Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [35800-35820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
35138ξεπεσμόςξε-πε-σμός ουσ. (αρσ.) (προφ.): ευτέλεια, κατάντια, παρακμή: ηθικός/κοινωνικός/πολιτικός ~. ~ των αξιών/των θεσμών. Έχουν φτάσει σε τέτοιο σημείο ~ού, που/ώστε ... Πβ. έκπτωση, εκφυλισμός, κατρακύλα. ΣΥΝ. εκπεσμός, κατάπτωση (2) [< μεσν. ξεπεσμός]
35139ξεπέταξε-πέ-τα ουσ. (θηλ.) (αργκό) 1. (μτφ.) πράξη που γίνεται βιαστικά και πρόχειρα: η λογική της ~ας. 2. βιαστική ερωτική συνεύρεση που γίνεται συνήθ. εκτός σχέσης. ● ΦΡ.: στην ξεπέτα: {ως επίρρ.} χωρίς προσοχή ή φροντίδα, επιπόλαια. Πβ. άρπα-κόλλα.
35140ξεπέταγμαξε-πέ-ταγ-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. απότομη ώθηση προς τα εμπρός, έξω ή προς τα πάνω: το ~ του θηράματος (στον πυροβολισμό).|| (κυρ. μτφ.) Ξαφνικό ~ των τιμών των μετοχών. Το ~ της καριέρας κάποιου (πβ. αναγνώριση, απογείωση). 2. (μτφ.) γρήγορη ολοκλήρωση μιας δραστηριότητας, υπόθεσης ή κατάστασης: ~ της δουλειάς. Πβ. (απο)περάτωση, διεκπεραίωση, τελείωμα. 3. ανατροφή, μεγάλωμα· ανάπτυξη: το ~ των παιδιών.|| Το ~ των λουλουδιών (πβ. άνθιση)/των φυτών (πβ. (ξε)φύτρωμα).
35141ξεπεταγμένος, η, ο ξε-πε-ταγ-μέ-νος επίθ. (προφ.): αναπτυγμένος σωματικά, πνευματικά, συναισθηματικά, συνήθ. πρόωρα· έμπειρος, ώριμος. Πβ. ξεβγαλ-, περπατη-μένος. ΑΝΤ. άβγαλτος (1)
35142ξεπεταρούδιξε-πε-τα-ρού-δι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) ξεπεταρόνι (προφ.) 1. μικρό πουλί που μόλις έχει αρχίσει να πετά. Πβ. νεοσσός. 2. (μτφ.) παιδί ή έφηβος που σιγά-σιγά μεγαλώνει και ωριμάζει: ~ ήταν, ούτε φαντάρος δεν είχε πάει ακόμη.
35143ξεπετώ[ξεπετῶ] ξε-πε-τώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {-ά κ. -άει ... | ξεπέτ-αξα, -άγεται κ. -ιέται, -άχτηκε (λόγ.) -άχθηκε, -αγμένος, -ώντας} & ξεπετάω (προφ.): τελειώνω, ολοκληρώνω κάτι σε σύντομο χρονικό διάστημα: (εμφατ.) ~ το θέμα στο φτερό. ~αξε την άσκηση/το διάβασμα στο λεπτό.|| Έχει κάτι δουλίτσες να ~άξει (: να κάνει στα γρήγορα) και θα έρθει. ● Παθ.: ξεπετάγεται & ξεπετιέται 1. εμφανίζεται ξαφνικά, απρόσμενα, αιφνιδιαστικά: ~άχτηκε ένα ζώο μπροστά μου και έχασα τον έλεγχο του αυτοκινήτου.|| Νέοι καλλιτέχνες ~άγονται κάθε μέρα. Πβ. ξεφυτρώνω. ΣΥΝ. ξεπηδώ, ξεπροβάλλω 2. (μτφ.) μεγαλώνει, αναπτύσσεται, συνήθ. πιο γρήγορα από το συνηθισμένο: Το μωρό ~άχτηκε.|| Ο μίσχος ~ από το χώμα. ● ΦΡ.: (ξε)φυτρώνουν σαν (τα) μανιτάρια βλ. μανιτάρι [< μεσν. ξεπετώ 'πετώ']
