Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [35980-36000]

IDΛήμμαΕρμηνεία
35320ξεφτιλισμένοςβλ. εξευτελίζω
35321ξέφτισμαξέ-φτι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του ξεφτίζω: ~ κλωστών.|| ~ του σοβά/του χρώματος. Πβ. ξεφλούδισμα, σκάσιμο.|| (μτφ.-προφ.) Κοινωνικό ~. ~ αισθημάτων/αξιών/οραμάτων. Πβ. ξεπεσμός, παρακμή, υποβάθμιση, φθορά.
35322ξεφυλλίζωξε-φυλ-λί-ζω ρ. (μτβ.) {ξεφύλλι-σα, ξεφυλλί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, ξεφυλλίζ-οντας} 1. γυρίζω τις σελίδες, τα φύλλα εντύπου και το διαβάζω στα γρήγορα, στα πεταχτά: ~ ένα άλμπουμ (με φωτογραφίες)/μια εγκυκλοπαίδεια/ένα ημερολόγιο/έναν κατάλογο/το μενού/το φυλλάδιο. ~ζε αδιάφορα/αργά/βαριεστημένα μια εφημερίδα/ένα περιοδικό. Πβ. ρίχνω μια ματιά.|| Ο επισκέπτης μπορεί να ~σει τις σελίδες του σάιτ.|| (μτφ.) ~σε τη ζωή του σαν βιβλίο. ΣΥΝ. φυλλομετρώ 2. (σπάν.) βγάζω, μαδώ τα πέταλα λουλουδιού ή τα φύλλα φυτού: ~σμένο: θυμάρι. [< μεσν. εκφυλλίζω, γαλλ. feuilleter]
35323ξεφύλλισμαξε-φύλ-λι-σμα ουσ. (ουδ.) {ξεφυλλίσμ-ατος | -ατα}: η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του ξεφυλλίζω: απλό/αργό/γρήγορο ~ βιβλίου/εφημερίδας/περιοδικών/σελίδων/τετραδίου. Με ένα πρώτο ~, το περιοδικό φαίνεται αρκετά καλό. Πβ. φυλλομέτρηση.|| ~ ιστού (: ηλεκτρονική πλοήγηση). Λογισμικό ~ατος.|| (για άνθος ή φυτό) Κλάδεμα και ~ των θάμνων. Πβ. μάδημα.
35324ξέφυλλος, η, ο ξέ-φυλ-λος επίθ. (σπάν.-λαϊκό): (για άνθος ή φυτό) που δεν έχει ή του έχουν πέσει τα φύλλα: ~ο: δέντρο. Βλ. -φυλλος.
35325ξεφύσημαξε-φύ-ση-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεφυσώ: ~ αγανάκτησης/ανακούφισης.
35326ξεφυσώ[ξεφυσῶ] ξε-φυ-σώ ρ. (αμτβ.) {-ά κ. -άει ... | ξεφυσ-ούσα κ. ξεφύσ-αγα, ξεφύσ-ηξα κ. -ησα, -ώντας} & ξεφυσάω (προφ.) 1. αναστενάζω· εκπνέω με δυσκολία, λαχανιάζω και κατ' επέκτ. δυσφορώ: ~ από θλίψη. ~ηξε εκνευρισμένος. Πβ. βαρυγκομώ, γογγύζω.|| ~ από την κούραση/τα νεύρα/το τρέξιμο/τον τρόμο/τον φόβο. Ο μαθητής ~ούσε από το άγχος πριν από τις εξετάσεις. Ύστερα από τέτοιο κουβάλημα, ~ούσα για δέκα λεπτά. Πβ. ασθμ-, κοντανασ-αίνω. 2. φυσώ δυνατά: ~αγε, ενώ έκανε κοιλιακούς. ● ΦΡ.: φυσάω και ξεφυσάω βλ. φυσώ [< αρχ. ἐκφυσῶ]
35327ξεφύτρωμαξε-φύ-τρω-μα ουσ. (ουδ.): φύτρωμα· μτφ. απρόσμενη εμφάνιση. Πβ. εκβλάστηση, ξεπέταγμα.
35328ξεφυτρώνωξε-φυ-τρώ-νω ρ. (αμτβ.) {ξεφύτρω-σε, ξεφυτρώ-σει, ξεφυτρών-οντας}: (μτφ.-προφ.) εμφανίζομαι ξαφνικά, απρόσμενα: ~ από το πουθενά (πβ. φανερώνομαι). Από πού ~σες (= ξεπρόβαλες) εσύ; Νέα μαγαζιά ~ουν εδώ κι εκεί/παντού (= ξεπετάγονται).|| Εμπόδια ~σαν (= ανέκυψαν) στην εφαρμογή του σχεδίου. ΣΥΝ. ξετρυπώνω (3) ● ξεφυτρώνει: (για φυτό) αρχίζει να βγαίνει πάνω από το έδαφος, αναπτύσσεται: Από έναν σπόρο ~ ένα δέντρο. Πβ. βλασταίνει, (εκ)φύεται. ΣΥΝ. φυτρώνει (1) ● ΦΡ.: (ξε)φυτρώνουν σαν (τα) μανιτάρια βλ. μανιτάρι [< μεσν. ξεφυτρώνω]
35329ξεφώλιασμαξε-φώ-λια-σμα ουσ. (ουδ.): βγάλσιμο από φωλιά: ~ λαγού (από σκύλο).
