| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 35279 | ξετινάζω | ξε-τι-νά-ζω ρ. (μτβ.) {ξετίνα-ξε, ξετινά-ξει, -χτηκε (λόγ.) -χθηκε, -χτεί (λόγ.) -χθεί, ξετινάζ-οντας} (προφ.) 1. (μτφ.) εξαντλώ οικονομικά: ~ κάποιον στα χαρτιά (πβ. αρμέγω, μαδώ, ξεπουπουλιάζω). ~ξε την μπάνκα (πβ. τινάζω την μπάνκα στον αέρα).|| ~ξε τα μαγαζιά (: αγόρασε πολλά πράγματα)/την πιστωτική του κάρτα (: την χρέωσε υπερβολικά). Μας ~ξε τα πορτοφόλια η εκδρομή (: μας στοίχισε πολλά λεφτά). 2. (μτφ.) αντικρούω τα επιχειρήματα κάποιου, αποδεικνύοντάς του ότι δεν ισχύουν· εξετάζω λεπτομερώς, ελέγχω: ~ξε κάθε συλλογισμό μου.|| Ο εξεταστής με ~ξε στις ερωτήσεις. ~ξαν όλα τα στοιχεία της υπόθεσης. Πβ. ξεψαχνίζω, ξεψειρίζω.|| ~ξα (= ξεκοκάλισα) το βιβλίο μέσα σε δυο μέρες. 3. τινάζω κάτι καλά, κυρ. για να ξεσκονιστεί: ~ξε τις κουβέρτες. 4. (μτφ.) κουράζω υπερβολικά: Με ~ξε στο τρέξιμο.|| Τρέχει πολύ και το έχει ~ξει το αυτοκίνητο. [< μεσν. ξετινάζω < μτγν. ἐκτινάσσω] | |
| 35280 | ξετρελαίνω | ξε-τρε-λαί-νω ρ. (μτβ.) {ξετρέλ-ανα, ξετρελ-άνω, -άθηκα, -αμένος, ξετρελαίν-οντας} (επιτατ.): εντυπωσιάζω σε μεγάλο βαθμό, καταγοητεύω: ~ει τον κόσμο με τις επιτυχίες του ο τραγουδιστής. Το βιβλίο με έχει ~άνει και το διαβάζω μανιωδώς. Παιχνίδι που ~ει μικρούς και μεγάλους. Πβ. συναρπάζω, συνεπαίρνω.|| (για ερωτικό πόθο:) Κοπέλα που ~ει τους άντρες. Είναι ~αμένη (= τρελαμένη) μαζί του. Πβ. ξελογιάζω. Βλ. ξεσηκώνω τα μυαλά κάποιου. ● Παθ.: ξετρελαίνομαι: ενθουσιάζομαι πολύ, ξεμυαλίζομαι: ~άθηκα από τη χαρά μου, όταν έμαθα ... ~άθηκα με την ιδέα/με την ταινία. Βλ. μου πήρε το μυαλό/τα μυαλά/το(ν) νου. | |
| 35281 | ξετρύπωμα | ξε-τρύ-πω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξετρυπώνω. | |
| 35282 | ξετρυπώνω | ξε-τρυ-πώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξετρύπω-σα, ξετρυπώ-θηκε, ξετρυπών-οντας} (προφ.) 1. βγάζω κάποιον ή κάτι από το μέρος όπου είναι κρυμμένο(ς) ή καλά προφυλαγμένο(ς): ~σα παλιά πράγματα από την αποθήκη.|| Η Αστυνομία ~σε τη σπείρα από την κρυψώνα της. 2. (μτφ.) ανακαλύπτω, βρίσκω κάτι που δεν ήξερα ή δεν θυμόμουν ότι υπήρχε: ~σα ένα καταπληκτικό μαγαζί. (Από) πού ~σες αυτή τη φωτογραφία; 3. (μτφ.) εμφανίζομαι ξαφνικά: ~ει από εκεί που δεν την περιμένεις. Πβ. ξεπροβάλλω, φανερώνομαι. ΣΥΝ. ξεφυτρώνω 4. (σπάν.) ξηλώνω το τρύπωμα από ρούχο. [< μεσν. ξετρυπώνω < αρχ. ἐκτρυπῶ] | |
| 35283 | ξετσιπωσιά | ξε-τσι-πω-σιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): απουσία ηθικών φραγμών, έλλειψη ντροπής ή σεμνότητας: προκλητική ~. ~ και αυθάδεια. ΣΥΝ. αδιαντροπιά, αναισχυντία, ξεδιαντροπιά ΑΝΤ. αιδημοσύνη | |
| 35284 | ξετσίπωτος | , η, ο ξε-τσί-πω-τος επίθ. (προφ.): που χαρακτηρίζεται από ξετσιπωσιά: (για πρόσ.) ~ος: ψεύτης. ~η: εξαπάτηση/κοροϊδία. Πβ. αισχρός.|| (ως ουσ.) Σα δε ντρέπονται οι ~οι. ΣΥΝ. αδιάντροπος, αναίσχυντος, ξεδιάντροπος ● επίρρ.: ξετσίπωτα | |
