| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 35158 | ξεπόρτισμα | ξε-πόρ-τι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): έξοδος από το σπίτι, συνήθ. κρυφή και για ύποπτο σκοπό: βραδινό ~. Ψάχνει μια καλή δικαιολογία για ~. | |
| 35159 | ξεπούλημα | ξε-πού-λη-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεπουλώ: ~ λόγω διάλυσης. Γενικό ~ σε τιμές κόστους. ΣΥΝ. εκποίηση.|| (μτφ.) ~ συνειδήσεων (= προδοσία). | |
| 35160 | ξεπουλώ | [ξεπουλῶ] ξε-που-λώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {-ά κ. -άει ... | ξεπούλ-ησα, -ήσω, -ιέμαι, -ήθηκα, -ημένος, -ώντας} & ξεπουλάω (προφ.) 1. πουλώ κάτι σε χαμηλή τιμή ή όλο το εμπόρευμα: ~ά την ακίνητη και κινητή περιουσία/το βιος του. ~ όσο-όσο. ~ά λόγω ανάγκης/ανακαίνισης/πτώχευσης. Το μαγαζί κλείνει και ~ά. Τα χρέη τον ανάγκασαν να ~ήσει ό,τι είχε και δεν είχε. ΣΥΝ. εκποιώ.|| Ελπίζω να ~ήσω μέχρι το μεσημέρι. Ο πλανόδιος/ο ψαράς ~ησε κι έφυγε. 2. (μτφ.) προδίδω κάποιον ή κάτι για προσωπικό όφελος: ~ησε τον εαυτό/τα ιδανικά/τις ιδέες/την πατρίδα/τα πιστεύω του. ~ήθηκε για λίγα χρήματα. ΣΥΝ. απεμπολώ [< μεσν. εκπωλώ] | |
| 35161 | ξεπουπουλιάζω | ξε-που-που-λιά-ζω ρ. (μτβ.) {ξεπουπούλια-σε, -στηκε, -σμένος, ξεπουπουλιάζ-οντας} (προφ.) 1. βγάζω τα πούπουλα από πουλί, μαδώ: ~σμένη: κότα. 2. (μτφ.) καταξοδεύω, απομυζώ: Έπαιξε σε μετοχές ό,τι είχε και δεν είχε και τον ~σαν. ΣΥΝ. αρμέγω (2), ξεζουμίζω (1), ξεπαραδιάζω 3. (σπάν.-μτφ.) τσακώνομαι με χειροδικία: Σχεδόν ~στήκαμε για μια θέση πάρκινγκ. 4. (μτφ.) αποδυναμώνω και νικώ: Η γηπεδούχος ομάδα ~σε την αντίπαλό της. | |
| 35162 | ξεπουπούλιασμα | ξε-που-πού-λια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεπουπουλιάζω. Πβ. απομύζηση, άρμεγμα, μάδημα, ξεζούμισμα. | |
| 35163 | ξεπρήζομαι | ξε-πρή-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {ξεπρή-στηκε, ξεπρη-στεί, -σμένος}: υποχωρεί ένα οίδημα· παύω να είμαι πρησμένος: ~στηκε το μάτι μου. Έβαλε πάγο, για να ~στεί το πόδι του.|| ~στηκε (= ξεφούσκωσε) η κοιλιά μου. | |
| 35164 | ξεπροβάλλω | ξε-προ-βάλ-λω ρ. (αμτβ.) {ξεπρόβα-λε, ξεπροβά-λει, ξεπροβάλλ-οντας}: εμφανίζομαι σταδιακά ή ξαφνικά, προβάλλω: Η οροσειρά ~ει (= φαίνεται) πάνω από τη θάλασσα. Το φως του ήλιου ~λε μέσα από την κουρτίνα. Το φεγγάρι ~λε (= φανερώθηκε) πίσω από τα πυκνά σύννεφα.|| (μτφ.) Η ελπίδα ~ει δειλά-δειλά. ΣΥΝ. ξεπηδώ | |
