Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [35780-35800]

IDΛήμμαΕρμηνεία
35118ξεπακετάρισμαξε-πα-κε-τά-ρι-σμα ους. (ουδ.) (προφ.): αποσυσκευασία. [< γαλλ. dépaquetage]
35119ξεπακετάρωξε-πα-κε-τά-ρω ρ. (μτβ.) {ξεπακετάρ-ισα, -οντας} (προφ.) 1. αφαιρώ τη συσκευασία, το περιτύλιγμα από πακέτο ή δέμα· βγάζω τα πράγματα από τη βαλίτσα: ~ισε το κουτί. Μετακόμισα και δεν έχω ~ει ακόμα. Πβ. αποσυσκευάζω. ΑΝΤ. αμπαλάρω.|| Έχω να ~ και να τακτοποιήσω τα ρούχα μου. 2. ΠΛΗΡΟΦ. αποσυμπιέζω: ~ δεδομένα. [< γαλλ. dépaqueter]
35120ξεπαραδιάζωξε-πα-ρα-διά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξεπαράδια-σε, ξεπαραδιά-στηκε, -σμένος, ξεπαραδιάζ-οντας} (προφ.-επιτατ.): ξοδεύω ή αναγκάζω κάποιον να ξοδέψει πολλά χρήματα· μένω απένταρος: Τον έβγαλα να τον κεράσω και με ~σε (πβ. ξετινάζω).|| Βγήκε για ψώνια και ~στηκε (: έμεινε πανί με πανί, ταπί). Εγκατέλειψε τη ρουλέτα εντελώς ~σμένος (= άφραγκος, στον άσο). Πβ. καταξοδεύω. ΣΥΝ. ξεπουπουλιάζω (2)
35121ξεπαράδιασμαξε-πα-ρά-δια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεπαραδιάζω. Πβ. ξόδεμα, σπατάλη.
35122ξεπαρθένεμαξε-παρ-θέ-νε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεπαρθενεύω. Πβ. διακόρευση.
35123ξεπαρθενεύωξε-παρ-θε-νεύ-ω ρ. (μτβ.) {ξεπαρθέν-εψε, -εύτηκε, -εμένος, ξεπαρθενεύ-οντας} & ξεπαρθενιάζω (προφ.): έρχομαι σε σεξουαλική επαφή με ερωτικό σύντροφο, συνήθ. γυναίκα, που είναι παρθένα. Πβ. παίρνω την παρθενιά. ΣΥΝ. διακορεύω [< μεσν. ξεπαρθενεύω]
35124ξεπαρκάρισμαξε-παρ-κά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεπαρκάρω: ελιγμοί ~ίσματος. Χτύπησα τον προφυλακτήρα στο ~. Βλ. -ισμα. ΑΝΤ. παρκάρισμα (1)
35125ξεπαρκάρωξε-παρ-κά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξεπάρκαρ-α, ξεπαρκάρ-οντας}: μετακινώ όχημα από τη θέση στάθμευσης: ~ το αυτοκίνητο/τη μηχανή. Με έκλεισε ένα αμάξι και δεν έχω χώρο να ~. ΑΝΤ. παρκάρω
35126ξεπάστρεμαξε-πά-στρε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεπαστρεύω. Πβ. αφανισμός, εξολόθρευση, εξόντωση.
35127ξεπαστρεύωξε-πα-στρεύ-ω ρ. (μτβ.) {ξεπάστρ-εψα, -εύτηκε, ξεπαστρεύ-οντας} (προφ.): εξολοθρεύω, αφανίζω: Κατάφερε να ~έψει (: βγάλει από τη μέση, ξεφορτωθεί) τους αντιπάλους του. ΣΥΝ. εξοντώνω (1), ξεκάνω (1) [< μεσν. ξεπαστρεύω]
35128ξεπατίκωμαξε-πα-τί-κω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεπατικώνω: ~ εικόνας (= ξεσήκωμα).|| (μτφ.) ~ της μουσικής άλλων δημιουργών. Πβ. αντιγραφή, κοπιάρισμα, μίμηση.
