| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 35238 | ξεσκλάβωμα | ξε-σκλά-βω-μα ουσ. (ουδ.) (σπάν.): λύτρωση από ξένη κυριαρχία: ο αγώνας για το ~ της πατρίδας.|| (μτφ.) Κοινωνικό/πνευματικό ~ του λαού. ΣΥΝ. απελευθέρωση (1), ελευθέρωση ΑΝΤ. σκλάβωμα | |
| 35239 | ξεσκλίδι | ξε-σκλί-δι ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (λαϊκό-λογοτ.): μικρό κομμάτι ξύλου που έχει μείνει μετά από την κατεργασία του και (συνήθ. μτφ.) κουρέλι, απομεινάρι. Βλ. σκλήθρα. | |
| 35240 | ξεσκονίζω | ξε-σκο-νί-ζω ρ. (μτβ.) {ξεσκόνι-σε, ξεσκονί-στηκε, -σμένος, ξεσκονίζ-οντας} 1. καθαρίζω, αφαιρώ τη σκόνη από αντικείμενο, επιφάνεια, χώρο: ~ τα βιβλία/τα έπιπλα/τα ράφια (με ξεσκονιστήρι ή ξεσκονόπανο). ~ τα παπούτσια από το χώμα (με βούρτσα). ~σα, σκούπισα και σφουγγάρισα όλο το σπίτι. Βλ. ξαραχνιάζω. ΑΝΤ. σκονίζω 2. (μτφ.) καταπιάνομαι με κάτι ύστερα από καιρό· ανασύρω από τη μνήμη: ~ (= φρεσκάρω) τα γαλλικά μου.|| ~ αναμνήσεις από την παιδική ηλικία. Πβ. ξαναθυμάμαι. 3. (μτφ.) ερευνώ σχολαστικά, μελετώ λεπτομερώς, ελέγχω κάποιον ή κάτι εξονυχιστικά: ~ει τα αρχεία/τις σημειώσεις του. Η εφορία ~σε τις φορολογικές δηλώσεις. Πβ. εξετάζω, λεπτολογώ, ξεψαχνίζω, ξεψειρίζω, στο/από το μικροσκόπιο. [< μεσν. ξεσκονίζω] | |
| 35241 | ξεσκόνισμα | ξε-σκό-νι-σμα ουσ. (ουδ.) {ξεσκονίσμ-ατος} (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεσκονίζω: ~ επίπλων με πανί. Σκούπισμα και ~. Φτερό ~ατος (= ξεσκονιστήρι). Βλ. ξαράχνιασμα.|| (μτφ.) ~ (= φρεσκάρισμα) γνώσεων/της μνήμης.|| ~ των οικονομικών στοιχείων της επιχείρησης (: εξονυχιστικός έλεγχος· πβ. ξεψάχνισμα, ξεψείρισμα). | |
| 35242 | ξεσκονιστήρι | ξε-σκο-νι-στή-ρι ουσ. (ουδ.) & ξεσκονίστρα (η) (προφ.): βέργα με φτερά ή υφασμάτινες λωρίδες ή ίνες προσαρμοσμένες στην άκρη της και γενικότ. καθετί που χρησιμοποιείται για την αφαίρεση σκόνης: ~ από πούπουλα. ~ με διχάλα για φέτες καλοριφέρ. Βλ. ξεσκονόπανο, τιναχτήρι, -τήρι. | |
| 35243 | ξεσκονόπανο | ξε-σκο-νό-πα-νο ουσ. (ουδ.) (προφ.): πανί για απομάκρυνση σκόνης από αντικείμενο ή επιφάνεια: βαμβακερό/μαλακό ~. Με το ~ στο χέρι. Πβ. πατσαβούρα. Βλ. βετέξ, ξεσκονιστήρι.|| (μτφ.) Δεν έχει πιάσει ποτέ στα χέρια του ~ (: δεν έχει κάνει ποτέ δουλειές στο σπίτι) | |
| 35244 | ξεσκουριάζω | ξε-σκου-ριά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξεσκούρια-σα, ξεσκουριά-σω} (προφ.) 1. αφαιρώ τη σκουριά από μέταλλο ή μεταλλικό αντικείμενο: Καρφιά και βίδες ~ουν εύκολα, αν βυθιστούν σε ειδικό διάλυμα (ΑΝΤ. οξειδώνει, σκουριάζει). 2. (μτφ.) δραστηριοποιούμαι, βγαίνω από κατάσταση αδράνειας· κατ' επέκτ. ανανεώνω, αναζωογονώ: Πήγα γυμναστήριο, για να ~σω. Λύνει γρίφους, για να ~σει το μυαλό του.|| Βότανα που ~ουν τον οργανισμό. | |
| 35245 | ξεσκούριασμα | ξε-σκού-ρια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεσκουριάζω. ΑΝΤ. σκούριασμα | |
| 35246 | ξεσκούφωτος | , η, ο ξε-σκού-φω-τος επίθ.: που δεν φορά σκούφο ή καπέλο· κατ' επέκτ. χωρίς οροφή, καπάκι: ~ο: κεφάλι. Κυκλοφορεί ~ ντάλα μεσημέρι.|| ~ο: αυτοκίνητο (πβ. κάμπριο). Πβ. ξεσκέπαστος, ξέσκεπος. | |
| 35247 | ξέσμα | ξέ-σμα ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: καθετί που έχει ξυστεί ή κατ' επέκτ. έχει σβηστεί· (συνήθ.-ειδικότ.) τμήμα ιστού που αφαιρείται από όργανο του σώματος με απόξεση: ~ατα μετάλλων/μπογιάς. ~ατα και θραύσματα πλαστικών υλών.|| Το πιστοποιητικό δεν πρέπει να φέρει ~ατα και διορθώσεις.|| (ΙΑΤΡ.) ~ατα δέρματος (βλ. λέπι). Πβ. ξύσμα. [< μτγν. ξέσμα] | |
