Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [35880-35900]

IDΛήμμαΕρμηνεία
35218ξεσήκωμαξε-σή-κω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. ξεσηκωμός: απεργιακό/επαναστατικό/λαϊκό/μαζικό ~. Αφύπνιση των συνειδήσεων και συλλογικό ~. Πβ. επανάσταση. Βλ. κινητοποίηση, στάση.|| (ειδικότ.) ~ του θηράματος από κυνηγόσκυλο (: πρόκληση εξόδου άγριου ζώου από τη φωλιά του). 2. ξεπατίκωμα: λεπτό χαρτί ~ώματος. Πβ. αντιγραφή. 3. (σπανιότ.) γενικό συγύρισμα σπιτιού. Βλ. πάστρα.
35219ξεσηκωμόςξε-ση-κω-μός ουσ. (αρσ.) (προφ.) 1. εξέγερση, κινητοποίηση· αναταραχή, αναστάτωση: αγροτικός/αντιπολεμικός/εθνικός/εργατικός/λαϊκός ~. ~ του κόσμου/των φοιτητών. ~ ενάντια σε δικτατορικά καθεστώτα. ~ και αντίσταση/διαμαρτυρία του λαού. Ο ~ του Γένους (: η επανάσταση του 1821). Πβ. ανταρσία, επανάσταση, στάση.|| Επικρατεί ~ για τον αυριανό αγώνα. ΣΥΝ. ξεσήκωμα (1) 2. (σπάν.) εγκατάλειψη τόπου, συνήθ. εσπευσμένη ή αναγκαστική, ξενιτεμός.
35220ξεσηκώνωξε-ση-κώ-νω ρ. (μτβ.) {ξεσήκω-σα, ξεσηκώ-θηκα, -μένος, προστ. αορ. ξεσηκώ-σου, -θείτε, ξεσηκών-οντας} (προφ.) 1. προκαλώ, προξενώ· αναστατώνω: (Κάποιος/κάτι) ~σε θύελλα (αντιδράσεων, διαμαρτυριών)/κύματα (ενθουσιασμού, συγκίνησης)/σάλο.|| ~σε τη γειτονιά/την πολυκατοικία με τις φωνές του. Μας ~σες καλά καλά και τώρα λες πως δεν υπάρχει πρόβλημα.|| (θετ. συνυποδ.) Η τραγουδίστρια ~σε το ακροατήριο. Χορός που ~ει τις αισθήσεις. Πβ. διεγείρω, ηλεκτρίζω. 2. παρακινώ σε δράση, σε δυναμική αντίδραση, εξέγερση: ~ει τον κόσμο σε απεργία/διαδήλωση/κινητοποίηση. Ο λαός ~θηκε (= επαναστάτησε) ενάντια σε ... ~μένη: πόλη. ~μένο: έθνος. ΣΥΝ. εξεγείρω (1) 3. παρασύρω κάποιον να κάνει κάτι: Με ~σε για βόλτα/εκδρομή. Ιδέα που μας ~σε. Πβ. παροτρύνω, προτρέπω. 4. αναπαράγω πιστά ή μιμούμαι, ξεπατικώνω: ~ μια ζωγραφιά σε ημιδιαφανές χαρτί.|| ~ τις εκφράσεις/τις κινήσεις/το στιλ/τη συμπεριφορά/τις συνήθειες/τον τρόπο ζωής/το ύφος κάποιου. Ο μικρός ~ει ό,τι βλέπει και ό,τι ακούει από τους μεγάλους. Πβ. αντιγράφω. 5. (σπανιότ.) (για χώρο) συγυρίζω, κάνω γενική καθαριότητα. ● ΦΡ.: ξεσηκώνω τα μυαλά κάποιου (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): τον παρασέρνω σε παράλογες ενέργειες, τον ξεμυαλίζω: Του ~σαν ~. Βλ. μου πήρε το μυαλό/τα μυαλά/το(ν) νου.
35221ξεσηκωτικός, ή, ό ξε-ση-κω-τι-κός επίθ. (νεαν. αργκό): ανεβαστικός. Πβ. εξυψωτικός. ● επίρρ.: ξεσηκωτικά
35222ξεσκαλίζωξε-σκα-λί-ζω ρ. (μτβ.) {ξεσκάλι-σα, ξεσκαλίζ-οντας} (προφ.) 1. (μτφ.) ανασκαλεύω: ~σε τα συρτάρια του, ψάχνοντας να βρει ...|| ~ει μια παλιά υπόθεση/το παρελθόν της. Πβ. ανακινώ, αναμοχλεύω. 2. σκαλίζω: ~ει το χώμα.