35144ξεπέφτωξε-πέ-φτω ρ. (αμτβ.) {ξέπε-σε, ξεπέ-σει, -σμένος, ξεπέφτ-οντας} (προφ.): χάνω τη δύναμη, την ισχύ μου, παρακμάζω· ταπεινώνομαι: Τηλεοπτικός αστέρας που ~σε. ~σε από τη δόξα και τα πλούτη. Η περιοχή έχασε την παλιά της αίγλη και ~σε. Πβ. ξεφτίζει, υποβαθμίζομαι, φθίνω.|| ~ στα μάτια των άλλων. Πβ. καταντώ. ΑΝΤ. ακμάζω [< μεσν. ξεπέφτω < αρχ. ἐκπίπτω]
35145ξεπηδώ[ξεπηδῶ] ξε-πη-δώ ρ. (αμτβ.) {-ά κ. -άει ... | ξεπήδ-ησε, -ήσει, -ώντας} & ξεπηδάω (προφ.): ξεπετάγομαι: Ο ράπερ ~ησε στη σκηνή.|| (μτφ.) Ιστορία που ~ησε από τα βάθη του χρόνου. Φαβορί που ~ησε από το πουθενά. Πβ. ξεφυτρώνω. ΣΥΝ. αναπηδώ (2), ξεπροβάλλω ● ξεπηδά & ξεπηδάει: προβάλλει ορμητικά: ~ νερό. Φλόγες ~ούσαν (= ξεχύνονταν) μέσα από το δάσος.|| (μτφ.) Η αληθινή αγάπη ~ (= βγαίνει, πηγάζει) μέσα από την καρδιά. Πβ. αναβλύζει. [< μεσν. ξεπηδώ < αρχ. ἐκπηδῶ]
35146ξεπιάνομαιξε-πιά-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {ξεπιά-στηκα, -στώ} (προφ.): απαλλάσσομαι από αγκύλωση ή δυσκαμψία: ~στηκε ο αυχένας/η μέση μου. Κάνει γυμναστική/σηκώθηκε/τέντωσε τα πόδια του, για να ~στεί. Πβ. ξεμουδιάζω. ΑΝΤ. πιάνομαι (1) ● ξεπιάνεται: (για αντικείμενο) αποσυνδέεται από κάτι που το συγκρατούσε: ~στηκε ο ιμάντας. Πβ. απαγκιστρώνω, ελευθερώνω, ξεγαντζώνω.
35147ξεπίτηδεςβλ. εξεπίτηδες
35148ξέπλεκος, η, ο ξέ-πλε-κος επίθ.: (κυρ. για μαλλιά) που δεν είναι δεμένος· λυμένος: ~ες: κοτσίδες. ΣΥΝ. λυτός [< μεσν. ξέπλεκος]
35149ξεπλέκωξε-πλέ-κω ρ. (μτβ.) {ξέπλε-ξα, ξεπλέκ-οντας}: λύνω την πλέξη, αφήνω κάτι ελεύθερο: ~ξε τα πλούσια μαλλιά της. Ο ψαράς ~ει τα δίχτυα του (πβ. ξεμπλέκω). Πβ. ξηλώνω.|| (μτφ.) ~εται το μυστήριο. ΑΝΤ. πλέκω (2) [< μεσν. ξεπλέκω < μτγν. ἐκπλέκω]
35150ξεπλένωξε-πλέ-νω ρ. (μτβ.) {ξέπλυ-να, ξεπλύ-θηκα, -θώ, -μένος, ξεπλέν-οντας} 1. πλένω κάτι, συνήθ. πρόχειρα και επιφανειακά: ~ τον νεροχύτη/την πληγή (= καθαρίζω). ~ το στόμα μου.|| Η βροχή ~νε τους δρόμους. 2. (ειδικότ.) αφαιρώ τη σαπουνάδα, κυρ. με νερό: ~ τα πιάτα/τα ποτήρια/το πρόσωπό μου/τα ρούχα/τα χέρια μου. ΣΥΝ. ξεβγάζω (1) 3. (μτφ.) απαλλάσσω από ντροπή, συναισθηματικό βάρος, αποκαθιστώ ηθικά: Για να ~νει τις αμαρτίες/την προσβολή ... 4. (μτφ.) διοχετεύω χρήματα που αποκτήθηκαν παράνομα σε μεσάζοντα, ξένη χώρα ή εταιρεία, ώστε να φαίνονται νόμιμα. [< μεσν. ξεπλύνω < αρχ. ἐκπλύνω ‘πλένω καλά’]
