| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 35178 | ξεριζωμός | ξε-ρι-ζω-μός ουσ. (αρσ.): εκδίωξη από τη γενέτειρα, εκπατρισμός: βίαιος/μεγάλος/μικρασιατικός ~. ~ ενός λαού/μιας οικογένειας από την πατρίδα. Βλ. μετανάστευση, προσφυγιά. ΣΥΝ. ξερίζωμα (2) ΑΝΤ. επαναπατρισμός | |
| 35179 | ξεριζώνω | ξε-ρι-ζώ-νω ρ. (μτβ.) {ξερίζω-σα, ξεριζώ-σω, -θηκε, -μένος, ξεριζών-οντας} 1. βγάζω φυτό από το έδαφος μαζί με τη ρίζα του· κατ' επέκτ. τραβώ κάτι με δύναμη: ~ αγριόχορτα. Η καταιγίδα ~σε πολλά δέντρα. Πβ. αφαιρώ.|| (συνήθ. απειλητ.) Θα σου ~σω τα αυτιά/τη γλώσσα/το μαλλί (τρίχα- τρίχα)/τα νύχια. Πβ. μαδώ.|| Βράχος που ~θηκε από το βουνό και έπεσε. ΣΥΝ. εκριζώνω (2) 2. (μτφ.) αποβάλλω εντελώς, εξαφανίζω: Αξίες/έθιμα/συνήθειες που δεν μπορούν να ~θούν. Νοοτροπίες δεκαετιών θέλουν χρόνο για να ~θούν. Πβ. εξαλείφω. ● Παθ.: ξεριζώνομαι: εκδιώκομαι από την πατρίδα μου με βίαιο τρόπο, εκπατρίζομαι: Χιλιάδες άνθρωποι ~θηκαν από τα σπίτια/τον τόπο/τη χώρα τους λόγω του πολέμου. ~μένοι: πρόφυγες. [< μεσν. ξεριζώνω < αρχ. ἐκριζῶ] | |
| 35180 | ξερικός | , ή, ό ξε-ρι-κός επίθ. (προφ.) & (επίσ.) ξηρικός ΑΝΤ. ποτιστικός 1. (για γεωργική συνήθ. έκταση) που δεν ποτίζεται, δεν αρδεύεται: ~ός: αµπελώνας. ~ή: καλλιέργεια. ~ό: χωράφι. Πβ. απότιστος. 2. (για φυτό ή γεωργικό προϊόν) που ευδοκιμεί χωρίς ή με λίγο νερό: ~ή: ελιά. ~ά: λαχανικά.|| (συνεκδ.) ~ό: αγουρέλαιο/κρασί. | |
| 35181 | ξερνοβολώ | [ξερνοβολῶ] ξερ-νο-βο-λώ ρ. (αμτβ.) {-ά κ. -άει ... | ξερνοβολ-ούσα, -ώντας} & ξερνοβολάω (προφ.-επιτατ.): ξερνώ συνεχώς. Βλ. -βολώ. | |
| 35182 | ξερνώ | [ξερνῶ] ξερ-νώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {-ά κ. -άει ... | ξέρ-ασα, ξερ-άσω, -ασμένος, ξερν-ώντας} & ξερνάω (προφ.) 1. κάνω εμετό: ~ το φαγητό/το φάρμακο. Ήπια πολύ/μ' έπιασε ναυτία και θέλω να ~άσω.|| (μτφ., νιώθω αηδία) Και μόνο που τον βλέπω, μου 'ρχεται να ~άσω. Είναι να ~άς με αυτά που ακούς. ΣΥΝ. εξεμώ (1) 2. (μτφ.) ομολογώ, αποκαλύπτω κάτι, συνήθ. ύστερα από πίεση: Τα ~ασε όλα στην αστυνομία. Πβ. φανερώνω. ● ξερνά & ξερνάει 1. (για θάλασσα, λίμνη ή ποταμό) βγάζει στην ακτή, ξεβράζει: Το κύμα ~ασε φύκια στα βράχια/στη στεριά. Πβ. εκβράζει, ξεβγάζει. 2. ωθεί προς τα έξω, συνήθ. με δύναμη, ορμητικά: Το ηφαίστειο ~ασε λάβα.|| Ο τοίχος/το χρώμα ~ (: βγάζει υγρασία). ● ΦΡ.: βγάζω/ξερνώ τ' άντερά μου 1. ξερνώ ακατάσχετα: Μετά το μεθύσι άρχισε να βγάζει τ' άντερά του. Πβ. ξερνοβολώ.|| (κατ' επέκτ.) Θα ξερνάς τ' άντερά σου από τα γέλια. ΣΥΝ. βγάζω τα συκώτια μου 2. (μτφ.) ανακατεύομαι, ζαλίζομαι: Στη διαδρομή ξερνάς τ' άντερά σου από τις πολλές στροφές., κατουρώ/ξερνώ αίμα βλ. αίμα [< μεσν. ξερνώ < αρχ. ἐξερῶ] | |
| 35183 | ξερο- & ξερό- & ξερ- | α' συνθετικό λέξεων για δήλωση: 1. ξήρανσης, έλλειψης βλάστησης, ανυδρίας: ξερό-κλαδο/~φυλλο/~χορτο.|| Ξερο-νήσι. Ξερό-τοπος. Ξερ-άγκαθο. 2. ξηρής ή στεγνής τροφής: ξερο-ψημένος.|| Ξερο-φαγία (πβ. ξηρο-).|| (κατ' επέκτ.) Ούζο ξερο-σφύρι. 3. (μτφ.-εμφατ.) αμηχανίας ή λαχτάρας: ξερο-βήχω/~καταπίνω (βλ. στραβο-).|| Ξερο-γλείφομαι. 4. (μτφ.) ισχυρογνωμοσύνης: ξερο-κέφαλος (βλ. στενο-, χοντρο-). | |
| 35184 | ξερόβηχας | ξε-ρό-βη-χας ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεροβήχω. [< μτγν. ξηρόβηξ] | |