| 35165 | ξεπροβοδίζω | ξε-προ-βο-δί-ζω ρ. (μτβ.) {ξεπροβόδι-σα, ξεπροβοδί-σω, ξεπροβοδίζ-οντας} & ξεπροβοδώ (προφ.) : συνοδεύω συνήθ. μέχρι την εξώπορτα κάποιον που φεύγει· αποχαιρετώ: Τον ~σε με δάκρυα στα μάτια. Πβ. ξεβγάζω, προπέμπω.|| ~σαν τον νεκρό στην τελευταία του κατοικία.|| (μτφ.) Με χαμόγελα ~σαν το έτος ... ΣΥΝ. κατευοδώνω, προβοδίζω [< μεσν. ξεπροβοδώ] | |
| 35166 | ξεπροβόδισμα | ξε-προ-βό-δι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεπροβοδίζω: Μελωδία που παίζεται στο ~ των νεονύμφων.|| (μτφ.) Έθιμο ~ίσματος του καρναβαλιού. Πβ. αποχαιρετισμός. ΣΥΝ. κατευόδιο | |
| 35167 | ξέρα | ξέ-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. βράχος που βρίσκεται λίγο πιο κάτω ή εξέχει από την επιφάνεια της θάλασσας· ύφαλος ή σκόπελος: χαρτογραφημένη ~. Μεσοπέλαγες ~ες. Το πλοίο βρήκε/έπεσε/ναυάγησε/προσάραξε/προσέκρουσε σε ~. Βλ. βραχονησίδα.|| (μτφ.) Από ~ σε ~ (πβ. κακοτοπιά). 2. (σπάν.) ξηρασία και συνεκδ. ξερότοπος. ΣΥΝ. ξεραΐλα (1) [< μεσν. ξέρα] | |
| 35168 | ξεράδι | ξε-ρά-δι ουσ. (ουδ.) 1. (αργκό) χέρι ή πόδι: Κάτω τα ~ια (= κουλάδια, κουλά) σου!|| Μάζεψε τα ~ια σου από το τραπέζι! ΣΥΝ. ξερό (2) 2. (σπάν.-λαϊκό) ξερόκλαδο. ● ΦΡ.: ξεράδια (εμφατ.-μειωτ.): συνήθ. ως απάντηση σε κάποιον που κάνει τον έξυπνο: ~ ξέρεις (= τίποτα δεν ξέρεις)! | |
| 35169 | ξεραΐλα | ξε-ρα-ΐ-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. ξηρασία· συνεκδ. ξερός τόπος χωρίς καθόλου βλάστηση: ~ στην ατμόσφαιρα. Πβ. αναβροχιά, ανομβρία, ανυδρία. Βλ. λειψυδρία.|| Η ~ της ερήμου/του κάμπου. ΣΥΝ. ξέρα (2) 2. (μτφ.) απουσία κίνησης, δραστηριοτήτων: ~ (= ανυπαρξία) ιδεών. ~ στο πολιτικό τοπίο. | |
| 35170 | ξεραίνω | ξε-ραί-νω ρ. (μτβ.) {ξέρα-να, ξερά-θηκα, -θώ, -μένος, ξεραίν-οντας} 1. κάνω κάτι ξερό, συνήθ. αφαιρώντας του την υγρασία, το νερό ή τους χυμούς που περιέχει: Ο κήπος/το δέντρο έχει ~θεί. Το πηγάδι ~θηκε (= στέρεψε). ~θηκε το δέρμα μου (= αφυδατώθηκε). ~θηκαν τα χείλη μου (= έσκασαν). ~θηκαν τα λουλούδια/φυτά από το κρύο (= μαράγκιασαν, μαράζωσαν, μαράθηκαν). ~ ντομάτες/σταφίδες/φρούτα στον ήλιο (πβ. αποξηραίνω, βλ. λιαστός). ΣΥΝ. ξηραίνω 2. (μτφ.