35330ξεφωνητόξε-φω-νη-τό ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. πολύ δυνατή φωνή, κραυγή: διαπεραστικό ~. ~ πόνου/τρόμου. Πβ. ουρλιαχτό, σκούξιμο.|| Χαρούμενα ~ά μικρών παιδιών. ΑΝΤ. ψίθυρος 2. (μτφ.) κατακραυγή: Έπεσε άγριο ~ και βρισίδι. Οι παράγοντες φοβούνται το ~ από τους οπαδούς. Πβ. γιουχάισμα, κράξιμο. Βλ. -ητό.
35331ξεφωνίζωξε-φω-νί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ξεφώνι-σα, ξεφωνί-σει, ξεφωνίζ-οντας} (προφ.) 1. φωνάζω με πολύ δυνατή φωνή, κραυγάζω· διακηρύσσω κάτι ανοιχτά: ~σε από τον πόνο. ~ζε στο τηλέφωνο. Πβ. ουρλιάζω, σκούζω.|| ~σε από ενθουσιασμό/χαρούμενα.|| Είναι πάντα έτοιμος να ~σει την αλήθεια. ΑΝΤ. ψιθυρίζω 2. (μτφ.) σχολιάζω αρνητικά, κατακρίνω, αποδοκιμάζω κάποιον, συνήθ. δημόσια: Τον ~σαν κατά τη διάρκεια της ομιλίας του. Τους ~σαν τα κανάλια. Πβ. γιουχάρω, κράζω. ΣΥΝ. ξεφωνώ [< μεσν. ξεφωνίζω]
35332ξεφωνώ[ξεφωνῶ] ξε-φω-νώ ρ. (μτβ.) {-είς ... | ξεφών-ησε, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} (προφ.): αποδοκιμάζω συνήθ. δημόσια, διαπομπεύω κάποιον ή διαμαρτύρομαι έντονα: Τους πήραν χαμπάρι και τους ~ησαν (= γιούχαραν, κορόιδεψαν). ~ήθηκαν σε τηλεοπτικές εκπομπές. Πβ. διασύρω, κράζω. ΣΥΝ. ξεφωνίζω (2) ● Μτχ.: ξεφωνημένος , η, ο (μειωτ.): κραγμένος· κατ' επέκτ. κραυγαλέος: ~ο: κιτς. [< μεσν. ξεφωνώ < μτγν. ἐκφωνῶ ‘κραυγάζω’]
35333ξέφωτοξέ-φω-το ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. ανοιχτή, φωτεινή και άδενδρη ή άκτιστη έκταση κυρ. μέσα σε δάσος: ορεινό ~. Πετρώδη βουνά με μικρά ~α.|| Δαιδαλώδη σοκάκια, μικρά ~α (ενός νησιού). Βλ. πλάτωμα. 2. (μτφ.) κατάσταση που προσφέρει ανακούφιση από δυσκολίες ή απογοητεύσεις, προσδοκία για θετικό αποτέλεσμα: ~ ελπίδας.
35334ξεχαρβάλωμαξε-χαρ-βά-λω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεχαρβαλώνω: μηχανολογικό ~. Πβ. σαραβάλιασμα.|| (μτφ.) Ηθικό/κοινωνικό/οικονομικό ~. ~ της κρατικής μηχανής/ομάδας. Πβ. αποδιοργάνωση, διάλυση, μπάχαλο.
35335ξεχαρβαλώνωξε-χαρ-βα-λώ-νω ρ. (μτβ.) {ξεχαρβάλω-σα, ξεχαρβαλώ-θηκα, -μένος, ξεχαρβαλών-οντας} (προφ.): διαλύω κάτι σε κομμάτια, προκαλώντας συνήθ. ανεπανόρθωτη φθορά, κυρ. στον μηχανισμό του: ~σε το παιχνίδι/τη συσκευή από την πολλή χρήση. ~μένο: ρολόι. Πβ. καταστρέφω. ΣΥΝ. σαραβαλιάζω (1) ● Παθ.: ξεχαρβαλώνομαι 1. {μόνο στο γ' πρόσ.} φθείρεται, χαλάει: ~θηκε το κάθισμα. ~μένος: καναπές. ~μένο: κρεβάτι. 2. (μτφ.) δεν λειτουργώ όπως θα έπρεπε, αποδιοργανώνομαι, απορρυθμίζομαι: Ο οργανισμός/η υπηρεσία έχει ~θεί εντελώς. ~μένη: κοινωνία.|| Έχω ~θεί (= ξεπατωθεί, ξεσκιστεί) στη δουλειά. [< μεσν. ξεχαρβαλώνω]
35336ξεχαρμανιάζωξε-χαρ-μα-νιά-ζω ρ. (αμτβ.) {ξεχαρμάνια-σα, ξεχαρμανιά-σω, ξεχαρμανιάζ-οντας} (λαϊκό): εκτονώνομαι ικανοποιώντας έντονη επιθυμία, κυρ. για κάπνισμα ή για οτιδήποτε άλλο έχω στερηθεί. Πβ. ξελαμπικάρω. ΑΝΤ. χαρμανιάζω (1)
35337ξεχαρμάνιασμαξε-χαρ-μά-νια-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεχαρμανιάζω.
35338ξεχασιάξε-χα-σιά ουσ. (θηλ.) (προφ.-λογοτ.): λησμονιά. Βλ. αμέλεια, αφηρημάδα. ΣΥΝ. λήθη, λησμοσύνη
35339ξεχασιάρης, α, ικο ξε-χα-σιά-ρης επίθ. (προφ.): που ξεχνά εύκολα, που έχει αδύνατη μνήμη. Πβ. επιλήσμων. Βλ. ασυνεπής, αφηρημένος, -ιάρης.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.