35223ξεσκάλωμαξε-σκά-λω-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεσκαλώνω: ~ του αγκιστριού από την πετονιά/της άγκυρας του πλοίου.
35224ξεσκαλώνωξε-σκα-λώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ξεσκάλω-σε} 1. (μτφ.) απεμπλέκομαι, αποδεσμεύομαι από κάποιο εμπόδιο: ~σε το θέμα/η υπόθεση μετά την οριστική απόφαση για ...|| (αργκό) ~σε (: ξεκόλλησε) το μυαλό μου. 2. ξεμπλέκω κάτι που έχει σκαλώσει: ~σε τον χαρταετό. Πβ. αποσπώ, ελευθερώνω. [< μεσν. ξεσκαλώνω 'φτάνω σε λιμάνι']
35225ξεσκαρτάρισμαξε-σκαρ-τά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): ξεδιάλεγμα, ξεκαθάρισμα. Βλ. -ισμα. ΣΥΝ. σκαρτάρισμα
35226ξεσκαρτάρωξε-σκαρ-τά-ρω ρ. (μτβ.) {ξεσκαρτάρ-ισα κ. ξεσκάρταρ-α, ξεσκαρτάρ-οντας} (προφ.): πετώ περιττά, ανεπιθύμητα πράγματα· επεξεργάζομαι στοιχεία ή αξιολογώ πρόσωπα για την επιλογή του κατάλληλου: ~ τα άχρηστα από τα χρήσιμα (αρχεία/χαρτιά). ~ τα φύλλα της τράπουλας.|| ~ισαν τη λίστα με τους υποψηφίους. ΣΥΝ. ξεδιαλέγω, ξεκαθαρίζω (2), σκαρτάρω
35227ξεσκάρωμαξε-σκά-ρω-μα ουσ. (ουδ.): απομάκρυνση βράχων ή λίθων επικίνδυνων για κατολίσθηση, από φυσικά ή τεχνητά πρανή. Πβ. εκβραχισμός. Βλ. πλέγμα.
35228ξέσκασμαξέ-σκα-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεσκάω: ~ από τη μονοτονία της πόλης/τη ρουτίνα της καθημερινότητας. Πβ. ξέδομα. Βλ. διασκέδαση.
35229ξεσκατίζωξε-σκα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {ξεσκάτι-σα, ξεσκατίζ-οντας} & ξεσκατώνω (προφ.): καθαρίζω κάποιον από περιττώματα, ακαθαρσίες: ~ει γέρους. ~σε το μωρό της. [< μεσν. ξεσκατίζω]
35230ξεσκάτισμαξε-σκά-τι-σμα ουσ. (ουδ.) & ξεσκάτωμα (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεσκατίζω.
35231ξεσκάωξε-σκά-ω ρ. (αμτβ.) {-άει ...| ξέσκα-σε, ξεσκά-σει}: απαλλάσσομαι, συνήθ. προσωρινά, από έγνοιες, στενοχώριες και σκοτούρες μέσω της διασκέδασης ή κάποιας δραστηριότητας, εκτονώνομαι: ~ από τη δουλειά/τις εξετάσεις. ~ βλέποντας ταινίες/κάνοντας γυμναστική/πηγαίνοντας εκδρομή. Βγήκε έξω/πήγε μια βόλτα, για να ~σει (= ξεφύγει) και να χαλαρώσει. Το ρίχνει έξω, για να ~σει από τα βάσανά του. Πβ. παίρνω αέρα/τον αέρα μου.|| Τα είπε και ~σε (= ξαλάφρωσε, ξεθύμανε). ΣΥΝ. ξεδίνω (1)
35232ξεσκεπάζωξε-σκε-πά-ζω ρ. (μτβ.) {ξεσκέπα-σε, ξεσκεπά-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, ξεσκεπάζ-οντας} 1. βγάζω, αφαιρώ κουκούλα, καπάκι, κάλυμμα ή σκέπασμα: ~ το αυτοκίνητο (ΑΝΤ. σκεπάζω, κουκουλώνω)/την κατσαρόλα. ~στηκα στον ύπνο μου. 2. (μτφ.) αποκαλύπτω, φέρνω στο φως κάτι που ήταν κρυφό: ~ την απάτη/την κομπίνα/το κύκλωμα/το σκάνδαλο/την υπόθεση/την υποκρισία/το ψέμα. ~στηκε (μπροστά) στα μάτια όλων. Πβ. ξεγυμνώνω, ξεμπροστιάζω, φανερώνω. ΣΥΝ. ξεκουκουλώνω (1), ξεμασκαρεύω ΑΝΤ. θάβω (4), καλύπτω (8) [< μεσν. ξεσκεπάζω]
35233ξεσκέπασμαξε-σκέ-πα-σμα ουσ. (ουδ.): αφαίρεση σκεπάσματος και μτφ. φανέρωμα: ~ στον ύπνο.|| ~ της αλήθειας/των ενόχων (= αποκάλυψη). Πβ. ξεκουκούλωμα, ξεμασκάρεμα, ξεμπρόστιασμα.
