Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [3560-3580]

IDΛήμμαΕρμηνεία
2624αμνησία[ἀμνησία] α-μνη-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. μερική ή ολική απώλεια μνήμης που οφείλεται σε παθολογικά ή ψυχολογικά αίτια: αναδρομική/προσωρινή ~. ~ λόγω μετατραυματικού σοκ. Επεισόδια/μορφές ~ας. Έπαθε ~/πάσχει από ~. Βλ. αλτσχάιμερ. 2. (μτφ.-συνήθ. ειρων.) επιλεκτική ή εσκεμμένη λήθη υποσχέσεων, γεγονότων ή καταστάσεων: ιστορική/πολιτική/συλλογική ~. Βλ. λησμονιά. [< μτγν. ἀμνησία 'λήθη', γαλλ. amnésie, αγγλ. amnesia]
2625αμνησιακός, ή, ό [ἀμνησιακός] α-μνη-σι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αμνησία ή την προκαλεί: ~ή: αφασία/διαταραχή/τοξίνη. ~ό: σοκ/σύνδρομο. ● Ουσ.: αμνησιακός (ο): πρόσωπο που πάσχει από αμνησία. [< γαλλ. amnésique, αγγλ. amnesic]
2626αμνησικακία[ἀμνησικακία] α-μνη-σι-κα-κί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ανεξικακία: αγάπη και ~. ΑΝΤ. μνησικακία [< μτγν. ἀμνησικακία ‘απουσία έχθρας, συγχώρηση’]
2627αμνησίκακος, η, ο [ἀμνησίκακος] α-μνη-σί-κα-κος επίθ. (λόγ.): που δεν τρέφει εχθρικά και εκδικητικά συναισθήματα για όσους τον έβλαψαν: Παρά τις αδικίες που έγιναν σε βάρος του, υπήρξε άκακος και ~. ΣΥΝ. ανεξίκακος ΑΝΤ. εκδικητικός (2), μνησίκακος [< μτγν. ἀμνησίκακος]
2628αμνήστευση[ἀμνήστευση] α-μνή-στευ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): χορήγηση, παροχή αμνηστίας: φορολογική ~. ~ αδήλωτων εισοδημάτων/ανταρτών/εγκλημάτων. Παραγραφή και ~. Απορρίπτω την/ζητώ ~.
2629αμνηστεύω[ἀμνηστεύω] α-μνη-στεύ-ω ρ. (μτβ.) {αμνήστευ-σε, -σει, -τηκε κ. -θηκε, -τεί κ. -θεί, αμνηστεύ-οντας, σπάν. -μένος} 1. παρέχω, χορηγώ αμνηστία: Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ~σε τους πολιτικούς κρατούμενους. Βλ. παραγράφω. 2. (μτφ.) συγχωρώ, ανέχομαι. [< αρχ. ἀμνηστῶ 'λησμονώ', γαλλ. amnistier, αγγλ. amnesty]
2630αμνηστία[ἀμνηστία] α-μνη-στί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. άρση του αξιόποινου χαρακτήρα πολιτικών συνήθ. αδικημάτων με επίσημη νομοθετική ρύθμιση: γενική/μερική/πολιτική/φορολογική ~. Παραχώρηση ~ας. Σύμφωνα με το Σύνταγμα δεν παρέχεται/χορηγείται ~ για κοινά εγκλήματα. Πβ. αμνήστευση. Βλ. παραγραφή, χάρη. ● ΣΥΜΠΛ.: Διεθνής Αμνηστία: παγκόσμια μη κυβερνητική οργάνωση που αγωνίζεται για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την αποφυλάκιση πολιτικών κρατούμενων. [< αγγλ. Amnesty International, 1961] [< μτγν. ἀμνηστία ‘συγχώρηση’, γαλλ. amnistie, αγγλ. amnesty -– παλαιότ. ορθογρ. αμνηστεία]
2631αμνιακός, ή, ό [ἀμνιακός] α-μνι-α-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στο άμνιο: ~ά: κύτταρα. ΣΥΝ. ενάμνιος ● ΣΥΜΠΛ.: αμνιακό υγρό: που βρίσκεται στον αμνιακό σάκο., αμνιακός σάκος: κυστικός σχηματισμός που αποτελείται από το άμνιο και το χόριο και περιέχει το αμνιακό υγρό, στο οποίο αιωρείται το έμβρυο. [< γαλλ. amniotique, αγγλ. amniotic]
2632άμνιο[ἄμνιο] ά-μνι-ο ουσ. (ουδ.) {αμνίου}: ΑΝΑΤ. -ΖΩΟΛ. λεπτή και σκληρή εσωτερική μεμβράνη που περικλείει το έμβρυο του ανθρώπου και των άλλων ανώτερων σπονδυλωτών ζώων (ερπετών, θηλαστικών, πουλιών), μέσα στο οποίο περιέχεται το αμνιακό υγρό. [< αρχ. ἄμνιον, ἀμνίον, γαλλ. amnios, αγγλ. amnion, γερμ. Amnion]
2633αμνιοκέντηση[ἀμνιοκέντηση] α-μνι-ο-κέ-ντη-ση ουσ. (θηλ.) & αμνιοπαρακέντηση: ΙΑΤΡ. μέθοδος προγεννητικού ελέγχου που γίνεται με παρακέντηση της αμνιακής κοιλότητας και αναρρόφηση αμνιακού υγρού, κυρ. για αναγνώριση του φύλου του εμβρύου ή διαπίστωση χρωμοσωματικών ανωμαλιών: Το σύνδρομο ντάουν μπορεί να διαγνωστεί προγεννητικά με ~. [< αγγλ. amniocentesis, 1957, γαλλ. amniocentèse, 1970]
2634αμνοερίφια[ἀμνοερίφια] α-μνο-ε-ρί-φι-α ουσ. (ουδ.) (τα) (επίσ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. αρνιά και κατσίκια μαζί, ως εμπορική συνήθ. ονομασία του κρέατός τους: ~ γάλακτος. Εισαγωγή/σφάγια ~ίων. Πβ. αιγοπρόβατα.
