| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2636 | αμοιβάδα | [ἀμοιβάδα] α-μοι-βά-δα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. πρωτόζωο που ζει στο νερό (γλυκό ή θαλασσινό), σε υγρό έδαφος ή στον οργανισμό ως παράσιτο, αλλάζει συνεχώς μορφή και σχηματίζει προσωρινά ψευδοπόδια για μετακίνηση ή αναζήτηση τροφής: Η ~ είναι ο απλούστερος, μονοκύτταρος ευκαρυωτικός οργανισμός.|| ~ες του εντέρου (βλ. αμοιβάδωση). [< αρχ. ἀμοιβάς 'που εναλλάσσεται', γαλλ. amibe, αγγλ. amoeba] | |
| 2637 | αμοιβαδικός | , ή, ό [ἀμοιβαδικός] α-μοι-βα-δι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την αμοιβάδωση ή οφείλεται σε αυτή: ~ή: δυσεντερία. ~ό: απόστημα. [< γαλλ. amibien] | |
| 2638 | αμοιβαδοειδής | , ής, ές [ἀμοιβαδοειδής] α-μοι-βα-δο-ει-δής επίθ.: βλ. -ειδής. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αμοιβαδοειδής κίνηση: ΒΙΟΛ. κίνηση των λευκοκυττάρων με σχηματισμό ψευδοποδίων. [< γαλλ. amiboïde, αγγλ. amœboid] | |
| 2639 | αμοιβάδωση | [ἀμοιβάδωση] α-μοι-βά-δω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. λοίμωξη του εντέρου που προκαλείται από αμοιβάδες (κυρ. από το παρασιτικό είδος Amoeba Entamoeba histolytica) και μπορεί να επεκταθεί και σε άλλα όργανα (ήπαρ, πνεύμονες). Βλ. δυσεντερία, λαμβλίαση. [< γαλλ. amibiase, 1909, αγγλ. am(o)ebiasis, 1905] | |
| 2640 | αμοιβαίος | , α, ο [ἀμοιβαῖος] α-μοι-βαί-ος επίθ. (λόγ.): για οτιδήποτε ισχύει ή γίνεται αμφίδρομα και στον ίδιο βαθμό ανάμεσα σε δύο μέρη: ~ος: έρωτας (ΑΝΤ. ανανταπόδοτος)/σεβασμός (= αλληλοσεβασμός)/συμβιβασμός. ~α: αγάπη/αναγνώριση/αντιπάθεια/βοήθεια/εκτίμηση/εμπιστοσύνη/κατανόηση/λύση/μετάθεση/φιλία. ~ο: ενδιαφέρον/συμφέρον. ~οι: περιορισμοί. ~ες: εγγυήσεις/εξηγήσεις/επιδράσεις/(υπο)σχέσεις/υποχωρήσεις. ~α: αισθήματα. Συνεργασία με ~ο όφελος. ● επίρρ.: αμοιβαία & (λογιότ.) -ως: Επίτευξη ~ ικανοποιητικής λύσης. ● ΣΥΜΠΛ.: αμοιβαία κεφάλαια: ΟΙΚΟΝ. κοινό αποθεματικό πολλών επενδυτών που διαιρείται σε ισόποσα μερίδια και το διαχειρίζεται εταιρεία ή σύμβουλος επενδύσεων: μετοχικά ~ ~ (: που επενδύονται σε μετοχές εισηγμένες στο χρηματιστήριο). [< αγγλ. mutual funds, 1934] , αμοιβαίος αποκλεισμός βλ. αποκλεισμός ● ΦΡ.: ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής βλ. ρήτρα [< αρχ. ἀμοιβαῖος, γαλλ. mutuel] | |
