| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 35298 | ξεφλουδιστήρι | ξε-φλου-δι-στή-ρι ουσ. (ουδ.): μικρό εργαλείο για το ξεφλούδισμα φρούτων και λαχανικών. Πβ. αποφλοιωτής. | |
| 35299 | ξεφορμάρω | ξε-φορ-μά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξεφόρμαρ-α κ. ξεφορμάρ-ισα, ξεφορμάρ-οντας}: βγάζω κάτι από ειδικό σκεύος που του δίνει συγκεκριμένο σχήμα· {σπάν. μεσοπαθ.} χάνω τη φόρμα μου: ~ το γλυκό/κέικ/ριζότο. Αφήνουμε την κρέμα τρεις ώρες στο ψυγείο, για να ~ιστεί εύκολα. Πβ. ξεκαλουπώνω.|| Η ομάδα ~ίστηκε (: είναι ντεφορμέ). ΑΝΤ. φορμάρω (1) | |
| 35300 | ξεφόρτιστος | , η, ο ξε-φόρ-τι-στος επίθ.: αφόρτιστος: ~η: μπαταρία. | |
| 35301 | ξεφόρτωμα | ξε-φόρ-τω-μα ουσ. (ουδ.): απομάκρυνση φορτίου από κάπου· απαλλαγή από κάτι ανεπιθύμητο ή άχρηστο: ~ αποσκευών/εμπορευμάτων/κιβωτίων. Χώροι στάθμευσης φορτηγών για φόρτωμα και ~. Πβ. εκφόρτωση.|| ~ (= άδειασμα) αποβλήτων.|| (μτφ.-προφ.) ~ των ενοχών/της ευθύνης. | |
| 35302 | ξεφορτώνω | ξε-φορ-τώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξεφόρτω-σα, ξεφορτώ-θηκα, -μένος, ξεφορτών-οντας}: παίρνω, αφαιρώ το φορτίο: ~ το ζώο. ~σαν τις βαλίτσες/το εμπόρευμα. Βοήθησέ με να ~σω τα πράγματα/τα ψώνια (από το αυτοκίνητο). Το πλοίο θα φύγει μόλις ~σει (: όταν αποβιβαστούν επιβάτες και οχήματα). Πβ. εκφορτώνω. ΑΝΤ. φορτώνω (1) ● Παθ.: ξεφορτώνομαι: απαλλάσσομαι από την παρουσία κάποιου ή παύω να έχω κάτι: ~ άχρηστα πράγματα/ρούχα (πβ. πετώ). Ξεφορτώσου με (= παράτα με) και μην ξαναπατήσεις εδώ! Δεν μας ~εσαι; (= φύγε! Βλ. φορτώνομαι σε κάποιον/κάτι). Του είπα πως είμαι απασχολημένος, για να τον ~θώ (= ξαποστείλω).|| (μτφ.) ~ το άγχος/ένα βάσανο/την ευθύνη/το πρόβλημα/την υποχρέωση. ~θηκε τα περιττά κιλά με δίαιτα. ~θηκε τους αντιπάλους του (: τους εξόντωσε)/τους φόβους του (: τους έδιωξε). [< μεσν. ξεφορτώνω] | |
| 35303 | ξεφουρνίζω | ξε-φουρ-νί-ζω ρ. (μτβ.) {ξεφούρνι-σα, ξεφουρνί-σω, -στηκε, -στεί, ξεφουρνίζ-οντας} (προφ.) 1. βγάζω κάτι από τον φούρνο, όταν ψηθεί: ~ το ψωμί. ΑΝΤ. φουρνίζω 2. (μτφ.) αναφέρω ή παρουσιάζω κάτι απρόσμενα, ξαφνικά· αποκαλύπτω κάτι που δεν έπρεπε: Έπεσε από τα σύννεφα, όταν του ~σα ότι ...|| ~σε την αλήθεια/το μυστικό. Του τα ~σα όλα (: τα μαρτύρησα). ΣΥΝ. φανερώνω 3. λέω ψεύτικες, φανταστικές ιστορίες: Δεν την έπεισε η ιστορία που της ~σα. Μας ~σε ένα σωρό ψέματα. | |
