| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 35259 | ξεστόλισμα | ξε-στό-λι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεστολίζω: ~ του (χριστουγεννιάτικου) δέντρου/Επιταφίου. ΑΝΤ. στόλισμα | |
| 35260 | ξεστομίζω | ξε-στο-μί-ζω ρ. (μτβ.) {ξεστόμι-σα, ξεστομί-στηκε, ξεστομίζ-οντας} (προφ.): λέω σκληρά λόγια, βαριές κουβέντες, συνήθ. χωρίς να σκεφτώ σοβαρά ή να λάβω υπόψη τις συνέπειες: ~σε απειλές/βρισιές/προσβολές. Πώς τόλμησε να ~σει τέτοια κουβέντα. Πβ. εκτοξεύω, εξαπολύω. ΣΥΝ. εκστομίζω | |
| 35261 | ξεστός | , ή, ό ξε-στός επίθ.: που έχει λειανθεί, σχηματιστεί με απόξεση, πελεκητός: ~ός: πωρόλιθος. ~ή: οικοδομή/τοιχοδομία.|| ~ή: χαλκογραφία. Πήλινο αγγείο με ~ή διακόσμηση. [< αρχ. ξεστός] | |
| 35262 | ξέστρα | ξέ-στρα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ξέστρο. | |
| 35263 | ξεστράβωμα | ξε-στρά-βω-μα ουσ. (ουδ.) (οικ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεστραβώνω. Πβ. ίσιωμα. ΑΝΤ. στράβωμα (1) | |
| 35264 | ξεστραβώνω | ξε-στρα-βώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξεστράβω-σα, ξεστραβώ-θηκα, -θώ, -μένος} (οικ.) 1. {κυρ. μεσοπαθ.} (μτφ.) μορφώνω, παρέχω πνευματική κυρ. καλλιέργεια· ενημερώνω, διαφωτίζω: Χρωστώ πολλά στον δάσκαλό μου που με ~σε.|| Διάβασε κανένα βιβλίο να ~θείς. 2. κάνω κάποιον να βρει το φως του και μτφ. να δει πιο καθαρά, πιο αντικειμενικά: Φόρεσε γυαλιά να ~θείς. Πβ. ξαναβλέπω.|| ~θηκε και κατάλαβε επιτέλους ότι ... Ξεστραβώσου! Πβ. ανοίγω τα μάτια μου. ΑΝΤ. τυφλώνω (1) 3. ισιώνω, ευθυγραμμίζω: ~ει τη βέργα. ΑΝΤ. στραβώνω (1) | |
| 35265 | ξεστρατίζω | ξε-στρα-τί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ξεστράτι-σα, ξεστρατί-σω, -σμένος, ξεστρατίζ-οντας} (προφ.) 1. αλλάζω δρόμο, εκτρέπομαι από την κανονική ή τη συνηθισμένη πορεία: ~σε από τον προορισμό του. Το πρόβατο ~σε από το κοπάδι.|| (μτφ.) ~ από το θέμα/το καθήκον/την πεπατημένη/τον στόχο μου. Η σκέψη/συζήτηση ~σε. Πβ. ξεφεύγω. ΣΥΝ. παρεκκλίνω 2. (μτφ.) λοξοδρομώ, παρεκτρέπομαι ηθικά: ~σε από τον ίσιο δρόμο. ΣΥΝ. παραστρατώ [< μεσν. ξεστρατίζω] | |
| 35266 | ξεστράτισμα | ξε-στρά-τι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεστρατίζω: ~ της κουβέντας. ~ από την αρχική πορεία/τον στόχο. ΣΥΝ. λοξοδρόμηση, παρέκκλιση, (παρ)εκτροπή.|| (μτφ.) Το ~ απ' τον ίσιο δρόμο. Πβ. ολίσθημα, παραστράτημα. | |
| 35267 | ξέστρο | ξέ-στρο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): εργαλείο ποικίλων τύπων με ακονισμένη άκρη ή λεπίδα για επεξεργασία διαφόρων υλικών ή απόξεση: ~ καθαρισμού σκευών. ~α δεξαμενών καθίζησης. Πβ. ξυστήρι, ξύστρα, ξυστρί. Βλ. καλέμι.|| (ΙΑΤΡ.) Οδοντιατρικό/χειρουργικό ~. ~ αμφιβληστροειδούς/ενδομητρίου/οστών/υπερήχων. ~ για αφαίρεση/λήψη ιστού. Πβ. κοχλιάριο.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ., πέτρινο εργαλείο της παλαιολιθικής εποχής με κοφτερή ακμή:) ~α για κατεργασία ξύλου και δέρματος. Βλ. -τρο. ΣΥΝ. ξέστρα [< μτγν. ξέστρον, γαλλ. curette] | |