| 2641 | αμοιβαιότητα | [ἀμοιβαιότητα] α-μοι-βαι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) η ιδιότητα του αμοιβαίου: ~ (των) αισθημάτων. Αλληλοεκτίμηση/συνεργατικότητα και ~. Σχέσεις ~ας και αγάπης/εμπιστοσύνης. Βλ. -ότητα. 2. ΝΟΜ. (στο Διεθνές Δίκαιο) αναγνώριση δικαιωμάτων και ανάληψη υποχρεώσεων ενός κράτους έναντι ενός άλλου, υπό την προϋπόθεση ότι και το δεύτερο κράτος αναγνωρίζει αντίστοιχα δικαιώματα και υποχρεώσεις προς το πρώτο: αρχή/ρήτρα της ~ας. Με την ~ ενισχύεται η αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών. [< γαλλ. réciprocité] | |
| 2642 | αμοιβή | [ἀμοιβή] α-μοι-βή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κάθε αγαθό, υλικό ή μη, που προσφέρει ή λαμβάνει κάποιος για παροχή υπηρεσιών: μεγάλη/μικρή/οικονομική/υψηλή/χαμηλή/χρηματική ~. Μηνιαίες/πρόσθετες ~ές. ~ές ερευνητών/μηχανικών (βλ. αποδοχές, απολαβές, μισθός, πληρωμή). ~ με την ώρα (= ωριαία)/με το κομμάτι. Εισπράττω/ζητώ/λαμβάνω/παίρνω ~. ~ για τη σύλληψη των δραστών. Ασκούν χωρίς ~ (= αμισθί) τα καθήκοντά τους. Εργασία με ~ (βλ. αντιμισθία). Η ηθική ~ του επαίνου (= ανταμοιβή, επιβράβευση). Βλ. αποζημίωση. ● ΦΡ.: έναντι αμοιβής & (λόγ.) επ' αμοιβή [ἐπ' ἀμοιβῇ]: με υλικά ανταλλάγματα: Δέχτηκε να συμμετάσχει στην επιτροπή έναντι αδράς ~ής. ~ χρηματικής ~ (= έναντι χρηματικού ποσού). Πβ. επί πληρωμή, με το αζημίωτο. [< αρχ. ἀμοιβή] | |
| 2643 | άμοιρος | , η, ο [ἄμοιρος] ά-μοι-ρος επίθ. 1. που έπαθε κάποιο κακό, που έχει ή είχε κακή μοίρα: ~ο: πλάσμα. ~α: ζώα. Η ~η (= δύστυχη), έχασε άντρα και παιδί. Τι να κάνω/τι τραβάω κι εγώ ο ~! Πβ. άτυχος, βαριό-, δύσ-, κακό-μοιρος. ΑΝΤ. καλότυχος, τυχερός (1) 2. (λόγ. + γεν.) που δεν έχει μερίδιο, που δεν συμμετέχει σε κάτι: ~ ταλέντου (= ατάλαντος). Δεν είμαστε ~οι των εξελίξεων. Πβ. αμέτοχος. ● ΣΥΜΠΛ.: άμοιρος ευθυνών (λόγ., συνήθ. με την άρνηση δεν): που δεν φέρει ευθύνη: Δεν είναι ~οι ~ (= έχουν μεγάλη ευθύνη). [< αρχ. ἄμοιρος] | |
| 55680 | Άμοιρος | , ή/ιά, ό φτω-χός επίθ. {φτωχότ-ερος, -ατος} & (λόγ.) πτωχός 1. που δεν έχει αρκετά χρήματα για την κάλυψη των στοιχειωδών βιοτικών του αναγκών: ~οί: αγρότες/εργαζόμενοι/μεροκαματιάρηδες/μετανάστες. Πέθανε ~. Προέρχεται από ~ή οικογένεια.|| (ως ουσ.) Έρανος για τους ~ούς της ενορίας. Προστάτης των ~ών.|| ~ή: γειτονιά (= φτωχογειτονιά· πβ. φτωχικός). ~ό: κράτος. ~ές: περιοχές/συνοικίες (= φτωχοσυνοικίες)/τάξεις/χώρες. ~ά: λαϊκά στρώματα/νοικοκυριά. Βλ. φιλόπτωχος.|| (μτφ.) ~ερη η Ελλάδα/η τέχνη μετά τον χαμό του ... Πβ. άπορος, ενδεής. ΑΝΤ. εύπορος, πλούσιος (1) 2. (μτφ.) που παρουσιάζει ελλείψεις, ανεπαρκής: ~ή: απόδοση (της ομάδας)/διατροφή/δικαιολογία/μνήμη/σοδειά/συγκομιδή. ~ή: ποιότητα (ζωής). ~ό: λεξιλόγιο/μυαλό/περιβάλλον. ~ές: γνώσεις/επιδόσεις. ~ά: αποτελέσματα (= μηδαμινά)/μέσα (= πενιχρά). Έδαφος ~ό σε ορυκτά. Δίαιτα ~ή σε κορεσμένα λιπαρά/σε νάτριο. Τροφές ~ές σε βιταμίνες. Το ματς ήταν ~ό σε θέαμα. Το γεύμα ήταν πολύ ~ό. Η ταινία είχε ~ό σενάριο. Πβ. ελλιπής.