| 35304 | ξεφούρνισμα | ξε-φούρ-νι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεφουρνίζω: ~ του ψωμιού. ΑΝΤ. φούρνισμα.|| (μτφ.) ~ της είδησης (πβ. αποκάλυψη, φανέρωση). | |
| 35305 | ξεφούσκωμα | ξε-φού-σκω-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεφουσκώνω: ~ ελαστικών. ΑΝΤ. φούσκωμα.|| ~ της κοιλιάς.|| (μτφ.) ~ των τιμών. ~ της ομάδας (: μείωση της απόδοσης). | |
| 35306 | ξεφουσκώνω | ξε-φου-σκώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξεφούσκω-σα, ξεφουσκώ-σω, -μένος, ξεφουσκών-οντας} 1. βγάζω τον αέρα από κάτι που φουσκώνεται: ~σα τη (φουσκωτή) βάρκα/το στρώμα θαλάσσης. 2. (μτφ.) ξεπρήζομαι, νιώθω ανακούφιση στο στομάχι, συνήθ. μετά από πολύ φαγητό· κατ' επέκτ. αδυνατίζω. ● ξεφουσκώνει 1. (μτφ.-προφ.) χάνει την ένταση, την ισχύ ή τον όγκο του: Ο ενθουσιασμός/έρωτας ~σε (= εκτονώθηκε, καταλάγιασε, ξεθύμανε). Το θέμα/το σκάνδαλο ~σε (= κόπασε) σιγά-σιγά και ξεχάστηκε. Η ομάδα ~σε (: έπεσε η απόδοσή της).|| Το κέικ/σουφλέ ~σε (= κάθισε) μόλις βγήκε από τον φούρνο. Βλ. φούσκα. 2. χάνει αέρα: ~σε το λάστιχο/η μπάλα. [< μεσν. ξεφουσκώνω] | |
| 35307 | ξεφούσκωτος | , η, ο ξε-φού-σκω-τος επίθ. 1. που έχει χάσει αέρα ή δεν τον έχουν φουσκώσει: ~η: μπάλα/σαμπρέλα. ~ο: λάστιχο (αυτοκινήτου)/μπαλόνι (ΑΝΤ. φουσκωμένο). 2. (μτφ.) που δεν είναι πρησμένος· κατ' επέκτ. χωρίς έπαρση: ~η: κοιλιά. ~οι: κοιλιακοί (ΑΝΤ. γυμνασμένοι, σφιχτοί).|| ~α: μυαλά (= προσγειωμένα). | |
| 35308 | ξέφραγος | , η, ο ξέ-φρα-γος επίθ. 1. που δεν έχει περίφραξη: ~η: αλάνα. ~ο: οικόπεδο. ΑΝΤ. περίφρακτος 2. (μτφ.) που δεν έχει ή δεν θέτει όρια, φραγμούς, κανόνες λειτουργίας: ~η: κατάσταση. Πβ. άναρχος. ● ΦΡ.: ξέφραγο αμπέλι (μτφ.): χώρος ή πεδίο δράσης όπου ο καθένας κάνει ό,τι θέλει, δρα ανεξέλεγκτα: Η χώρα δεν είναι ~ ~. Η εταιρεία έχει καταντήσει ~ ~. Πβ. μπάτε/μπέστε σκύλοι (αλέστε κι αλεστικά μη δώσ(ε)τε). [< μεσν. ξέφραγος] | |
| 35309 | ξεφράζω | ξε-φρά-ζω ρ. (μτβ.) {ξέφρα-ξα, ξεφρά-ξω} ΑΝΤ. φράζω 1. ξεβουλώνω· κατ' επέκτ. επιτρέπω τη διέλευση από σημείο ή χώρο: ~ξε τη μπανιέρα. Πβ. αποφράζω.|| Οι γιατροί ~ξαν τις αρτηρίες με μπαλονάκι. 2. (σπάν.) αφαιρώ την περίφραξη χώρου. [< μεσν. ξεφράζω < μτγν. ἐκφράσσω] | |
