| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2644 | αμόκ | [ἀμόκ] α-μόκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. (μτφ.) κατάσταση ατόμου ή πλήθους που είναι εκτός εαυτού, δεν έχει αυτοέλεγχο: καταναλωτικό ~. ~ για ένα εισιτήριο. Η επιτυχία της εθνικής ομάδας προκαλεί ~. Παθαίνω/με πιάνει ~. Πβ. μανία, παροξυσμός. 2. ΙΑΤΡ. σύνδρομο που εκδηλώνεται με κατάθλιψη, η οποία ακολουθείται από αιφνίδια, χωρίς διακρίσεις, επιθετική ή φονική μανία: Ο μητροκτόνος βρέθηκε σε κατάσταση ~. [< γαλλ. amok < μαλαισιανό amuk | |
| 2645 | αμολάω | βλ. αμολώ | |
| 2646 | αμόλυβδος | , η, ο [ἀμόλυβδος] α-μό-λυ-βδος επίθ.: που δεν περιέχει μόλυβδο: ~α: καύσιμα. ● Ουσ.: αμόλυβδη (η): βενζίνη χωρίς μόλυβδο: απλή/σούπερ ~. Τα καταλυτικά αυτοκίνητα καίνε μόνο ~. Βλ. οκτάνιο. [< αγγλ. unleaded] | |
| 2647 | αμόλυντος | , η, ο [ἀμόλυντος] α-μό-λυ-ντος επίθ. (λόγ.): που δεν μολύνθηκε· κατ' επέκτ. αγνός, αδιάφθορος: ~ος: αέρας (ΑΝΤ. μολυσμένος). ~ο: νερό/φυσικό περιβάλλον. Ο τόπος παραμένει ~ από λύματα και καυσαέρια.|| (μτφ.) ~ος: έρωτας. ~η: αγάπη/ομορφιά/πίστη/ψυχή (= άσπιλη). ~ο: ιερό (= αβεβήλωτο). Ανεπηρέαστος/καθαρός και ~ (= απρόσβλητος) από διαπλεκόμενα συμφέροντα.|| (ΘΕΟΛ.) Παναγία η ~ος (= πάναγνος).[< μτγν. ἀμόλυντος] | |
| 2648 | αμολώ | [ἀμολῶ] α-μο-λώ ρ. (μτβ.) {αμολ-άς, -ά κ. -άει ... | αμόλ-ησα, -ιέμαι, -ήθηκα, -ημένος, -ώντας} & αμολάω (προφ.) 1. λέω κάτι ελεύθερα και απρόσμενα, χωρίς έλεγχο: ~ κοτσάνα/μπαρούφες. ~ φούμαρα, έτσι για να περνάει η ώρα. ~ησες την κρυάδα σου, είχες δεν είχες! ~ησε την μπηχτή της κι έφυγε. Ποιος στο ~ησε (= αποκάλυψε, είπε, φανέρωσε); 2. (για άψυχα) λύνω, ρίχνω, πετώ, αφήνω, χαλαρώνω κάτι: ~ άγκυρα/αετό/σχοινί/τα μπαλόνια στον αέρα. 3. (για έμψυχα) αφήνω κάποιον ή κάτι ελεύθερο, χωρίς επίβλεψη: Έχουν ~ήσει τα παιδιά τους στην παραλία κι ούτε που νοιάζονται. ΣΥΝ. ξαμολώ ● Παθ.: αμολιέμαι {συνήθ. στο γ' πρόσ.}: ορμώ: Μόλις χτύπησε το κουδούνι, οι μαθητές ~ήθηκαν (= έτρεξαν, ξεχύθηκαν) στο προαύλιο του σχολείου. ● ΦΡ.: την αμολάω {συνήθ. στον αόρ.} 1. λέω βλακεία: Πάλι την ~ησες! 2. κλάνω. ΣΥΝ. την αφήνω 3. φεύγω: Μόλις άρχισαν τα επεισόδια, την ~ησαν. ΣΥΝ. την κάνω, αμόλα καλούμπα! βλ. καλούμπα, αμολώ/ρίχνω/αφήνω (πίσω μου) μελάνι βλ. μελάνι [< ιταλ. ammollare] | |
