| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 35198 | ξερονήσι | ξε-ρο-νή-σι ουσ. (ουδ.) (προφ.): νησί χωρίς βλάστηση, συνήθ. άνυδρο και ακατοίκητο. Πβ. βραχο-, ερημο-νήσι. | |
| 35199 | ξεροπήγαδο | ξε-ρο-πή-γα-δο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): πηγάδι χωρίς νερό, που έχει στερέψει: βαθύ ~. Βλ. μαγγανοπήγαδο. [< μεσν. ξηροπήγαδο(ν)] | |
| 35200 | ξεροπόταμος | ξε-ρο-πό-τα-μος ουσ. (αρσ.) & ξεροπόταμο (το): ποτάμι που στερεύει σε περιόδους ανομβρίας ή συνήθ. κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού: Όταν βρέχει, ο ~ μετατρέπεται σε χείμαρρο. [< μτγν. ξηροπόταμος, μεσν. ξεροπόταμον] | |
| 35201 | ξερός | , ή, ό ξε-ρός επίθ. 1. που δεν έχει νερό, υγρασία, χυμούς, φρεσκάδα ή βλάστηση, που έχει ξεραθεί ή αποξηρανθεί: ~ός: θάμνος (= μαραμένος)/καιρός/ποταμός (= ξεροπόταμος)/τόπος (= ξερότοπος). ~ή: ατμόσφαιρα/γη/λίμνη. ~ό: δέντρο/δέρμα/έδαφος (πβ. άνυδρος)/κλίμα/λουλούδι/νησί (= ξερονήσι)/περιβάλλον/πηγάδι (= ξεροπήγαδο)/στόμα/φυτό/χορτάρι/χώμα. ~ά: κλαδιά/φύλλα (= ξερόφυλλα)/χείλη (= αφυδατωμένα). Έβαλε φωτιά να κάψει τα ~ά χόρτα (= ξερόχορτα).|| ~ός: βασιλικός/δυόσμος. ~ή: μυζήθρα/σταφίδα. ~ό: δενδρολίβανο/κρεμμύδι/ψωμί (= μπαγιάτικο). ~οί: χουρμάδες (= αποξηραμένοι. ΑΝΤ. φρέσκος). ~ές: (κόκκινες) πιπεριές/φακές. ~ά: δαμάσκηνα/κουκιά/σύκα/φασόλια/φρούτα.|| ~ό: κρέας (: που έχει ψηθεί πολύ, δεν είναι ζουμερό). Πβ. κατάξερος, ξηρός. 2. σκέτος, χωρίς συμπλήρωμα, τυπικός, ψυχρός ή απότομος: ~ό: μάθημα/πιάτο/φαγητό. ~ές: γνώσεις.|| ~ή: απάντηση/καλημέρα. ~ό: αντίο/γεια/ευχαριστώ/ναι/όχι/ύφος. ~ά: λόγια.|| (για ήχο) ~ός: θόρυβος/κρότος (: ξαφνικός και σύντομος, χωρίς αντήχηση). ~ή: φωνή. ΣΥΝ. στεγνός (2) 3. (μτφ.) αποσβολωμένος, κατάπληκτος· αναίσθητος, σε βαθύ ύπνο ή νεκρός: Έμεινε ~ (= άναυδος, άφωνος) μόλις έμαθε τα νέα.|| Έπεσε ~ για ύπνο/στο κρεβάτι (: σαν κούτσουρο). Έπεσε ~ από την κούραση/το πολύ ποτό/το φαγητό/τον φόβο του (πβ. λιπόθυμος, σέκος, τέζα).|| Τον χτύπησαν και τον άφησαν ~ό (: στον τόπο). ● Ουσ.: ξερό (το) (προφ.-μειωτ.) 1. κεφάλι, κυρ. ανόητου ανθρώπου: Βάλε το ~ σου να δουλέψει. 2. χέρι ή πόδι· ξεράδι: Κάτω τα ξερά σου! Πάρε τα ~ά (= κουλά) σου από πάνω μου! ● επίρρ.: ξερά ● ΣΥΜΠΛ.: αγύριστο/ξερό/αρβανίτικο κεφάλι βλ. κεφάλι ● ΦΡ.: εξ και ξερός (προφ.-ειρων.): για κάποιον που επαναλαμβάνει συνεχώς το "ε"., και ξερό ψωμί (εμφατ.): ως έκφραση έντονης ή/και αποκλειστικής προτίμησης ή υποστήριξης σε κάποιον ή κάτι: (όνομα ομάδας, χωριού, καλλιτέχνη) ~ ~! ΣΥΝ. και τα μυαλά στα κάγκελα, μαζί με τα/κοντά στα ξερά καίγονται και τα χλωρά (παροιμ.): σε περιπτώσεις που ζημιώνονται, τιμωρούνται εξίσου αθώοι και ένοχοι. [< μεσν. ξερός, γαλλ. sec] | |