| 35248 | ξεσπάθωμα | ξε-σπά-θω-μα ουσ. (ουδ.) (μτφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεσπαθώνω: ~ ειλικρίνειας. | |
| 35250 | ξέσπασμα | ξέ-σπα-σμα ουσ. (ουδ.) {ξεσπάσμ-ατα}: έντονη αντίδραση προσώπου· απότομη και βίαιη εκδήλωση φαινομένου, κρίσης: ~ γέλιου/ενθουσιασμού/οργής/χαράς (πβ. έκρηξη, παροξυσμός). Απρόβλεπτα/νευρικά/συγκινησιακά ~ατα. Έχει/παρουσιάζει συχνά ~ατα βουλιμίας. Το είπα πάνω σε ένα ~ της στιγμής (: για εκτόνωση).|| ~ του ηφαιστείου/του ιού/της καταιγίδας. Φόβοι για ~ επιδημιών.|| Κοινωνικό ~. Το ~ βίας/της εξέγερσης/του πολέμου. Δυναμικό ~ της ομάδας στο δεύτερο ημίχρονο. | |
| 35251 | ξεσπίτωμα | ξε-σπί-τω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) & (σπάν.) ξεσπιτωμός: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεσπιτώνω: μαζικό ~ (= ξεριζωμός, φυγή) για χιλιάδες οικογένειες. ~ και προσφυγιά. ~ των ενοίκων (πβ. έξωση)/των εργαζομένων λόγω μετάθεσης. | |
| 35252 | ξεσπιτώνω | ξε-σπι-τώ-νω ρ. (μτβ.) {ξεσπίτω-σε, ξεσπιτώ-θηκε, -μένος, ξεσπιτών-οντας} (προφ.): υποχρεώνω κάποιον να εγκαταλείψει το σπίτι, την πατρίδα, τον χώρο διαμονής ή την έδρα του: Πολλές οικογένειες ~θηκαν εξαιτίας της πλημμύρας/του πολέμου. Ξεριζωμένος και ~μένος. ~μένοι πρόσφυγες αναζητούσαν καταφύγιο.|| (κατ' επέκτ.) Με το λιώσιμο των πάγων οι πολικές αρκούδες ~ονται.|| (μτφ.) ~μένη: ποδοσφαιρική ομάδα (: χωρίς δικό της γήπεδο). | |
| 35253 | ξεσποριάζω | ξε-σπο-ριά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξεσπόρια-σε, ξεσποριά-στηκε, -σμένος} (λαϊκό) 1. αφαιρώ τους σπόρους, τα κουκούτσια από καρπό: Ξεφλούδισε, ~σε και ψιλόκοψε τις ντομάτες. ~σμένη: πιπεριά. ~σμένο: αγγούρι/κολοκύθι. Πβ. ξεκουκουτσιάζω. 2. (για φυτό) φτάνω στο τελικό στάδιο ωρίμανσης: Οι αγκινάρες ~σαν. | |
| 35254 | ξεσπώ | [ξεσπῶ] ξε-σπώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {-άς ... | ξέσπα-σα, ξεσπ-ώντας} & ξεσπάω: εκφράζομαι ή εκτονώνομαι συναισθηματικά με έντονο τρόπο, ορμητικά: ~ σε γέλια/κλάματα (πβ. μπήγω)/λυγμούς/φωνές/χειροκροτήματα. ~σε την οργή του πάνω μου. Πβ. ξεδίνω, ξεθυμαίνω. ● ξεσπά & ξεσπάει: (για φαινόμενο) εκδηλώνεται ξαφνικά και έντονα: ~σε αναταραχή/ανταρσία/βροχή (= έπιασε, πλάκωσε)/διαμάχη/εμφύλιος/εξέγερση/επανάσταση/επιδημία/θύελλα/καβγάς/καταιγίδα (= ενέσκηψε)/κρίση/μάχη/μπόρα/πόλεμος/πυρκαγιά/σάλος. Βίαια επεισόδια ~σαν κατά τη διάρκεια του αγώνα. [< μεσν. ξεσπώ] | |
| 35255 | ξέστηθος | , η, ο ξέ-στη-θος επίθ. {συνήθ. στο θηλ.} & ξεστήθωτος (προφ.): (κυρ. για γυναίκα) γυμνόστηθος. Πβ. τόπλες. | |
| 35256 | ξεστοκάρισμα | ξε-στο-κά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεστοκάρω: ~ αποθήκης/των παλιών μοντέλων. | |
| 35257 | ξεστοκάρω | ξε-στο-κά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξεστόκαρ-ε κ. ξεστοκάρ-ισε, σπάν. στην παθ. φωνή} (προφ.): (για έμπορο, επιχείρηση) πουλώ το στοκ εμπόρευμα: Η εταιρεία ~ε τα παλιά μοτέρ. Τα μαγαζιά κάνουν προσφορές, ώσπου να ~ουν. | |
| 35258 | ξεστολίζω | ξε-στο-λί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξεστόλι-σα, ξεστολί-στηκε, ξεστολίζ-οντας} (προφ.): αφαιρώ, απομακρύνω στολίδια, διακοσμητικά στοιχεία: ~σαν το χριστουγεννιάτικο δέντρο.|| Γύρισε στο σπίτι, ξεβάφτηκε και ~στηκε (: έβγαλε τα κοσμήματά της). ΑΝΤ. στολίζω (1) [< μεσν. ξεστολίζω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