| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 35340 | ξεχασμένος | , η, ο ξε-χα-σμέ-νος επίθ. 1. (μτφ.) εγκαταλελειμμένος από όλους, χωρίς ενδιαφέρον από κανέναν: ~ος: ήρωας. ~ο: νησί/χωριό. Ζει ~ σε ένα γηροκομείο. Πέθανε ~ από συγγενείς και φίλους. (εμφατ.) ~ και από τον Θεό. ΑΝΤ. αλησμόνητος (1) 2. που έχει ξεχαστεί: ~ος: κωδικός. ~ο: βιβλίο. ~α: κλειδιά.|| ~η: ιστορία (πβ. παλιά ιστορία). ● βλ. ξεχνώ [< μεσν. ξεχασμένος] | |
| 35341 | ξεχέζω | ξε-χέ-ζω ρ. (μτβ.) {ξέχε-σα, ξεχέ-σω, ξεχέζ-οντας} (προφ.-υβριστ.): κατακρίνω, βρίζω κάποιον με προσβλητικά, χυδαία λόγια: Την ~σε άγρια/πατόκορφα για τη συμπεριφορά της. Τον πήρε έξαλλος τηλέφωνο και τον ~σε κανονικά. Πβ. ακούω/ψέλνω σε κάποιον τον εξάψαλμο, κατσαδιάζω, μπινελικώνω, τα εξ αμάξης, χέζω. ● ΦΡ.: το ξεχέζω: υπερβαίνω τα όρια, καταντώ κουραστικός λόγω επανάληψης, υπερβολής. ΣΥΝ. το ξεφτιλίζω, το παρακάνω, το παραξηλώνω [< μτγν. ἐκχέζω] | |
| 35318 | ξεχέζω | ξε-φτι-λί-ζω ρ. (μτβ.) {ξεφτίλι-σα, ξεφτιλί-στηκα, -σμένος, ξεφτιλίζ-οντας} & ξευτιλίζω & ξεφτελίζω & ξευτελίζω (προφ.): εξευτελίζω. ● ΦΡ.: το ξεφτιλίζω: υπερβαίνω τα όρια, συμπεριφέρομαι ακραία: Το έχουν ~σει το θέμα. ΣΥΝ. το ξεχέζω, το παρακάνω, το παραξηλώνω | |
| 35342 | ξεχειλίζω | ξε-χει-λί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ξεχείλι-σε, -σμένος, ξεχειλίζ-οντας}: (μτφ.) είμαι υπερβολικά γεμάτος από κάτι, συνήθ. συναίσθημα: ~ από ενέργεια/ενθουσιασμό/όρεξη (για κάτι)/περηφάνια/χαρά. Πβ. σφύζω.|| Ο καημός/το πάθος/ο πόνος ~σε. ~σε η οργή του.|| Η αίθουσα ~σε από κόσμο. Πβ. καργάρω, τιγκάρω, φισκάρω, φουλάρω.|| (κατ' επέκτ.) Είναι τόσο παχύς που ~ουν τα λίπη. ● ξεχειλίζει: (για υγρό) ξεπερνά το χείλος, το όριο, συνήθ. δοχείου ή (για νερά ποταμών ή λιμνών) την κανονική στάθμη: Ο βόθρος/η λεκάνη/η μπανιέρα/ο νιπτήρας ~σε. ~σε το κρασί και χύθηκε έξω από την κανάτα.|| Η κοίτη του ποταμού ~σε από τη βροχή. Πβ. κατακλύζει, πλημμυρίζει, υπερχειλίζει. ● ΦΡ.: ξεχείλισε το ποτήρι: εξαντλήθηκαν τα όρια υπομονής, δεν πάει άλλο: ~ ~ της αγανάκτησης/της υπομονής. Η σταγόνα που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει., τρέχουν/ξεχειλίζουν από τα μπατζάκια μου/σου/του βλ. μπατζάκι [< μεσν. ξεχειλίζω] | |
| 35343 | ξεχείλισμα | ξε-χεί-λι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεχειλίζω: ~ ντεπόζιτου νερού. Πβ. τιγκάρισμα.|| ~ χειμάρρων και ποταμών. Πβ. πλημμύρισμα, υπερ(εκ)χείλιση.|| (μτφ.) ~ αγάπης/ευαισθησίας/οδύνης/χαράς. | |