| 35202 | ξεροσταλιάζω | ξε-ρο-στα-λιά-ζω ρ. (αμτβ.) {ξεροστάλια-σα, ξεροσταλιάζ-οντας} (προφ.): στέκομαι για ώρα, συνήθ. ανυπομονώντας, περιμένοντας κάποιον ή κάτι: ~σα στην ουρά. Ξεροστάλιαζε κάθε βράδυ έξω από το σπίτι της, για να τη δει. | |
| 35203 | ξεροστάλιασμα | ξε-ρο-στά-λια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια του ξεροσταλιάζω. | |
| 35204 | ξεροσφύρι | ξε-ρο-σφύ-ρι επίρρ. (λαϊκό): (για κατανάλωση οινοπνευματώδους κυρ. ποτού) χωρίς τη συνοδεία φαγητού ή μεζέ: ~ (= σκέτο) το ήπιαμε το κρασί/ούζο. Πάλι ~ θα τη βγάλουμε;|| (ως ουσ.) Το ~ ζαλίζει. | |
| 35205 | ξεροτηγανίζω | ξε-ρο-τη-γα-νί-ζω ρ. (μτβ.) {ξεροτηγανίζ-οντας, κυρ. στη μτχ. ξεροτηγανι-σμένος} (προφ.): τηγανίζω κάτι, ώσπου να γίνει ξεροψημένο: ~σμένος: γαύρος. ~σμένο: μπέικον (= τραγανό). ~σμένα: κολοκυθάκια/κρουτόν. Βλ. καβουρδίζω, σοτάρω, τσιγαρίζω, φρυγανίζω.|| (μτφ.) ~σμένη από τον ήλιο. | |
| 35206 | ξεροτήγανο | ξε-ρο-τή-γα-νο ουσ. (ουδ.): ΖΑΧΑΡ. παραδοσιακό τηγανητό γλύκισμα σε σχήμα τυλιχτής κορδέλας από ζυμάρι, αβγά, γάλα και σιρόπι μελιού: κρητικό/τραγανιστό ~. ~α πασπαλισμένα με καρυδόψιχα, σουσάμι και κανέλα. Πβ. δίπλες. | |
| 35207 | ξερότοπος | ξε-ρό-το-πος ουσ. (αρσ.) (προφ.): τόπος άνυδρος και άγονος: Το νησί είναι ένας ~, δεν έχει ούτε ένα πράσινο φύλλο. Πβ. ερημιά. Βλ. -τοπος. | |
| 35208 | ξεροφαγία | βλ. ξηροφαγία | |
| 35209 | ξερόχορτο | ξε-ρό-χορ-το ουσ. (ουδ.) (προφ.): ξερό χόρτο ή γενικότ. ξεραμένο φυτό: Καθάρισε το οικόπεδο από τα ~α. Βλ. ξερό-κλαδο, -φυλλο. | |
| 35210 | ξεροψήνω | ξε-ρο-ψή-νω ρ. (μτβ.) {ξερόψη-σε, ξεροψή-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, ξεροψήν-οντας} 1. ψήνω κάτι, ώσπου να γίνει τραγανό· κατ' επέκτ. εκτίθεμαι αρκετή ώρα σε ηλιακή ή άλλη ακτινοβολία: ~ το κοτόπουλο. ~μένη πέτσα από το αρνί. ~μένο: κρέας/μπέικον. Ψωμί χωριάτικο ~μένο (= τραγανιστό) στα κάρβουνα. Πβ. καβουρδίζω.|| ~εται στην παραλία/στο σολάριουμ. ΣΥΝ. ξεροτηγανίζω 2. (σπανιότ.-μτφ.) παιδεύω, ταλαιπωρώ, βασανίζω: Ο προπονητής ~ει τους παίκτες του. | |
| 35211 | ξεροψήσιμο | ξε-ρο-ψή-σι-μο ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεροψήνω. Πβ. καβούρδισμα. | |