| 35310 | ξέφρενος | , η, ο ξέ-φρε-νος επίθ. & ξεφρενιασμένος 1. που εκδηλώνεται χωρίς όρια, υπερβολικά έντονος: ~ος: ενθουσιασμός/καταναλωτισμός/χορός. ~η: άνοδος (τιμών)/διασκέδαση/νυχτερινή ζωή. ~ο: γλέντι/καρναβάλι/πάρτι. ~οι: πανηγυρισμοί. ~α: χειροκροτήματα. ~ο (= παράφορο) πάθος και τρελός έρωτας. Με ~ους ρυθµούς. Πβ. αχαλίνωτος. 2. που βρίσκεται εκτός ελέγχου, εαυτού: ~ο: πλήθος. Πβ. έξαλλος, έξω φρενών. 3. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από υπερβολική ταχύτητα: ~η: κούρσα/πορεία. ~ο: κυνηγητό. Πβ. ιλιγγιώδης, φρενήρης. ● επίρρ.: ξέφρενα | |
| 35311 | ξεφτά | βλ. ξεφτίζει | |
| 35312 | ξεφτελίζω | βλ. ξεφτιλίζω | |
| 35313 | ξεφτέρι | ξε-φτέ-ρι ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.-οικ.) ιδιαίτερα έξυπνος άνθρωπος ή ικανός σε κάτι: Είναι ~ στα μαθηματικά. Μετά από ώρες εξάσκησης έγινε/τον έκανα ~ στον χορό. Πβ. πανέξυπνος, τετραπέρατος, τζιμάνι.|| (ως επίθ.) Έπεσα σε ένα ~ πωλητή. ΣΥΝ. αετός (2), ατσίδα (1), σαΐνι (1), σπίρτο (2), τσακάλι (2) ΑΝΤ. στουρνάρι (1), χαζός (1) 2. ΟΡΝΙΘ. είδος μικρόσωμου γερακιού (επιστ. ονομασ. Accipiter nisus). [< 2: μεσν. ξεφτέρι ] | |
| 35314 | ξέφτι | ξέ-φτι ουσ. (ουδ.) & ξεφτίδι: ίνα που εξέχει στην άκρη συνήθ. φθαρμένου υφάσματος: τζιν με ~ια (: που κρέμονται στο τελείωμα). Το ρούχο έχει ~ια στα μανίκια.|| ~ συρματόσχοινου.|| (μτφ.-λογοτ.) ~ια ζωής/ονείρων. | |
| 35315 | ξεφτίζει | ξε-φτί-ζει ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ξέφτι-σε, -σει, -σμένος, ξεφτίζ-οντας} & ξεφτά & ξεφτάει 1. (για ύφασμα) φθείρεται, ξηλώνεται, συνήθ. από την πολλή χρήση ή την πολυκαιρία: Το χαλί ~σε με τον καιρό. ~σμένο: κρόσσι/ρούχο/σχοινί. 2. (μτφ.-προφ.) χάνει την αξία, τη σπουδαιότητά του, παρακμάζει, ξεπέφτει: Οι αξίες/οι θεσμοί/τα ιδανικά/οι συνήθειες/οι σχέσεις ~ουν. ~σε ο έρωτας. ~σμένα: όνειρα. Βλ. ακμάζω. 3. αλλοιώνεται, διαβρώνεται, χαλά: Η μπογιά/ο τοίχος έχει ~σει από τον ήλιο/την υγρασία. ~σμένοι: σοβάδες. Πβ. ξεφλουδίζει.|| ~σμένα: χρώματα (= ξεθωριασμένα). [< μτγν. ἐκπτύσσω ‘ξεδιπλώνω’, αρχ. ἐκπτύω ‘φτύνω’ – παλαιότ. ορθογρ. ξεφτύζει] | |
| 35317 | ξεφτίλας | ξε-φτί-λας ουσ. (αρσ.) & ξευτίλας (προφ.-μειωτ.): αναξιοπρεπής, ανυπόληπτος, τιποτένιος άνθρωπος: (υβριστ.) ντροπή σας, ~ες! Πβ. ρεζίλης. ΣΥΝ. εξευτελισμένος (1), ξεφτίλα (2) | |
| 35319 | ξεφτίλισμα | ξε-φτί-λι-σμα ουσ. (ουδ.) & ξεφτίλισμα & ξεφτιλισμός (ο) & ξεφτιλίκι (το) (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του ξεφτιλίζω: διεθνές ~. ~ κάθε ανθρώπινης αξιοπρέπειας.|| ~ της κουβέντας. ~ ενός θεσμού/μιας ιδέας. Πτώση και ~ των αξιών. Τι ξεφτιλίκια είναι αυτά; Πβ. κατάντια, ξεπεσμός. ΣΥΝ. εξευτελισμός |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