| 35344 | ξέχειλος | , η, ο ξέ-χει-λος επίθ. (προφ.): του οποίου το περιεχόμενο φτάνει ή/και ξεπερνά τα όρια χωρητικότητάς του, που έχει παραγεμίσει: ~ος: κάδος (απορριμμάτων). ~η: κούπα (με τσάι). Πιάτο ~ο με φαγητό. Πβ. γεμάτος, (υπερ)πλήρης.|| Μπαρ ~ο (= κατάμεστο, τίγκα, φίσκα) από πελάτες.|| (μτφ.) ~ος: ενθουσιασμός. ~η: χαρά. ● επίρρ.: ξέχειλα | |
| 35345 | ξεχείλωμα | ξε-χεί-λω-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεχειλώνω: ~ παπουτσιών/ρούχου. Πβ. σακούλιασμα. ΑΝΤ. μπάσιμο.|| (μτφ.-προφ.) ~ των δαπανών (: εκτός στόχων). ~ του θέματος/της συζήτησης. Πβ. παρεκτροπή. | |
| 35346 | ξεχειλώνω | ξε-χει-λώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ξεχείλω-σε, ξεχειλώ-σει, -μένος, ξεχειλών-οντας}: αποκτώ ή προσδίδω μεγαλύτερες διαστάσεις σε κάτι, συνήθ. λόγω συχνής χρήσης, χάνω την ελαστικότητά μου, τη φόρμα μου, χαλαρώνω: (κυρ. για ένδυμα ή υπόδημα) Η μπλούζα ~σε στο πλύσιμο. ~μένη: ζακέτα/κάλτσα/φόρμα.|| ~σε τη φανέλα του.|| (μτφ.) ~ει η βαθμολογική διαφορά των δύο ομάδων. Το δέρμα ~ει (= ανοίγει). ~μένη: κοιλιά. Πβ. πλαδαρεύω, σακουλιάζω.|| (μτφ.) Οι τιμές ~σαν (: ξεπέρασαν τα όρια). Το σενάριο ~σε μέχρι εκεί που δεν πάει. Βλ. παρατραβώ. | |
| 35347 | ξεχειμωνιάζω | ξε-χει-μω-νιά-ζω ρ. (αμτβ.) {ξεχειμώνια-σα, ξεχειμωνιά-σω, ξεχειμωνιάζ-οντας} & ξεχειμάζω (προφ.): περνώ τον χειμώνα σε πεδινά συνήθ. μέρη: Στο δέλτα του ποταμού ~ουν σπάνια είδη πουλιών. Βλ. χειμαδιό. ΣΥΝ. διαχειμάζω, παραχειμάζω ΑΝΤ. ξεκαλοκαιριάζω [< μεσν. ξεχειμωνιάζω, ξεχειμάζω] | |
| 35348 | ξεχειμώνιασμα | ξε-χει-μώ-νια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): παραμονή κατά τη διάρκεια του χειμώνα σε πεδινό συνήθ. τόπο: ~ κοπαδιού/υδρόβιων πουλιών σε λιμνοθάλασσα.|| Μαρίνα για ~ σκαφών. ΣΥΝ. διαχείμαση | |
| 35349 | ξεχέρσωμα | ξε-χέρ-σω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεχερσώνω: ~ χωραφιού. ΣΥΝ. εκχέρσωση.|| (μτφ.) ~ και ανατροπή των παραδοσιακών αξιών. Πβ. εκρίζωση. | |
| 35350 | ξεχερσώνω | ξε-χερ-σώ-νω ρ. (μτβ.) {ξεχέρσω-σε, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος, ξεχερσών-οντας} (προφ.): μετατρέπω ακαλλιέργητη γη σε καλλιεργήσιμη, ξεριζώνω φυτά από ένα μέρος, συνήθ. ως προετοιμασία για το όργωμα: ~σε το χωράφι και φύτεψε αμπέλι. ~μένο: δάσος/περιβόλι. ΣΥΝ. εκχερσώνω | |
| 35351 | ξέχεσμα | ξέ-χε-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.-υβριστ.): έντονο, προσβλητικό βρίσιμο, επίκριση: Ρίχνω ένα γερό ~. Πβ. κατσάδα. | |