| 35212 | ξέρω | ξέ-ρω ρ. (μτβ.) {ήξερα, ξέρ-οντας} & (ιδιωμ.) ξεύρω 1. έχω γνώση ή αντίληψη για κάτι: ~ τη διεύθυνσή της/το επάγγελμα/την (οικονομική του) κατάσταση/το όνομα (κάποιου). Δεν ~ πόσο χρονών είναι/πότε θα έρθει/πού είναι/πώς τον λένε. Δεν ~εις τίποτα παραπάνω/περισσότερο να μου πεις; Νομίζεις ότι ~εις τα πάντα/τα ~εις όλα; ~ τι ζητώ/θέλω/κάνω. Την ~ καλά την πόλη. (κατηγορία απάντησης σε ερωτηματολόγιο, δημοσκόπηση) Δεν ~ /δεν απαντώ. ~ τις αρμοδιότητές/τα δικαιώματά/τις υποχρεώσεις μου. Άσε/άφησε αυτά που ~εις. Αυτά που ~εις/ήξερες να τα ξεχάσεις. Όλα όσα/τι πρέπει να ~ουμε για το .../σχετικά με ... ~εις τι θα πει/τι σημαίνει να ...; Τον ρώτησα, αλλά δεν ~ει τίποτα για το θέμα. Κάτι ~ει, να την ακούς! Δεν ~ από που ν' αρχίσω. Απ’ όσο (μπορώ να)/απ’ ό,τι ~ , … Ποιος ~ει πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα. Aν ήξερες/να 'ξερες πόσο την αγαπώ! ~εις (τώρα) εσύ (: για κάτι γνωστό στον άλλον ή για περιπτώσεις που δεν θέλουμε να αναφέρουμε κάτι ρητά). Πβ. αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω. ΑΝΤ. αγνοώ (1) 2. είμαι γνώστης, κατέχω κάποιο γνωστικό αντικείμενο ή μια δεξιότητα: ~ μια γλώσσα/γράμματα/κολύμπι/μαγειρική/μπάσκετ/τάβλι. ~ να γράφω/διαβάζω/μαγειρεύω/οδηγώ/παίζω (ένα παιχνίδι ή ένα μουσικό όργανο)/χειρίζομαι υπολογιστή/χορεύω. ~ να πω μάθημα/ένα ποίημα (απέξω). ~ει κανείς από μηχανές;|| (Δεν) ~ει να δίνει/παίρνει/περιμένει/χάνει. 3. γνωρίζω κάποιον καλά ή μου είναι γνωστός: ~ τους γονείς/την οικογένειά του. Την ~ εδώ και χρόνια/εξ όψεως/(από) καιρό/από παλιά/φυσιογνωμικά. Τον ~ από παιδί. Δεν ~ κανέναν σε αυτή τη γιορτή. Τον ~εις αυτόν εκεί; Την ~ μέσω ενός κοινού μας φίλου.|| (κατ' επέκτ.) Πόσο καλά ~εις τους φίλους σου (: γνωρίζεις τον χαρακτήρα τους); Με ~εις πόσο ανυπόμονος είμαι. Έλα μωρέ, δεν την ~εις; Κάθε φορά τα ίδια κάνει.|| (για δημόσιο πρόσωπο) Τους ~εις τους ηθοποιούς που συμμετέχουν στο σίριαλ; ● ΦΡ.: (αυτό) το ξέρει και η γάτα μου!: είναι αυτονόητο ή γνωστό σε όλους., δεν ήξερες, δεν ρώταγες; (ειρων.): λέγεται όταν κάποιος από αφέλεια βρεθεί μπλεγμένος σε δυσάρεστη κατάσταση, ενώ θα μπορούσε να την είχε αποφύγει, αν φρόντιζε προηγουμένως να ενημερωθεί., δεν ξέρει τι έχει: είναι πολύ πλούσιος, έχει μεγάλη περιουσία., ξέρει να ζει (τη ζωή του/της) (προφ.): την απολαμβάνει., ξέρεις ...: στην αρχή φράσης, συνήθ. ως ένδειξη αμηχανίας, δισταγμού, δυσκολίας να πούμε κατευθείαν αυτό που θέλουμε: ~, θέλω να μιλήσουμε., ξέρω (κάποιον) για ...: έχω σχηματίσει για κάποιον την άποψη, τη γνώμη, την εντύπωση: Τον ήξερα για τεμπέλη, αλλά με διέψευσε., ξέρω γω (προφ.): κειμενικός δείκτης για αναφορά παραδείγματος ή ως απάντηση για δήλωση άγνοιας και κατ' επέκτ. δυσφορίας, αδιαφορίας: Θα δώσω, ~ ~, είκοσι-τριάντα ευρώ και θα κάνω τη δουλειά μου. Πβ. ας πούμε, για παράδειγμα.