2635αμνός[ἀμνός] α-μνός ουσ. (αρσ.) 1. (λόγ.) νεογέννητο πρόβατο, αρνάκι και σπανιότ. επίσημη εμπορική ονομασία του κρέατός του: πασχαλινός ~. Εμβολιασμός/κουρά των ~ών. Παράσταση ~ού (: που συμβολίζει τον Χριστό).|| ~ γάλακτος. Βλ. αμνοερίφια. 2. (μτφ.) για ενάρετο άνθρωπο και ειδικότ. για αυτόν που θυσιάζεται προς όφελος των άλλων: Οδηγήθηκε σαν ~ στη σφαγή. Βλ. πρόβατο. 3. ΕΚΚΛΗΣ. το κεντρικό τετράγωνο σχήμα του προσφόρου που τοποθετείται στο κέντρο του Αγίου Δίσκου και συμβολίζει τον Χριστό κατά τη Θεία Ευχαριστία. ● ΣΥΜΠΛ.: ο Αμνός (του Θεού) (ΚΔ): ΕΚΚΛΗΣ. ο Χριστός. ● ΦΡ.: χωρίζω/ξεχωρίζω τους αμνούς/τα πρόβατα από τα ερίφια (μτφ.): κάνω διαχωρισμό μεταξύ καλών και κακών ή άξιων και ανάξιων ανθρώπων. ΣΥΝ. ξεχωρίζω/χωρίζω την ήρα από το σ(ι)τάρι [< αρχ. ἀμνός]
2636αμοιβάδα[ἀμοιβάδα] α-μοι-βά-δα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. πρωτόζωο που ζει στο νερό (γλυκό ή θαλασσινό), σε υγρό έδαφος ή στον οργανισμό ως παράσιτο, αλλάζει συνεχώς μορφή και σχηματίζει προσωρινά ψευδοπόδια για μετακίνηση ή αναζήτηση τροφής: Η ~ είναι ο απλούστερος, μονοκύτταρος ευκαρυωτικός οργανισμός.|| ~ες του εντέρου (βλ. αμοιβάδωση). [< αρχ. ἀμοιβάς 'που εναλλάσσεται', γαλλ. amibe, αγγλ. amoeba]
2637αμοιβαδικός, ή, ό [ἀμοιβαδικός] α-μοι-βα-δι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την αμοιβάδωση ή οφείλεται σε αυτή: ~ή: δυσεντερία. ~ό: απόστημα. [< γαλλ. amibien]
2638αμοιβαδοειδής, ής, ές [ἀμοιβαδοειδής] α-μοι-βα-δο-ει-δής επίθ.: βλ. -ειδής. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αμοιβαδοειδής κίνηση: ΒΙΟΛ. κίνηση των λευκοκυττάρων με σχηματισμό ψευδοποδίων. [< γαλλ. amiboïde, αγγλ. amœboid]
2639αμοιβάδωση[ἀμοιβάδωση] α-μοι-βά-δω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. λοίμωξη του εντέρου που προκαλείται από αμοιβάδες (κυρ. από το παρασιτικό είδος Amoeba Entamoeba histolytica) και μπορεί να επεκταθεί και σε άλλα όργανα (ήπαρ, πνεύμονες). Βλ. δυσεντερία, λαμβλίαση. [< γαλλ. amibiase, 1909, αγγλ. am(o)ebiasis, 1905]
2640αμοιβαίος, α, ο [ἀμοιβαῖος] α-μοι-βαί-ος επίθ. (λόγ.): για οτιδήποτε ισχύει ή γίνεται αμφίδρομα και στον ίδιο βαθμό ανάμεσα σε δύο μέρη: ~ος: έρωτας (ΑΝΤ. ανανταπόδοτος)/σεβασμός (= αλληλοσεβασμός)/συμβιβασμός. ~α: αγάπη/αναγνώριση/αντιπάθεια/βοήθεια/εκτίμηση/εμπιστοσύνη/κατανόηση/λύση/μετάθεση/φιλία. ~ο: ενδιαφέρον/συμφέρον. ~οι: περιορισμοί. ~ες: εγγυήσεις/εξηγήσεις/επιδράσεις/(υπο)σχέσεις/υποχωρήσεις. ~α: αισθήματα. Συνεργασία