| 35285 | ξετύλιγμα | ξε-τύ-λιγ-μα ουσ. (ουδ.) {ξετυλίγμ-ατος | -ατα}: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξετυλίγω: ~ κουβαριού/νήματος/πετονιάς. Μηχανισμός ~ατος ζωνών ασφαλείας. ΑΝΤ. τύλιγμα.|| ~ (= άνοιγμα) δώρου.|| (μτφ.) ~ της αφήγησης/των γεγονότων/της ιστορίας/της πλοκής/της σκέψης. ΣΥΝ. εκτύλιξη. Πβ. ξεδίπλωμα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ βρόχων. Το κάθε παράθυρο εμφανίζει τη δική του λωρίδα ~ατος (Scroll Bar).|| (ΒΙΟΛ.) ~ αλυσίδας/έλικας/μορίου του DΝΑ κατά την αντιγραφή. | |
| 35286 | ξετυλίγω | ξε-τυ-λί-γω ρ. (μτβ.) {ξετύλι-ξε, ξετυλί-ξει, -χτηκε (λόγ.) -χθηκε, -χτεί (λόγ.) -χθεί, -γμένος, ξετυλίγ-οντας} 1. ανοίγω κάτι που είναι τυλιγμένο, ξεδιπλώνω: ~ καλώδιο/ρολό (χαρτί)/σχοινί (ΑΝΤ. κουβαριάζω, κουλουριάζω, τυλίγω). ~ξε τα ακουστικά/τα μαλλιά της.|| (μτφ.) ~ξε τις αναμνήσεις του. ΑΝΤ. περιτυλίγω 2. αφαιρώ το περιτύλιγμα: ~ξε το δώρο/το κουτί/το πακέτο/τη συσκευασία. Πβ. ξεπακετάρω. ΑΝΤ. συσκευάζω. ● Παθ.: ξετυλίγεται (μτφ.) 1. εκτυλίσσεται, λαμβάνει χώρα: ~ σιγά-σιγά ο μίτος των αποκαλύψεων. Μπροστά στα μάτια μας ~χτηκαν απίστευτες σκηνές. 2. καταλαμβάνει έκταση, απλώνεται: Απόλαυσε τη θέα που ~όταν μπροστά της. ● ΦΡ.: ξετυλίγω το κουβάρι/το νήμα 1. & ξεμπερδεύω το κουβάρι/το νήμα: ξεδιαλύνω μια περίπλοκη συνήθ. κατάσταση: ~ει ~ του μυστηρίου/της υπόθεσης. 2. διηγούμαι: ~ξε ~ της ζωής του. [< μεσν. ξετυλίγω] | |
| 35287 | ξεύρω | βλ. ξέρω | |
| 35288 | ξευτελίζω | βλ. ξεφτιλίζω | |
| 35289 | ξευτίλα | βλ. ξεφτίλα | |
| 35316 | ξευτίλα | ξε-φτί-λα ουσ. (θηλ.) & ξευτίλα (προφ.) 1. εξευτελισμός, ντροπή, κατάντια, παρακμή: απόλυτη/διεθνής/εθνική ~. Η ~ (= το ρεζιλίκι) του αιώνα. ~ γίναμε (= ρόμπα). Τον έκαναν ~ (= ρεζίλι). Είναι ~ να σου λένε τι να κάνεις (= ταπείνωση).|| Ο θεσμός βαδίζει προς την πλήρη ~. Πβ. διασυρμός.|| (ως επίθ.) ~ εκπομπή. (ως παραθετικό σύνθ.) Ομάδα-~. Βλ. -ίλα. 2. (για πρόσ.-μειωτ.) ξεφτίλας: Είναι μεγάλη ~ με αυτά που κάνει. ● ΦΡ.: στην ξεφτίλα (αργκό): πολύ φτηνά· άνετα, χαλαρά: Πράγματα που πωλούνται ~ ~.|| ~ ~ μια μηχανή κάνει καμιά ... χλμ. τον χρόνο. | |
| 35290 | ξευτίλας | βλ. ξεφτίλας | |
| 35291 | ξευτιλίζω | βλ. ξεφτιλίζω | |
| 35292 | ξευτίλισμα | βλ. ξεφτίλισμα | |
| 35293 | ξεφάντωμα | ξε-φά-ντω-μα ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) ξεφάντωση (η) (προφ.): πολύ έντονη διασκέδαση, ζωηρό γλέντι: αποκριάτικο/βραδινό/γιορτινό/διονυσιακό/καλοκαιρινό/λαϊκό/τρελό ~. ~ με παραδοσιακή ορχήστρα και τραγούδι. ~ μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Κέφι και ~ στο πανηγύρι/πάρτι. ΣΥΝ. γλεντοκόπι, ξεσάλωμα [< μεσν. ξεφάντωμα, ξεφάντωση] | |