35151ξεπληρώνωξε-πλη-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {ξεπλήρω-σα, ξεπληρώ-θηκε, -μένος, ξεπληρών-οντας} 1. πληρώνω αυτά που χρωστώ, εξοφλώ, ξεχρεώνω: ~ το αμάξι/το γραμμάτιο/το δάνειο. ~ (κάτι) σιγά-σιγά/στο ακέραιο. Για να ~σει το χρέος του, ... ΣΥΝ. αποπληρώνω 2. (μτφ.) ανταποδίδω: Πώς θα σου ~σω το καλό που μου έκανες; Οφείλει να ~σει την υποχρέωση.|| Τους ~σε (= πλήρωσε) με το ίδιο νόμισμα (: τους εκδικήθηκε). [< μεσν. ξεπληρώνω < αρχ. ἐκπληρῶ ’συμπληρώνω, εκτελώ’]
35152ξέπλυμαξέ-πλυ-μα ουσ. (ουδ.) 1. καλό πλύσιμο για την αφαίρεση σαπουνάδας, απορρυπαντικού: ~ ενός δοχείου/μιας επιφάνειας/ενός χαλιού.|| (συνεκδ.) ~ύματα (= απόνερα) από βιομηχανίες. ΣΥΝ. ξέβγαλμα 2. πρόχειρο πλύσιμο, συνήθ. με σκέτο νερό: Έκανε ένα πολύ γρήγορο ~ με το λάστιχο. Πβ. πλύση. 3. (μτφ.) (κυρ.. για ποτό ή φαγητό) άνοστο ή νερουλό: Αυτό το τσάι είναι (σαν) ~. 4. (μτφ.) ηθική αποκατάσταση: ~ της ντροπής. 5. (μτφ.) νομιμοποίηση παρανομιών: ~ αρχαιοτήτων (πβ. αρχαιοκαπηλία)/προϊόντων εγκλήματος. ● ΣΥΜΠΛ.: ξέπλυμα χρήματος: προσπάθεια συγκάλυψης παράνομης πηγής εσόδων: ~ ~ από λαθρεμπόριο καυσίμων/όπλων. Μέτρα για την καταπολέμηση του ~ύματος βρόμικου/μαύρου ~.
35153ξεπλυμένος, η, ο ξε-πλυ-μέ-νος επίθ. 1. πολύ ανοιχτόχρωμος, ξεθωριασμένος: ~η: εικόνα. ~ο: γαλάζιο/κόκκινο/μαύρο/τζιν (= ξεβαμμένο). ΣΥΝ. ξέθωρος 2. που έχει ξεπλυθεί: ~η: κατσαρόλα.|| (μτφ.) ~ο: χρήμα.
35154ξέπνοος, η, ο ξέ-πνο-ος επίθ. (λογοτ.): που δεν του έχει μείνει πνοή, που βαριανασαίνει· κατ' επέκτ. εξασθενημένος, αδύναμος: Έδειχνε ~ από τη σκληρή προσπάθεια/τον φόβο.|| ~η: φωνή. Μας χαιρέτησε μ' ένα ~ο (= άτονο, άψυχο, ξεψυχισμένο) "γεια σας". ● επίρρ.: ξέπνοα [< μτγν. ἔκπνοος]
35155ξεποδαριάζωξε-πο-δα-ριά-ζω ρ. (μτβ.) {ξεποδάρια-σα, ξεποδαριά-στηκα} (προφ.): εξαντλώ κάποιον από το πολύ περπάτημα: Με ~σε όλη μέρα στα μαγαζιά.|| ~στηκα να τα προλάβω όλα. Πβ. εξουθενώνω, ξεθεώνω.
35156ξεποδάριασμαξε-πο-δά-ρια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): υπερβολική κούραση από το πολύ περπάτημα: ~ στα μαγαζιά. Πβ. εξάντληση, εξουθένωση, ξεθέωμα.
35157ξεπορτίζωξε-πορ-τί-ζω ρ. (αμτβ.) {ξεπόρτι-σε, ξεπορτίζ-οντας} (λαϊκό): βγαίνω, φεύγω από σπίτι ή άλλο κτίριο, συνήθ. κρυφά: ~σε χωρίς να τον πάρει χαμπάρι κανείς. Κάθε νύχτα ~ει.|| (κατ' επέκτ.) Ο γιος του ~σε νέος (: άρχισε να ζει μακριά από την οικογένεια, ανεξάρτητα). [< μεσν. ξεπορτίζω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.