτίλος1. 2. ΧΗΜ. εκρηκτικό με βασικό συστατικό το νιτρικό αμμώνιο. Βλ. -ίτης2. [< μτγν. Ἀμμωνίτης, γαλλ.-αγγλ. ammonite] | |
| 2622 | αμνημόνευτος | , η, ο [ἀμνημόνευτος] α-μνη-μό-νευ-τος επίθ. 1. (λόγ.) που δεν του γίνεται μνεία, δεν αναφέρεται, δεν γίνεται λόγος γι' αυτόν: ~οι αγωνιστές (= ξεχασμένοι, λησμονημένοι). 2. ΕΚΚΛΗΣ. που το όνομά του δεν αναφέρθηκε από ιερέα σε ακολουθία ή σπανιότ. για κάποιον για τον οποίο δεν τελέστηκε μνημόσυνο: Κηδεύτηκε ~. Βλ. ακοινώνητος. ● ΦΡ.: προ/από αμνημονεύτων ετών/χρόνων (σε σχήμα υπερβολής): πριν από πολλά χρόνια. [< αρχ. ἀμνημόνευτος] | |
| 2623 | αμνήμων | [ἀμνήμων] α-μνή-μων επίθ./ουσ. {αμνήμον-ος, -ονα | -ονες, συνήθ. στο αρσ. κ. θηλ.} (λόγ.) & αμνήμονας: που ξεχνά (συνήθ. την ευεργεσία)· αγνώμων, αχάριστος: ~ων: λαός.|| Αποδείχτηκαν ~ονες. Μετά από όσα έκανα για σένα, δεν περίμενα να φανείς τόσο ~! (αρχαιοπρ., + γεν.) Δεν είναι ~ των καθηκόντων του. ΣΥΝ. επιλήσμων ΑΝΤ. μνήμων [< αρχ. ἀμνήμων] | |
| 2624 | αμνησία | [ἀμνησία] α-μνη-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. μερική ή ολική απώλεια μνήμης που οφείλεται σε παθολογικά ή ψυχολογικά αίτια: αναδρομική/προσωρινή ~. ~ λόγω μετατραυματικού σοκ. Επεισόδια/μορφές ~ας. Έπαθε ~/πάσχει από ~. Βλ. αλτσχάιμερ. 2. (μτφ.-συνήθ. ειρων.) επιλεκτική ή εσκεμμένη λήθη υποσχέσεων, γεγονότων ή καταστάσεων: ιστορική/πολιτική/συλλογική ~. Βλ. λησμονιά. [< μτγν. ἀμνησία 'λήθη', γαλλ. amnésie, αγγλ. amnesia] | |
| 2625 | αμνησιακός | , ή, ό [ἀμνησιακός] α-μνη-σι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αμνησία ή την προκαλεί: ~ή: αφασία/διαταραχή/τοξίνη. ~ό: σοκ/σύνδρομο. ● Ουσ.: αμνησιακός (ο): πρόσωπο που πάσχει από αμνησία. [< γαλλ. amnésique, αγγλ. amnesic] | |
| 2626 | αμνησικακία | [ἀμνησικακία] α-μνη-σι-κα-κί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ανεξικακία: αγάπη και ~. ΑΝΤ. μνησικακία [< μτγν. ἀμνησικακία ‘απουσία έχθρας, συγχώρηση’] | |
| 2627 | αμνησίκακος | , η, ο [ἀμνησίκακος] α-μνη-σί-κα-κος επίθ. (λόγ.): που δεν τρέφει εχθρικά και εκδικητικά συναισθήματα για όσους τον έβλαψαν: Παρά τις αδικίες που έγιναν σε βάρος του, υπήρξε άκακος και ~. ΣΥΝ. ανεξίκακος ΑΝΤ. εκδικητικός (2), μνησίκακος [< μτγν. ἀμνησίκακος] | |
| 2628 | αμνήστευση | [ἀμνήστευση] α-μνή-στευ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): χορήγηση, παροχή αμνηστίας: φορολογική ~. ~ αδήλωτων εισοδημάτων/ανταρτών/εγκλημάτων. Παραγραφή και ~. Απορρίπτω την/ζητώ ~. | |
| 2629 | αμνηστεύω | [ἀμνηστεύω] α-μνη-στεύ-ω ρ. (μτβ.) {αμνήστευ-σε, -σει, -τηκε κ. -θηκε, -τεί κ. -θεί, αμνηστεύ-οντας, σπάν. -μένος} 1. παρέχω, χορηγώ αμνηστία: Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ~σε τους πολιτικούς κρατούμενους. Βλ. παραγράφω. 2. (μτφ.) συγχωρώ, ανέχομαι. [< αρχ. ἀμνηστῶ 'λησμονώ', γαλλ. amnistier, αγγλ. amnesty] | |