| 35268 | ξέστρωμα | ξέ-στρω-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεστρώνω. ΑΝΤ. στρώσιμο | |
| 35269 | ξεστρώνω | ξε-στρώ-νω ρ. (μτβ.) {ξέστρω-σα, ξεστρώ-σω, -θηκε, -μένος, ξεστρών-οντας}: βγάζω κάλυμμα ή σκέπασμα, συνήθ. υφασμάτινο, από μία επιφάνεια: ~ το κρεβάτι μου. ~ τα ριχτάρια από τα έπιπλα. ΑΝΤ. στρώνω (1) ● ΦΡ.: ξεστρώνω (το σπίτι): σηκώνω τα χαλιά, συνήθ. μετά το τέλος του χειμώνα., μαζεύω/ξεστρώνω το τραπέζι βλ. τραπέζι [< μεσν. ξεστρώνω] | |
| 35270 | ξέστρωτος | , η, ο ξέ-στρω-τος επίθ.: που δεν έχει στρωθεί: ~ο: κρεβάτι/τραπέζι. ~α: σεντόνια. Πβ. άστρωτος. Βλ. -στρωτος. ● ΦΡ.: γαϊδούρι/μουλάρι ξεσαμάρωτο/ξεκαπίστρωτο/ξέστρωτο βλ. γαϊδούρι [< μεσν. ξέστρωτος] | |
| 35271 | ξεσυνερίζομαι | ξε-συ-νε-ρί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {ξεσυνερί-στηκα} (οικ.): ενοχλούμαι, δυσφορώ συνήθ. υπερβολικά από κάποιον ή κάτι που με θίγει, με προσβάλλει· ανταγωνίζομαι: Μην τον ~εσαι, μικρό παιδί είναι. Πβ. δυσανασχετώ.|| ~ονται μεταξύ τους ποιος θα νικήσει. ΣΥΝ. συνερίζομαι [< μεσν. ξεσυνερίζομαι] | |
| 35272 | ξεσυνηθίζω | ξε-συ-νη-θί-ζω ρ. (μτβ.) {ξεσυνήθι-σα, ξεσυνηθί-σω}: αποβάλλω συνήθεια ή ξεχνώ κάτι που έχω μάθει· δεν έχω πια οικειότητα με κάποιον: ~σε το κάπνισµα/το ποτό. ~σα να ξενυχτάω/σηκώνομαι πρωί.|| Το στομάχι του είχε ~σει το σπιτικό φαγητό.|| Είχαν ~σει ο ένας τον άλλο. ΣΥΝ. ξεμαθαίνω ΑΝΤ. συνηθίζω (1) | |
| 35273 | ξεσφίγγω | ξε-σφίγ-γω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξέσφι-ξα, ξεσφί-ξω, -γμένος, ξεσφίγγ-οντας}: χαλαρώνω κάτι σφιχτό: ~ τη γραβάτα/το ελατήριο/τους ιμάντες/το καπάκι/το σχοινί/την τάπα. ~ξε τα δάχτυλα. Αυτή η ζώνη δεν ~ει με τίποτα. ~γμένη: βίδα.|| Ένα χαμόγελο ~ει τα χείλη της. ΣΥΝ. λασκάρω (1), ξελασκάρω (1) ΑΝΤ. σφίγγω (2) | |
| 35274 | ξεσφίξιμο | ξε-σφί-ξι-μο ουσ. (ουδ.) & ξέσφιγμα: λασκάρισμα, χαλάρωση: σφίξιμο και ~ εξαρτημάτων. Πβ. χαλάρωμα. | |
| 35275 | ξεσχίζω | βλ. ξεσκίζω | |
| 35276 | ξετέλεμα | ξε-τέ-λε-μα ουσ. (ουδ.) {ξετελέμ-ατα} (ιδιωμ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξετελεύω: καλά ~ατα (= καλά ξεμπερδέματα ή ως ευχή για αίσια έκβαση της διαδικασίας μέχρι την τέλεση του γάμου). | |
| 35277 | ξετελεύω | ξε-τε-λεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξετέλε-ψα, ξετελέ-ψει, -μένος} (ιδιωμ.): φέρνω κάτι σε πέρας, τελειώνω, ολοκληρώνω: ~ψε τις δουλειές του γρήγορα. Κοίταζαν να ~ψουν μια ώρα αρχύτερα και να φύγουν. Πβ. τελεύω. [< μεσν. ξετελεύω] | |
| 35278 | ξετίναγμα | ξε-τί-ναγ-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξετινάζω· ειδικότ. κατατρόπωση: ~ του προϋπολογισμού/της ρουλέτας.|| (μτφ.) ~ των εχθρών. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