35129ξεπατικώνωξε-πα-τι-κώ-νω ρ. (μτβ.) {ξεπατίκω-σα, ξεπατικώ-θηκε, -μένος, ξεπατικών-οντας} (προφ.) 1. αντιγράφω πιστά, συνήθ. ένα σχέδιο, αποτυπώνοντας τις λεπτομέρειές του σε διάφανο χαρτί το οποίο έχει τοποθετηθεί πάνω σε αυτό: ~ και χρωματίζω. Πβ. κοπιάρω, ξεσηκώνω. 2. (μτφ.) μιμούμαι κάποιον ή κάτι απόλυτα, χωρίς καμία πρωτοτυπία: ~ει ατάκες/κινήσεις/συμπεριφορές. Η ιδέα/το σενάριο ~θηκε από ...
35130ξεπατικωτούραξε-πα-τι-κω-τού-ρα ουσ. (θηλ.) & ξεπατικούρα (προφ.) 1. εικόνα, σχήμα που ξεπατικώθηκε σε χαρτί. 2. (μτφ.) πιστή και χωρίς πρωτοτυπία μίμηση: ~ ιδεών από άλλα σενάρια. Κραυγαλέα ~ γνωστής χορογραφίας. Βλ. -ούρα1.
35131ξεπάτωμαξε-πά-τω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεπατώνω. ΣΥΝ. ξεθέωμα
35132ξεπατώνωξε-πα-τώ-νω ρ. (μτβ.) {ξεπάτω-σα, ξεπατών-ομαι, ξεπατώ-θηκα, -μένος, ξεπατών-οντας} (προφ.) 1. (μτφ.) κουράζω υπερβολικά, εξουθενώνω: ~εται στη δουλειά. Έχουν ~θεί στο διάβασμα. Πβ. ξεσκίζομαι, μου βγήκε/μου 'φυγε ο πάτος. ΣΥΝ. εξοντώνω (2), κατακουράζω, ξεθεώνω, ξελιγώνω (2) ΑΝΤ. ξεκουράζω (1) 2. (για φυτά) ξεριζώνω: Μπουλντόζα ~σε τα δέντρα της περιοχής. ΣΥΝ. εκριζώνω (2) 3. (μτφ.) καταστρέφω πλήρως, αφανίζω: ~σαν την οικονομία. Πβ. διαλύω. 4. αφαιρώ τον πάτο: ~θηκε ο κουβάς και έπεσαν τα νερά κάτω. [< μεσν. ξεπατώνω]
35133ξεπεζεύωξε-πε-ζεύ-ω ρ. (αμτβ.) {ξεπέζ-εψε, ξεπεζ-έψει} (λαϊκό): κατεβαίνω από υποζύγιο: (λογοτ.) Ο ιππότης ~εψε από το άλογό του.|| (κατ' επέκτ.) ~ από αυτοκίνητο/μηχανή.|| (μτφ.) Ορισμένοι πρέπει να ~έψουν (: να λογικευτούν, γιατί έχουν καβαλήσει το καλάμι). ΣΥΝ. αφιππεύω, ξεκαβαλικεύω, πεζεύω ΑΝΤ. καβαλώ (1) [< μεσν. ξεπεζεύω]
35134ξεπέρασμαξε-πέ-ρα-σμα ουσ. (ουδ.) 1. επιτυχής αντιμετώπιση μιας δύσκολης κατάστασης: Μέτρα για το ~ της οικονομικής κρίσης. Πβ. υπερ-νίκηση, -πήδηση. ΣΥΝ. υπερκέραση 2. υπέρβαση: ~ του εγωισμού/των ορίων/του πόνου/του φόβου. 3. αντικατάσταση παρωχημένης κατάστασης, διαδικασίας, αντίληψης: ~ μιας θεωρίας. 4. προώθηση μπροστά από άλλους σε αναμέτρηση: το ~ των αντιπάλων.