| 35185 | ξεροβήχω | ξε-ρο-βή-χω ρ. (αμτβ.) {ξερόβηξα, ξεροβήχ-οντας} 1. βήχω ξερά, χωρίς φλέγματα. 2. βήχω προσποιητά, συνήθ. από αμηχανία ή ταραχή, για έμφαση ή ως προειδοποίηση. [< μεσν. ξεροβήχω] | |
| 35186 | ξεροβόρι | ξε-ρο-βό-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): ξηρός και ψυχρός βόρειος άνεμος: Παγωμένο ~ σάρωνε την πόλη. | |
| 35187 | ξεροβούνι | ξε-ρο-βού-νι ουσ. (ουδ.) (προφ.): βουνό ή λόφος χωρίς βλάστηση. | |
| 35188 | ξερογλείφομαι | ξε-ρο-γλεί-φο-μαι ρ. (αμτβ.) {ξερογλειφ-όμουν} (προφ.-επιτατ.): γλείφω τα χείλη μου από λαχτάρα και μτφ. λιγουρεύομαι κάποιον ή κάτι: Έβλεπα πατάτες τηγανητές και ~όμουν.|| ~εται για εξουσία/ψήφους. Την κοιτούσε και ~όταν. Πβ. επιθυμώ, λαχταρώ, λιμπίζ-, ορέγ-ομαι. | |
| 35189 | ξεροκαταπίνω | ξε-ρο-κα-τα-πί-νω ρ. (αμτβ.) {ξεροκατάπιε, ξεροκαταπίν-οντας} (προφ.): καταπίνω το σάλιο μου, συνήθ. από αμηχανία ή ταραχή: Ξεροκατάπιε και κοκκίνισε από ντροπή. | |
| 35190 | ξεροκεφαλιά | ξε-ρο-κε-φα-λιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): ισχυρογνωμοσύνη, πείσμα: Τον έφαγε η ~ του (: είναι αγύριστο κεφάλι). Άπειρα λάθη που τα επαναλαμβάνει λόγω της ~ιάς του. Πβ. αδιαλλαξία, επιμονή.|| (συνεκδ.) Εφηβικές ~ιές. Πβ. χοντροκεφαλιά. Βλ. εγωισμός. | |
| 35191 | ξεροκέφαλος | , η, ο ξε-ρο-κέ-φα-λος επίθ. (προφ.): που δύσκολα αλλάζει γνώμη, δεν μεταπείθεται ή φανερώνει ισχυρογνωμοσύνη: ~ο: παιδί. ~ και άκαμπτος. Βλ. -κέφαλος.|| ~η: στάση. ΣΥΝ. αγύριστο/ξερό/αρβανίτικο κεφάλι, ισχυρογνώμων, πεισματάρης, χοντροκέφαλος (1) | |
| 35192 | ξερόκλαδο | ξε-ρό-κλα-δο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ξερό κλαδί. Βλ. ξερό-φυλλο, -χορτο. ΣΥΝ. ξεράδι (2) | |
| 35193 | ξεροκόμματο | ξε-ρο-κόμ-μα-το ουσ. (ουδ.) (προφ.-κυρ. μειωτ.) 1. ξερό κομμάτι ψωμιού· κατ' επέκτ. φτωχό και συνήθ. κακής ποιότητας γεύμα ή υπόλειμμα φαγητού: Μασουλάει ένα ~.|| Έφαγε κάτι μπαγιάτικα ~α που είχαν απομείνει. 2. (μτφ.) πολύ χαμηλή αμοιβή ή ανταμοιβή: Δουλεύει για ~α (= ψίχουλα). | |
| 35194 | ξερόλας, ξερόλα | ξε-ρό-λας ουσ. (αρσ. + θηλ.) (προφ-ειρων.): πρόσωπο που νομίζει ή παριστάνει πως τα ξέρει όλα, που κάνει τον έξυπνο: Παίρνει το ύφος του ~α. Το παίζει ~ και δεν ξέρει πού πάν' τα τέσσερα. Πβ. εξυπνάκιας, ξύπνιος, παντογνώστης, πολύξερος, φωστήρας.|| (σπάν. ως επίθ.) ~ας: μαθητής. | |
| 35195 | ξερολιθιά | ξε-ρο-λι-θιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ΟΙΚΟΔ. τοιχοποιία από πέτρες συναρμοσμένες χωρίς συνδετικό κονίαμα· συνεκδ. τοίχος που κατασκευάστηκε με αυτή την τεχνική: πεζούλι/περίβολος από ~. Η ~ της μάντρας. Αναβαθμίδες χτισμένες με ~ στη λοφοπλαγιά.|| Κυκλαδίτικες ~ιές. Πβ. τράφος. ΣΥΝ. ξηρολιθοδομή, τρόχαλος (2) [< πβ. μεσν. ξηρόλιθος] | |
| 35196 | ξερολιθικός | , ή, ό ξε-ρο-λι-θι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΔ. που είναι φτιαγμένος από ξερολιθιά: ~ός: τοίχος. ~ή: κατασκευή/κατοικία. | |
| 35197 | ξερολούκουμο | ξε-ρο-λού-κου-μο ουσ. (ουδ.) (προφ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: σαν ξερολούκουμο: με έντονη λαχτάρα, επιθυμία κυρ. ερωτική: Τη βλέπει/την κοιτάζει ~ ~ (= του τρέχουν τα σάλια). |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