| 2649 | αμόνι | [ἀμόνι] α-μό-νι ουσ. (ουδ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. σιδερένια ή χαλύβδινη ογκώδης βάση με επίπεδη επιφάνεια για τη σφυρηλάτηση μεταλλικών αντικειμένων. ΣΥΝ. άκμονας (1) 2. (μτφ.) δοκιμασία, αγώνας: στο ~ (= στον στίβο) της ζωής/του χρόνου. [< μεσν. αμόνι(ν)] | |
| 2650 | αμοντάριστος | , η, ο [ἀμοντάριστος] α-μο-ντά-ρι-στος επίθ.: που δεν έχει μονταριστεί: ~η: σκηνή/ταινία. ~ο: βίντεο/φιλμ. ~α: πλάνα/ρεπορτάζ.|| (αργκό) Η ομάδα είναι απροετοίμαστη και ~η (: δεν είναι καλά οργανωμένη). | |
| 2651 | αμοραλισμός | [ἀμοραλισμός] α-μο-ρα-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. απουσία ηθικών αρχών: αδίστακτος ~. Κυνισμός/τυχοδιωκτισμός και ~. Πβ. ανηθικότητα. Βλ. διαφθορά. 2. ΦΙΛΟΣ. φιλοσοφική στάση και άποψη ότι η ανθρώπινη δράση και συμπεριφορά δεν περιορίζεται από ηθικούς κανόνες. Βλ. -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: πολιτικός αμοραλισμός: αντίληψη κατά την οποία τα πολιτικά πρόσωπα και οι πράξεις τους αξιολογούνται με κριτήριο την αποτελεσματικότητά τους και όχι με ηθικούς όρους. Βλ. αριβ-, καιροσκοπ-, οπορτουν-ισμός. [< γαλλ. amoralisme, 1905] | |
| 2652 | αμοραλιστής | [ἀμοραλιστής] α-μο-ρα-λι-στής ουσ. (αρσ.) {(σπανιότ.) θηλ. αμοραλίστρια}: πρόσωπο που αδιαφορεί για τους ηθικούς κανόνες προκειμένου να επιτύχει τις επιδιώξεις του, που απορρίπτει και δεν αναγνωρίζει τις ηθικές αξίες: κυνικός ~. Βλ. ανήθικος. [< γαλλ. amoraliste] | |
| 2653 | αμοραλιστικός | , ή, ό [ἀμοραλιστικός] α-μο-ρα-λι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον αμοραλισμό: ~ή: κοινωνία/πολιτική/στάση ζωής. Πβ. ανήθικος. Βλ. -ιστικός1. ● επίρρ.: αμοραλιστικά | |
| 2654 | αμοργιανός | , ή, ό [ἀμοργιανός] α-μορ-για-νός επίθ.: που σχετίζεται με την Αμοργό ή/και τους Αμοργιανούς. Βλ. -ιανός. | |
| 2655 | αμόρε | [ἀμόρε] α-μό-ρε ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (οικ.): ερωτικό συναίσθημα ή σχέση και κατ' επέκτ. σύντροφος: κρυφό/μεγάλο/νεανικό ~. Βλ. αγάπη, δεσμός.|| Έφερε στο πάρτι το νέο της ~. Πβ. αγόρι/κορίτσι, αίσθημα, γκόμενος/γκόμενα, εραστής/ερωμένη, φίλος/φίλη. [< μεσν. αμόρε < ιταλ. amore] | |
| 2656 | αμορτισέρ | [ἀμορτισέρ] α-μορ-τι-σέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΗΧΑΝΟΛ. εξάρτημα σε μηχανές, κυρ. οχημάτων, για την απόσβεση των ταλαντώσεων και την απορρόφηση των κραδασμών: μπροστινό/πίσω/υδραυλικό ~. ~ αερίου/αέρος/ελατηρίου/λαδιού. Ενισχυμένα/ρυθμιζόμενα ~. Έσπασε το ~. Βλ. ανάρτηση. ΣΥΝ. αποσβεστήρας [< γαλλ. amortisseur] | |