| 2630 | αμνηστία | [ἀμνηστία] α-μνη-στί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. άρση του αξιόποινου χαρακτήρα πολιτικών συνήθ. αδικημάτων με επίσημη νομοθετική ρύθμιση: γενική/μερική/πολιτική/φορολογική ~. Παραχώρηση ~ας. Σύμφωνα με το Σύνταγμα δεν παρέχεται/χορηγείται ~ για κοινά εγκλήματα. Πβ. αμνήστευση. Βλ. παραγραφή, χάρη. ● ΣΥΜΠΛ.: Διεθνής Αμνηστία: παγκόσμια μη κυβερνητική οργάνωση που αγωνίζεται για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την αποφυλάκιση πολιτικών κρατούμενων. [< αγγλ. Amnesty International, 1961] [< μτγν. ἀμνηστία ‘συγχώρηση’, γαλλ. amnistie, αγγλ. amnesty -– παλαιότ. ορθογρ. αμνηστεία] | |
| 2631 | αμνιακός | , ή, ό [ἀμνιακός] α-μνι-α-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στο άμνιο: ~ά: κύτταρα. ΣΥΝ. ενάμνιος ● ΣΥΜΠΛ.: αμνιακό υγρό: που βρίσκεται στον αμνιακό σάκο., αμνιακός σάκος: κυστικός σχηματισμός που αποτελείται από το άμνιο και το χόριο και περιέχει το αμνιακό υγρό, στο οποίο αιωρείται το έμβρυο. [< γαλλ. amniotique, αγγλ. amniotic] | |
| 2632 | άμνιο | [ἄμνιο] ά-μνι-ο ουσ. (ουδ.) {αμνίου}: ΑΝΑΤ. -ΖΩΟΛ. λεπτή και σκληρή εσωτερική μεμβράνη που περικλείει το έμβρυο του ανθρώπου και των άλλων ανώτερων σπονδυλωτών ζώων (ερπετών, θηλαστικών, πουλιών), μέσα στο οποίο περιέχεται το αμνιακό υγρό. [< αρχ. ἄμνιον, ἀμνίον, γαλλ. amnios, αγγλ. amnion, γερμ. Amnion] | |
| 2633 | αμνιοκέντηση | [ἀμνιοκέντηση] α-μνι-ο-κέ-ντη-ση ουσ. (θηλ.) & αμνιοπαρακέντηση: ΙΑΤΡ. μέθοδος προγεννητικού ελέγχου που γίνεται με παρακέντηση της αμνιακής κοιλότητας και αναρρόφηση αμνιακού υγρού, κυρ. για αναγνώριση του φύλου του εμβρύου ή διαπίστωση χρωμοσωματικών ανωμαλιών: Το σύνδρομο ντάουν μπορεί να διαγνωστεί προγεννητικά με ~. [< αγγλ. amniocentesis, 1957, γαλλ. amniocentèse, 1970] | |
| 2634 | αμνοερίφια | [ἀμνοερίφια] α-μνο-ε-ρί-φι-α ουσ. (ουδ.) (τα) (επίσ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. αρνιά και κατσίκια μαζί, ως εμπορική συνήθ. ονομασία του κρέατός τους: ~ γάλακτος. Εισαγωγή/σφάγια ~ίων. Πβ. αιγοπρόβατα. | |
| 2635 | αμνός | [ἀμνός] α-μνός ουσ. (αρσ.) 1. (λόγ.) νεογέννητο πρόβατο, αρνάκι και σπανιότ. επίσημη εμπορική ονομασία του κρέατός του: πασχαλινός ~. Εμβολιασμός/κουρά των ~ών. Παράσταση ~ού (: που συμβολίζει τον Χριστό).|| ~ γάλακτος. Βλ. αμνοερίφια. 2. (μτφ.) για ενάρετο άνθρωπο και ειδικότ. για αυτόν που θυσιάζεται προς όφελος των άλλων: Οδηγήθηκε σαν ~ στη σφαγή. Βλ. πρόβατο. 3. ΕΚΚΛΗΣ. το κεντρικό τετράγωνο σχήμα του προσφόρου που τοποθετείται στο κέντρο του Αγίου Δίσκου και συμβολίζει τον Χριστό κατά τη Θεία Ευχαριστία. ● ΣΥΜΠΛ.: ο Αμνός (του Θεού) (ΚΔ): ΕΚΚΛΗΣ. ο Χριστός. ● ΦΡ.: χωρίζω/ξεχωρίζω τους αμνούς/τα πρόβατα από τα ερίφια (μτφ.): κάνω διαχωρισμό μεταξύ καλών και κακών ή άξιων και ανάξιων ανθρώπων. ΣΥΝ. ξεχωρίζω/χωρίζω την ήρα από το σ(ι)τάρι [< αρχ. ἀμνός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