|| -Τι του 'κανες και θύμωσε; -~ ~, μωρέ!, ξέρω κι εγώ/(που θες να) ξέρω εγώ/'γω;/! (προφ.): κειμενικός δείκτης που εκφράζει αμηχανία, άγνοια ή αμφιβολία για κάτι: Πώς τα κατάφερες έτσι; - ~ ~, τι να σου πω; Τελικά θα έρθουν; -~ ~, θα σε γελάσω., ποιος ξέρει;: για δήλωση άγνοιας: Άραγε θα έρθει, ~ ~; Πβ. τις οίδε;, ποτέ δεν ξέρεις ...: μη θεωρείς τίποτα απίθανο· όλα είναι πιθανά: ~ ~ τι σου επιφυλάσσει η μοίρα.|| -Δεν θα ξαναγυρίσει. -~ ~. Πβ. ποτέ μην λες/πεις ποτέ. [< αγγλ. you never know] , (κι εγώ) πώς/πού θες να (το) ξέρω; βλ. θέλω, δεν γνωρίζει/δεν ξέρει η αριστερά τι ποιεί η δεξιά βλ. αριστερός, δεν θέλω να ξαναδώ κάποιον (στα μάτια μου/μπροστά μου)/δεν θέλω ούτε να ξέρω/να βλέπω κάποιον βλ. θέλω, δεν καταλαβαίνω/δεν ξέρω/δεν σκαμπάζω γρι βλ. γρι, δεν καταλαβαίνω/ξέρω/ακούω Χριστό! βλ. Χριστός, δεν ξέρει την τύφλα του βλ. τύφλα, δεν ξέρει τι του φταίει βλ. φταίω, δεν ξέρεις τι σου γίνεται βλ. γίνομαι, δεν ξέρω πού (μου) πάν' τα τέσσερα βλ. τέσσερις, δεν ξέρω πού πατώ και πού πηγαίνω βλ. πατώ, ένας Θεός ξέρει βλ. θεός, λέει/ξέρει κάτι νεράκι βλ. νερό, ξέρει/δεν ξέρει τι θέλει βλ. θέλω, ξέρω τι θα πει βλ. λέω, όποιος είναι έξω από τον χορό, πολλά τραγούδια λέει/ξέρει βλ. χορός, όσα ξέρει ο νοικοκύρης, δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος βλ. νοικοκύρης, πού σε είδα, πού σε ξέρω βλ. βλέπω, το ξέρουν και οι κότες βλ. κότα, τόσα ξέρει, τόσα λέει βλ. τόσος [< μεσν. ξέρω < (ἐ)ξεύρω < αρχ. ἐξευρίσκω] | |
| 35213 | ξεσάλωμα | ξε-σά-λω-μα ουσ. (ουδ.) {ξεσαλώμ-ατα} (προφ.): ξεφάντωμα: απόλυτο/τρελό ~. Διάθεση για ~. Νυχτερινά ~ατα.|| (κατ' επέκτ.-αρνητ. συνυποδ.) Καταναλωτικό ~. Πβ. κραιπάλη. | |
| 35214 | ξεσαλώνω | ξε-σα-λώ-νω ρ. (αμτβ.) {ξεσάλω-σε, -μένος, ξεσαλών-οντας} (προφ.) 1. διασκεδάζω έντονα, εκτονώνομαι, ξεφαντώνω: ~ει στην πίστα. ~σαν χορεύοντας μέχρι τα ξημερώματα. Πβ. ξεδίνω, το ρίχνω έξω. ΣΥΝ. γλεντώ (1) 2. (κατ' επέκτ.) υπερβαίνω τα λογικά ή κυρ. τα ηθικά όρια: Τα κανάλια ~σαν με το σκάνδαλο ... | |
| 35215 | ξεσαμάρωτος | , η, ο ξε-σα-μά-ρω-τος επίθ. (λαϊκό): (για υποζύγιο) χωρίς σαμάρι: ~ο: άλογο. ● ΦΡ.: γαϊδούρι/μουλάρι ξεσαμάρωτο/ξεκαπίστρωτο/ξέστρωτο βλ. γαϊδούρι | |
| 35216 | ξεσελώνω | ξε-σε-λώ-νω ρ. (μτβ.) {ξεσέλω-σε}: αφαιρώ τη σέλα από υποζύγιο. ΑΝΤ. σελώνω [< μεσν. ξεσελώνω] | |
| 35217 | ξέση | ξέ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): αφαίρεση υλικού μέσω τριβής με σκληρό ή αιχμηρό αντικείμενο: ~ με σύρμα. Εργασίες καθαρισμού και ~ης δεξαμενών. Πβ. ξύσιμο. Βλ. λείανση, τρίψιμο. [< μτγν. ξέσις] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