| 2657 | αμορφία | [ἀμορφία] α-μορ-φί-α ουσ. (θηλ.) (επιστ.): απουσία συγκεκριμένης μορφής: ~ της ύλης. Βλ. -μορφία. [< μτγν. ἀμορφία] | |
| 2658 | άμορφος | , η, ο [ἄμορφος] ά-μορ-φος επίθ. 1. (λόγ.) που δεν έχει συγκεκριμένη μορφή ή σχήμα: ~ος: όγκος/σωρός. ~η: κατάσταση/πέτρα/ύλη. ~ο: σύνολο. Ο τεχνίτης δίνει σχήμα στην ~η μάζα του πηλού. Πβ. αδιαμόρφωτος, ασχημάτιστος. Βλ. μορφοποιημένος, -μορφος. ΑΝΤ. έμμορφος 2. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. που δεν έχει κρυσταλλική μορφή: ~ος: άνθρακας. ~η: σιλικόνη. ~ο: κράμα/μέταλλο/ορυκτό. ~α: ιζήματα/πολυμερή. ● ΣΥΜΠΛ.: άμορφη τέχνη: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. ρεύμα της σύγχρονης ζωγραφικής που αντιδρά σε κάθε μορφή φορμαλισμού και αρνείται να αναπαραστήσει αναγνωρίσιμες μορφές. Πβ. αφηρημένος εξπρεσιονισμός. [< γαλλ. art informel] [< αρχ. ἄμορφος, γαλλ. amorphe, αγγλ. amorphus] | |
| 2659 | αμορφωσιά | [ἀμορφωσιά] α-μορ-φω-σιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): κατάσταση ανύπαρκτης ή ελλιπούς μόρφωσης και καλλιέργειας: ~, προλήψεις και δεισιδαιμονίες. Πβ. αγραμματοσύνη, αμάθεια. ΣΥΝ. απαιδευσία ΑΝΤ. μόρφωση (1) | |
| 2660 | αμόρφωτος | , η, ο [ἀμόρφωτος] α-μόρ-φω-τος επίθ.: που δεν έχει μόρφωση ή/και καλλιέργεια· ειδικότ. που έχει ελλιπή μόρφωση: ~ο: κοινό. ~οι: άνθρωποι. Έμεινε ~, γιατί δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να σπουδάσει. Πβ. αγράμματος, αμαθής.|| Κοινωνικά/πολιτικά ~οι. Βλ. αστοιχείωτος, ημιμαθής. ΣΥΝ. ακαλλιέργητος (2), απαίδευτος (1) ΑΝΤ. καλλιεργημένος (2), μορφωμένος [< αρχ. ἀμόρφωτος] | |
| 2662 | αμουσία | [ἀμουσία] α-μου-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. (απαιτ. λεξιλόγ.) απουσία μουσικής παιδείας και γενικότ. αισθητικής καλλιέργειας: ~ του κοινού. Αμάθεια και ~. 2. ΙΑΤΡ. απώλεια της μουσικής ικανότητας, αδυναμία αναγνώρισης ή παραγωγής μουσικής, μουσικού τόνου: αισθητική/συγγενής ~. [< 1: αρχ. ἀμουσία 2: γαλλ. amusie, γερμ. Amusie, αγγλ. amusia] | |
| 2663 | άμουσος | , η, ο [ἄμουσος] ά-μου-σος επίθ. (λόγ.) 1. (απαιτ. λεξιλόγ.) που δεν έχει μουσική ή γενικότ. αισθητική καλλιέργεια. ΑΝΤ. φιλόμουσος 2. (σπανιότ.) που στερείται μουσικότητας: ~η, πεζή ποίηση. [< αρχ. ἄμουσος] | |
| 2664 | αμούστακος | , η, ο [ἀμούστακος] α-μού-στα-κος επίθ. {σπάν. στο θηλ.} (προφ.-λογοτ.): που δεν έβγαλε ακόμη μουστάκι και κατ' επέκτ. νέος άντρας χωρίς πείρα: ~ος: έφηβος/πιτσιρικάς. ~ο: αγόρι/παιδί/παλικάρι. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