35234ξεσκέπαστος, η, ο ξε-σκέ-πα-στος επίθ. 1. (προφ.) που δεν διαθέτει σκέπασμα, κάλυμμα, καπάκι, οροφή: ~η: κατσαρόλα. ~ο: αυτοκίνητο (πβ. κάμπριο). Κοιμήθηκε ~ (= ασκέπαστος). Πβ. ακάλυπτος.|| ~η: κολοκυθόπιτα/τυρόπιτα (: χωρίς στρώση φύλλου, ζύμης από πάνω).|| (μτφ.) Μιλά με ~ο πρόσωπο (: απροκάλυπτα, κατάμουτρα, χωρίς να κρύβεται). ΣΥΝ. ξέσκεπος 2. (αργκό) φαλακρός.
35235ξέσκεπος, η, ο ξέ-σκε-πος επίθ. (λαϊκό): που δεν καλύπτεται ή δεν σκεπάζεται από κάτι: ~η: κατσαρόλα (: χωρίς καπάκι). ~ο: κτίσμα (: χωρίς στέγη)/φορτηγό (= ανοιχτό). Ξύπνησα ~ (: χωρίς σκεπάσματα).|| (μτφ.) Έμειναν ~οι (= ακάλυπτοι, εκτεθειμένοι, χωρίς υποστήριξη). ΣΥΝ. ξεσκέπαστος (1) ● επίρρ.: ξέσκεπα [< μεσν. ξέσκεπος]
35236ξεσκίζωξε-σκί-ζω ρ. (μτβ.) {ξέσκι-σε, -στηκε, -στεί, -σμένος, ξεσκίζ-οντας} & ξεσχίζω (προφ.) 1. σκίζω τελείως, κομματιάζω: Ο αέρας ~σε τα πανιά (του σκάφους). ~σμένο: φόρεμα. Πβ. κουρελιάζω.|| (μτφ.) Ο πόνος τού ~ει τα σωθικά. 2. (μτφ.) νικώ ολοκληρωτικά, με συντριπτικό τρόπο: Μας ~σαν στο μπάσκετ. 3. προκαλώ γρατζουνιές, εκδορές, πληγές: Το λυκόσκυλο μού ~σε το χέρι. Πβ. γρατζουνώ.|| (για ζώο:) ~σε το θήραμά του (: το κατασπάραξε). Πβ. κατα~. 4. (μτφ.-επιτατ.) δυσκολεύω, ταλαιπωρώ, βασανίζω: Μας ~σε στις ερωτήσεις/στα τηλέφωνα.|| Μας ~σε στο διαγώνισμα (: έβαλε δύσκολα θέματα). 5. (αργκό) συνουσιάζομαι έντονα ή/και βίαια. ● Παθ.: ξεσκίζομαι (μτφ.): (+ σε) εξαντλούμαι κάνοντας κάτι εντατικά και σε υπερβολικό βαθμό: ~ στις βόλτες/στη γυμναστική/στο τρέξιμο/στον ύπνο/στο φαγητό. ~ (= ξεπατώνομαι) στο διάβασμα/στη δουλειά. ~στήκαμε στο γέλιο (πβ. ξελιγώνομαι στα/από τα γέλια). [< μεσν. ξεσκίζω, ξεσχίζω]
35237ξέσκισμαξέ-σκι-σμα ουσ. (ουδ.) & ξέσχισμα (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεσκίζω. Πβ. κουρέλιασμα. [< μεσν. ξέσκισμα, ξέσχισμα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.