| 35294 | ξεφαντώνω | ξε-φα-ντώ-νω ρ. (αμτβ.) {ξεφάντω-σα, ξεφαντών-οντας} (προφ.): διασκεδάζω ξέφρενα, συνήθ. με τη συνοδεία μουσικής, χορού: Η παρέα ~σε μέχρι το πρωί στο καρναβάλι/κλαμπ. ΣΥΝ. γλεντοκοπώ, γλεντώ, ξεδίνω, ξεσαλώνω, το ρίχνω έξω.|| (μτφ. για κάτι που παίρνει μεγάλες διαστάσεις:) Το νέφος ~ει. [< μεσν. ξεφαντώνω] | |
| 35295 | ξεφεύγω | ξε-φεύ-γω ρ. (αμτβ.) {ξέφυγ-ε, ξεφύγει, ξεφεύγ-οντας} 1. διαφεύγω, απομακρύνομαι, γλιτώνω από κάποιον ή κάτι που με καταδιώκει: ~ από την Αστυνομία/την ενέδρα/τον εχθρό/την παγίδα/τους φρουρούς. Tους ~ε στο σκοτάδι. Τον κυνήγησα, αλλά μου ~ε.|| (μτφ.) ~ε από το άγχος/την καθημερινότητα/τη μιζέρια/τη μοναξιά/τη μονοτονία/τα ναρκωτικά.|| Η ομάδα ~ε στη βαθμολογία (: πέρασε μπροστά, συνήθ. με διαφορά). 2. για κάτι που συμβαίνει χωρίς να το επιθυμεί ή να το ελέγχει κανείς: Του ~ε μια βρισιά/ένα γέλιο/μια (βαριά) κουβέντα. Μου ~ε (= έφυγε) το τιμόνι. Μου ~ε (= γλίστρησε) το μπουκάλι από το χέρι. Η κατάσταση ~ε από τον έλεγχό μου (πβ. εκφεύγω). Το αυτοκίνητο ~ε από την πορεία του/της πορείας του. Μη σου ξεφύγει κάτι απ' όσα είπαμε (: μην το αποκαλύψεις)/τίποτα! (προφ.) Έχεις ξεφύγει εντελώς/τελείως (: συμπεριφέρεσαι παράλογα). 3. (ειδικότ.) αποκλίνω από το θέμα ή παρεκκλίνω από τη νόρμα, τα συνηθισμένα: Η συζήτηση ~ε από τα όρια.|| ~ από τον ίσιο δρόμο/τα όρια/το πρόγραμμα/τον σκοπό/τον στόχο (μου). ~ από τα καθιερωμένα/το κατεστημένο/την πεπατημένη (πβ. ξεστρατίζω). Το χτένισμά σου ~ει από τα προηγούμενα (= διαφοροποιείται). ● ξεφεύγει: για κάτι που δεν γίνεται αντιληπτό ή δεν εντοπίζεται, περνά απαρατήρητο: Τίποτα δεν μου ~ εμένα. Στην εργασία έχουν ξεφύγει τυπογραφικά λάθη. ● ΦΡ.: θέλεις/τα θες και τα λες (αυτά ή σου ξεφεύγουν); βλ. θέλω [< μεσν. ξεφεύγω < αρχ. ἐκφεύγω] | |
| 35296 | ξεφλουδίζω | ξε-φλου-δί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξεφλούδι-σε, ξεφλουδί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, ξεφλουδίζ-οντας} 1. βγάζω, αφαιρώ το εξωτερικό περίβλημα, τη φλούδα από κάτι: ~σα τα αβγά/τα μανταρίνια/τις ντομάτες. ~σμένες: πατάτες. ~σμένα: αμύγδαλα. ΣΥΝ. αποφλοιώνω, καθαρίζω (2) 2. αποβάλλονται νεκρά κύτταρα από την επιδερμίδα: Κάηκα από τον ήλιο και ~σα. ● ξεφλουδίζει: (για επίστρωση υλικού) ξεκολλά ανά τμήματα από επιφάνεια: ~ η μπογιά από τον τοίχο. ~σμένα: παντζούρια. Πβ. ξεφτίζει. ΣΥΝ. απολεπίζεται (2) [< μεσν. ξεφλουδίζω] | |
| 35297 | ξεφλούδισμα | ξε-φλού-δι-σμα ουσ. (ουδ.) {ξεφλουδίσμ-ατα}: απομάκρυνση εξωτερικού περιβλήματος: ~ αμυγδάλων/λαχανικών/φρούτων. Πβ. αποφλοίωση, καθάρισμα.|| (ειδικότ.) ~ των νυχιών. Ξηρότητα και ~ του δέρματος/της επιδερμίδας μετά την ηλιοθεραπεία (= αποβολή νεκρών κυττάρων). Πβ. απολέπιση.|| ~ βερνικιού/μπογιάς. ~ του χρώματος από αλουμινένιες ή γαλβανισμένες επιφάνειες (πβ. αποκόλληση, ξέφτισμα). ~ατα και ρωγμές ξύλου. Ο βαμμένος τοίχος εμφάνισε σκασίματα και ~ατα. [< μεσν. ξεφλούδισμα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