με ~ο όφελος. ● επίρρ.: αμοιβαία & (λογιότ.) -ως: Επίτευξη ~ ικανοποιητικής λύσης. ● ΣΥΜΠΛ.: αμοιβαία κεφάλαια: ΟΙΚΟΝ. κοινό αποθεματικό πολλών επενδυτών που διαιρείται σε ισόποσα μερίδια και το διαχειρίζεται εταιρεία ή σύμβουλος επενδύσεων: μετοχικά ~ ~ (: που επενδύονται σε μετοχές εισηγμένες στο χρηματιστήριο). [< αγγλ. mutual funds, 1934] , αμοιβαίος αποκλεισμός βλ. αποκλεισμός ● ΦΡ.: ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής βλ. ρήτρα [< αρχ. ἀμοιβαῖος, γαλλ. mutuel]
2641αμοιβαιότητα[ἀμοιβαιότητα] α-μοι-βαι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) η ιδιότητα του αμοιβαίου: ~ (των) αισθημάτων. Αλληλοεκτίμηση/συνεργατικότητα και ~. Σχέσεις ~ας και αγάπης/εμπιστοσύνης. Βλ. -ότητα. 2. ΝΟΜ. (στο Διεθνές Δίκαιο) αναγνώριση δικαιωμάτων και ανάληψη υποχρεώσεων ενός κράτους έναντι ενός άλλου, υπό την προϋπόθεση ότι και το δεύτερο κράτος αναγνωρίζει αντίστοιχα δικαιώματα και υποχρεώσεις προς το πρώτο: αρχή/ρήτρα της ~ας. Με την ~ ενισχύεται η αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών. [< γαλλ. réciprocité]
2642αμοιβή[ἀμοιβή] α-μοι-βή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κάθε αγαθό, υλικό ή μη, που προσφέρει ή λαμβάνει κάποιος για παροχή υπηρεσιών: μεγάλη/μικρή/οικονομική/υψηλή/χαμηλή/χρηματική ~. Μηνιαίες/πρόσθετες ~ές. ~ές ερευνητών/μηχανικών (βλ. αποδοχές, απολαβές, μισθός, πληρωμή). ~ με την ώρα (= ωριαία)/με το κομμάτι. Εισπράττω/ζητώ/λαμβάνω/παίρνω ~. ~ για τη σύλληψη των δραστών. Ασκούν χωρίς ~ (= αμισθί) τα καθήκοντά τους. Εργασία με ~ (βλ. αντιμισθία). Η ηθική ~ του επαίνου (= ανταμοιβή, επιβράβευση). Βλ. αποζημίωση. ● ΦΡ.: έναντι αμοιβής & (λόγ.) επ' αμοιβή [ἐπ' ἀμοιβῇ]: με υλικά ανταλλάγματα: Δέχτηκε να συμμετάσχει στην επιτροπή έναντι αδράς ~ής. ~ χρηματικής ~ (= έναντι χρηματικού ποσού). Πβ. επί πληρωμή, με το αζημίωτο. [< αρχ. ἀμοιβή]
2643άμοιρος, η, ο [ἄμοιρος] ά-μοι-ρος επίθ. 1. που έπαθε κάποιο κακό, που έχει ή είχε κακή μοίρα: ~ο: πλάσμα. ~α: ζώα. Η ~η (= δύστυχη), έχασε άντρα και παιδί. Τι να κάνω/τι τραβάω κι εγώ ο ~! Πβ. άτυχος, βαριό-, δύσ-, κακό-μοιρος. ΑΝΤ. καλότυχος, τυχερός (1) 2. (λόγ. + γεν.) που δεν έχει μερίδιο, που δεν συμμετέχει σε κάτι: ~ ταλέντου (= ατάλαντος). Δεν είμαστε ~οι των εξελίξεων. Πβ. αμέτοχος. ● ΣΥΜΠΛ.: άμοιρος ευθυνών (λόγ., συνήθ. με την άρνηση δεν): που δεν φέρει ευθύνη: Δεν είναι ~οι ~ (= έχουν μεγάλη ευθύνη). [< αρχ. ἄμοιρος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.