35135ξεπερασμένος, η, ο ξε-πε-ρα-σμέ-νος επίθ.: που έχει ξεπεραστεί, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα και τις απαιτήσεις της εποχής του: ~ος: θεσμός/όρος/τρόπος (ζωής). ~η: (επιστημονική) θεωρία/μόδα (πβ. ντεμοντέ)/νοοτροπία/πολιτική/τεχνολογία. ~ο: μοντέλο/πρότυπο. ~ες: αντιλήψεις/απόψεις/ιδέες/μέθοδοι. Ιστορικά ~ο σύστημα. Πβ. απαρχαιωμένος, παλιομοδίτικος. ΣΥΝ. αναχρονιστικός, οπισθοδρομικός, παρωχημένος ΑΝΤ. μοντέρνος (1), σύγχρονος (1)
35136ξεπερνώ[ξεπερνῶ] ξε-περ-νώ ρ. (μτβ.) {-ά κ. -άει ... | ξεπέρ-ασε, -άσει, ξεπερν-ιέται κ. -άται, ξεπερ-άστηκε (λόγ.) -άσθηκε, -αστεί (λόγ.) -ασθεί, -ασμένος, ξεπερν-ώντας} & ξεπερνάω 1. υπερτερώ, περνώ μπροστά, αναδεικνύομαι καλύτερος από κάποιον άλλον: Μας ~ά σε αντοχή/απόδοση/δημοτικότητα/δύναμη/επίδοση/φήμη. ~ασε τους αντιπάλους/συμμαθητές/συναγωνιστές του. Το νέο του άλμπουμ ~ασε σε πωλήσεις το προηγούμενο. Ο δρομέας δεν δυσκολεύτηκε να ~άσει (πβ. υπερπηδώ) το εμπόδιο. 2. υπερβαίνω, συνήθ. κάποιο γνωστό, αποδεκτό όριο: ~ σε νούμερο/σε ποσό/σε ποσοστό/στα προγνωστικά/σε χρόνο. ~ά τις δυνάμεις μου/κάθε πρόβλεψη/προηγούμενο/προσδοκία/φαντασία. Η τιμή ~ά τα ... ευρώ. (για μικρό αριθμό:) Δεν ~ά τα δάχτυλα του ενός χεριού. Το όνομά του ~ασε τα σύνορα της χώρας του. Η στάθμη του ποταμού ~ασε το όριο επιφυλακής. ~ασε τις εκτιμήσεις ο πληθωρισμός. Η συμπεριφορά του έχει ~άσει κάθε όριο. Η θερμοκρασία θα ~άσει τους ... βαθμούς. 3. αντιμετωπίζω κάτι αρνητικό ή δύσκολο με επιτυχία, ώστε να μη με απασχολεί ή με πληγώνει: ~ γρήγορα/εύκολα/μια και καλή. ~ μια αποτυχία/ένα απρόοπτο/μια ατυχία/ένα διαζύγιο/έναν κίνδυνο/μια κρίση/έναν φόβο/τον χαμό (ενός προσώπου)/έναν χωρισμό. Ο αθλητής ~ασε το πρόβλημα του τραυματισμού του. Οι δυσκολίες/τα εμπόδια ~άστηκαν. Πβ. κατα-, υπερ-νικώ, παρακάμπτω, υπερκεράζω.|| (συνήθ. για ερωτική σχέση) ~ κάποιον. ● Παθ.: ξεπερνιέμαι: μένω πίσω, δεν συμβαδίζω με την εποχή μου: Θεσμός/θεωρία/μόδα/νοοτροπία που έχει ~αστεί εδώ και καιρό. Αυτό το μοντέλο (αυτοκινήτου) έχει ~αστεί (= αποσυρθεί). ● ΦΡ.: με ξεπερνάει (προφ.): είναι πάνω από τις δυνάμεις μου, δεν μπορώ να το αντέξω ή να το αντιμετωπίσω: Αδυνατώ να χειριστώ το θέμα, ~ ~., ξεπερνώ τον εαυτό μου βλ. εαυτός, υπερβαίνω/ξεπερνώ τα εσκαμμένα βλ. εσκαμμένος [< μεσν. ξεπερνώ < αρχ. ἐκπερῶ ‘διαβαίνω, διαπερνώ’]
35137ξεπεσμένος, η, ο ξε-πε-σμέ-νος επίθ. (προφ.): που έχει ξεπέσει, έχει χάσει την αίγλη του: ~ος: αριστοκράτης/ηθοποιός. [< μεσν. ξεπεσμένος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.