|| Τα λόγια είναι ~ά, για να περιγράψουν αυτό που νιώθω. ΑΝΤ. άφθονος, πλούσιος (2) 3. (μτφ.) που φανερώνει έλλειψη οικονομικών πόρων, ευτελής: ~ό: δώρο/ξενοδοχείο/σπίτι (πβ. φτωχικό). ~ά: ρούχα. Πβ. μίζερος. 4. (συνήθ. σε επιφωνηματικές εκφράσεις ή ερωτήσεις) αξιολύπητος, δύστυχος: ~ή: καρδιά.|| (ως ουσ.) Τι να κάνω/πω ο ~; Βρε τον ~ό, τι έπαθε! Πβ. άμοιρος, έρημος, καημένος, κακομοίρης. ● Υποκ.: φτωχούλης , α, -ικο/-ι, φτωχούτσικος , η, ο ● επίρρ.: φτωχά ● ΣΥΜΠΛ.: φτωχός συγγενής βλ. συγγενής ● ΦΡ.: μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι (ΚΔ) (συχνά ειρων.): για άτομα που αγνοούν πολλά πράγματα ή έχουν χαμηλή νοημοσύνη., όπου φτωχός κι η μοίρα του (παροιμ.): έκφραση που λέγεται όταν μια νέα συμφορά πλήττει κάποιον ήδη δυστυχή: Πρώτα χρεοκόπησε και μετά έχασε το παιδί του· ~ ~. Βλ. ενός κακού μύρια έπονται., θα γυρίσει ο τροχός, θα χορτάσει κι ο φτωχός βλ. χορταίνω [< μεσν. φτωχός < αρχ. πτωχός] | |
| 2644 | αμόκ | [ἀμόκ] α-μόκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. (μτφ.) κατάσταση ατόμου ή πλήθους που είναι εκτός εαυτού, δεν έχει αυτοέλεγχο: καταναλωτικό ~. ~ για ένα εισιτήριο. Η επιτυχία της εθνικής ομάδας προκαλεί ~. Παθαίνω/με πιάνει ~. Πβ. μανία, παροξυσμός. 2. ΙΑΤΡ. σύνδρομο που εκδηλώνεται με κατάθλιψη, η οποία ακολουθείται από αιφνίδια, χωρίς διακρίσεις, επιθετική ή φονική μανία: Ο μητροκτόνος βρέθηκε σε κατάσταση ~. [< γαλλ. amok < μαλαισιανό amuk | |
| 2645 | αμολάω | βλ. αμολώ | |
| 2646 | αμόλυβδος | , η, ο [ἀμόλυβδος] α-μό-λυ-βδος επίθ.: που δεν περιέχει μόλυβδο: ~α: καύσιμα. ● Ουσ.: αμόλυβδη (η): βενζίνη χωρίς μόλυβδο: απλή/σούπερ ~. Τα καταλυτικά αυτοκίνητα καίνε μόνο ~. Βλ. οκτάνιο. [< αγγλ. unleaded] | |
| 2647 | αμόλυντος | , η, ο [ἀμόλυντος] α-μό-λυ-ντος επίθ. (λόγ.): που δεν μολύνθηκε· κατ' επέκτ. αγνός, αδιάφθορος: ~ος: αέρας (ΑΝΤ. μολυσμένος). ~ο: νερό/φυσικό περιβάλλον. Ο τόπος παραμένει ~ από λύματα και καυσαέρια.|| (μτφ.) ~ος: έρωτας. ~η: αγάπη/ομορφιά/πίστη/ψυχή (= άσπιλη). ~ο: ιερό (= αβεβήλωτο). Ανεπηρέαστος/καθαρός και ~ (= απρόσβλητος) από διαπλεκόμενα συμφέροντα.|| (ΘΕΟΛ.) Παναγία η ~ος (= πάναγνος).[< μτγν. ἀμόλυντος] | |