-προφ.) πονώ πολύ, συνήθ. από χτύπημα: Με πάτησες και με ~νες (πβ. ξενυχιάζω). ● Παθ.: ξεραίνομαι (μτφ.-προφ.) 1. ξαπλώνω και κυρ. κοιμάμαι βαθιά ύστερα από πολλή κούραση: Πέφτω (στο κρεβάτι) και ~. Πάω να ~θώ στον ύπνο. 2. μένω άφωνος, εκπλήσσομαι: ~θηκε μόλις άκουσε το αναπάντεχο/δυσάρεστο/ευχάριστο νέο. Πβ. αποσβολώνω, κοκαλώνω, μαρμαρώνω.|| ~θηκε κι έπεσε κάτω. Πβ. λιποθυμώ.|| ~ στα γέλια (: γελώ με την καρδιά μου, πάρα πολύ). ● ΦΡ.: στέγνωσε το σάλιο/η γλώσσα/ο λαιμός/το λαρύγγι μου βλ. στεγνώνω [< μεσν. ξεραίνω] | |
| 35171 | ξερακιανός | , ή, ό ξε-ρα-κια-νός επίθ.: που είναι πολύ λεπτός, συνήθ. με μακριά πόδια και χέρια: ~ός: τύπος. ~ή: γυναίκα (πβ. ξυλόκοτα). Ήταν πολύ ψηλός και αδύνατος, ~. ΣΥΝ. ισχνός, λιπόσαρκος. Πβ. στεγνός.|| (ως ουσ.) Ένας ~ με άσπρα μαλλιά.|| (μτφ.-σπάν.) ~ό: τοπίο (= άγονο, ξερό). | |
| 35172 | ξέραμα | ξέ-ρα-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): αφαίρεση της υγρασίας, συνήθ. από φυτικό οργανισμό: ~ των φύλλων (ενός δέντρου). ~ λουλουδιών. | |
| 35173 | ξεραμένος | , η, ο ξε-ρα-μέ-νος επίθ.: που έχει ξεραθεί: ~η: γη/λάσπη/λίμνη. ~ο: αίμα/δέρμα/πηγάδι/στόμα/χώμα. ~α: λίπη. | |
| 35174 | ξέρασμα | ξέ-ρα-σμα ουσ. (ουδ.) {ξεράσμ-ατος | -ατα} (προφ.) 1. εμετός. Πβ. ρουκέτα. Βλ. αναγούλα. ΣΥΝ. έμεσμα, ξερατό 2. (μτφ.) όποιος ή ό,τι προκαλεί απέχθεια, αποστροφή, είναι ανούσιο και ανόητο: Μέχρι ~ατος. Ο τύπος αυτός είναι σκέτο ~ (πβ. σίχαμα). Τηλεοπτικά ~ατα. (εμφατ.) Αυτά που λες είναι αηδίες και ~ατα. Πβ. έκτρωμα. [< μεσν. ξέρασμα] | |
| 35175 | ξερατό | ξε-ρα-τό ουσ. (ουδ.) (προφ.): ξέρασμα. [< μεσν. ξερατόν] | |
| 35176 | ξερή | ξε-ρή ουσ. (θηλ.): τυχερό παιχνίδι που παίζεται με πενήντα δύο χαρτιά της τράπουλας από δύο ως τέσσερις παίκτες: κολτσίνα και ~. | |
| 35177 | ξερίζωμα | ξε-ρί-ζω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεριζώνω: ~ αμπελώνων/δέντρων. Πβ. αφαίρεση, βγάλσιμο.|| (μτφ.) ~ της νοοτροπίας του φόβου. Πβ. εξάλειψη. ΣΥΝ. εκρίζωση (2) 2. (μτφ.) ξεριζωμός: ~ λαών από τα εδάφη τους. Το ~ από την πατρίδα λόγω πολέμου. [< μτγν. ἐκρίζωμα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