| 2648 | αμολώ | [ἀμολῶ] α-μο-λώ ρ. (μτβ.) {αμολ-άς, -ά κ. -άει ... | αμόλ-ησα, -ιέμαι, -ήθηκα, -ημένος, -ώντας} & αμολάω (προφ.) 1. λέω κάτι ελεύθερα και απρόσμενα, χωρίς έλεγχο: ~ κοτσάνα/μπαρούφες. ~ φούμαρα, έτσι για να περνάει η ώρα. ~ησες την κρυάδα σου, είχες δεν είχες! ~ησε την μπηχτή της κι έφυγε. Ποιος στο ~ησε (= αποκάλυψε, είπε, φανέρωσε); 2. (για άψυχα) λύνω, ρίχνω, πετώ, αφήνω, χαλαρώνω κάτι: ~ άγκυρα/αετό/σχοινί/τα μπαλόνια στον αέρα. 3. (για έμψυχα) αφήνω κάποιον ή κάτι ελεύθερο, χωρίς επίβλεψη: Έχουν ~ήσει τα παιδιά τους στην παραλία κι ούτε που νοιάζονται. ΣΥΝ. ξαμολώ ● Παθ.: αμολιέμαι {συνήθ. στο γ' πρόσ.}: ορμώ: Μόλις χτύπησε το κουδούνι, οι μαθητές ~ήθηκαν (= έτρεξαν, ξεχύθηκαν) στο προαύλιο του σχολείου. ● ΦΡ.: την αμολάω {συνήθ. στον αόρ.} 1. λέω βλακεία: Πάλι την ~ησες! 2. κλάνω. ΣΥΝ. την αφήνω 3. φεύγω: Μόλις άρχισαν τα επεισόδια, την ~ησαν. ΣΥΝ. την κάνω, αμόλα καλούμπα! βλ. καλούμπα, αμολώ/ρίχνω/αφήνω (πίσω μου) μελάνι βλ. μελάνι [< ιταλ. ammollare] | |
| 2649 | αμόνι | [ἀμόνι] α-μό-νι ουσ. (ουδ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. σιδερένια ή χαλύβδινη ογκώδης βάση με επίπεδη επιφάνεια για τη σφυρηλάτηση μεταλλικών αντικειμένων. ΣΥΝ. άκμονας (1) 2. (μτφ.) δοκιμασία, αγώνας: στο ~ (= στον στίβο) της ζωής/του χρόνου. [< μεσν. αμόνι(ν)] | |
| 2650 | αμοντάριστος | , η, ο [ἀμοντάριστος] α-μο-ντά-ρι-στος επίθ.: που δεν έχει μονταριστεί: ~η: σκηνή/ταινία. ~ο: βίντεο/φιλμ. ~α: πλάνα/ρεπορτάζ.|| (αργκό) Η ομάδα είναι απροετοίμαστη και ~η (: δεν είναι καλά οργανωμένη). | |
| 2651 | αμοραλισμός | [ἀμοραλισμός] α-μο-ρα-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. απουσία ηθικών αρχών: αδίστακτος ~. Κυνισμός/τυχοδιωκτισμός και ~. Πβ. ανηθικότητα. Βλ. διαφθορά. 2. ΦΙΛΟΣ. φιλοσοφική στάση και άποψη ότι η ανθρώπινη δράση και συμπεριφορά δεν περιορίζεται από ηθικούς κανόνες. Βλ. -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: πολιτικός αμοραλισμός: αντίληψη κατά την οποία τα πολιτικά πρόσωπα και οι πράξεις τους αξιολογούνται με κριτήριο την αποτελεσματικότητά τους και όχι με ηθικούς όρους. Βλ. αριβ-, καιροσκοπ-, οπορτουν-ισμός. [< γαλλ. amoralisme, 1905] | |
| 2652 | αμοραλιστής | [ἀμοραλιστής] α-μο-ρα-λι-στής ουσ. (αρσ.) {(σπανιότ.) θηλ. αμοραλίστρια}: πρόσωπο που αδιαφορεί για τους ηθικούς κανόνες προκειμένου να επιτύχει τις επιδιώξεις του, που απορρίπτει και δεν αναγνωρίζει τις ηθικές αξίες: κυνικός ~. Βλ. ανήθικος. [< γαλλ. amoraliste] | |
| 2653 | αμοραλιστικός | , ή, ό [ἀμοραλιστικός] α-μο-ρα-λι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον αμοραλισμό: ~ή: κοινωνία/πολιτική/στάση ζωής. Πβ. ανήθικος. Βλ. -ιστικός1. ● επίρρ.: αμοραλιστικά | |
| 2654 | αμοργιανός | , ή, ό [ἀμοργιανός] α-μορ-για-νός επίθ.: που σχετίζεται με την Αμοργό ή/και τους Αμοργιανούς. Βλ. -ιανός. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