| 35352 | ξεχνώ | [ξεχνῶ] ξε-χνώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {-άς ... | ξέχα-σα, ξεχά-σω, -στηκα, -σμένος, ξεχν-ώντας} & ξεχνάω 1. σταματώ να θυμάμαι, δεν διατηρώ στη μνήμη μου: ~ έναν αριθμό (κάρτας, λογαριασμού, τηλεφώνου)/έναν κωδικό (ασφαλείας, εισόδου, πρόσβασης)/τα λόγια (κάποιου)/ένα όνομα/ένα πρόσωπο/ένα ραντεβού/τα χαρακτηριστικά (κάποιου). ~ το μάθημα (που διάβασα)/το παρελθόν. ~ γρήγορα/δύσκολα/εύκολα/συνεχώς.|| (για γνώσεις:) ~ να κολυμπώ/να μιλάω μια ξένη γλώσσα/να οδηγώ.|| Ας μην ~άμε ότι ... ~άς πως ... ; Μην ~άς όσους σε βοήθησαν. ~σες τα γενέθλιά μου/τη γιορτή μου. ~άς κάτι βασικό/μια λεπτομέρεια. Με το διάβασμα ~άω τα προβλήματά μου. Δεν θα σε ~σω ποτέ. Δεν πρόκειται να ~σω όσα έκανες για μένα. ~άς σε ποιον απευθύνεσαι/μιλάς; Ξέχασέ το! (: αγνόησέ το, μη δίνεις σημασία). Έθιμο/συνήθεια που πάει να ~στεί. Το θέμα/σκάνδαλο θα (έχει) ~στεί σε λίγο καιρό. Ξέχνα κάθε έγνοια και χαλάρωσε/οτιδήποτε σε απασχολεί! Βλ. ψιλοξεχνάω. ΣΥΝ. λησμονώ 2. παραλείπω ή αμελώ να πάρω κάτι μαζί μου ή να κάνω κάτι: ~σα τη βαλίτσα/τα γυαλιά/τα κλειδιά/την ομπρέλα/το πορτοφόλι/την ταυτότητα (μου). ~σε την τσάντα της στο ταξί. ~σα να τον ενημερώσω/να σου τηλεφωνήσω. ~σα το φαγητό στη φωτιά και κάηκε. Ελπίζω να μην έχω ~σει κάποιον στις ευχαριστίες μου. Μην ~σεις να πάρεις μαζί σου ... ● Παθ.: ξεχνιέμαι: απορροφώμαι κάνοντας κάτι, περνάει ο χρόνος χωρίς να το καταλάβω: ~στηκα στα μαγαζιά/στην τηλεόραση/στο τηλέφωνο. Μου αρέσει να ~ με τη μουσική. Πβ. χαζεύω. ΣΥΝ. αφαιρούμαι ● ΦΡ.: δε(ν) θα ξεχάσω ποτέ: θα θυμάμαι για πάντα: ~ ~ (στη ζωή μου) αυτή τη μέρα/τη χαρά που πήρα όταν ..., τον ξέχασε ο Χάρος/ο Θεός 1. για πρόσωπο πολύ προχωρημένης ηλικίας που βρίσκεται εν ζωή. 2. (μόνο στη ΦΡ. τον ξέχασε ο Θεός) για άτομα ή κοινωνικές ομάδες που ζουν στο περιθώριο., περασμένα ξεχασμένα βλ. περασμένος ● βλ. ξεχασμένος [< μεσν. ξεχνώ] | |
| 35353 | ξεχορταριάζω | ξε-χορ-τα-ριά-ζω ρ. (μτβ.) {ξεχορτάρια-σε, ξεχορταριά-στηκε, -σμένος, ξεχορταριάζ-οντας}: απομακρύνω ζιζάνια και ανεπιθύμητα φυτά από μια έκταση στην οποία έχουν φυτρώσει, ξεριζώνοντας ή κόβοντάς τα: ~σε τον κήπο. Πβ. καθαρίζω. ΣΥΝ. βοτανίζω, ξεβοτανίζω | |
| 35354 | ξεχορτάριασμα | ξε-χορ-τά-ρια-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεχορταριάζω: ~ της αυλής (πβ. καθάρισμα)/της γλάστρας. ΣΥΝ. βοτάνισμα, ξεβοτάνισμα | |
| 35355 | ξεχρεώνω | ξε-χρε-ώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξεχρέω-σα, ξεχρεώ-σω, -θηκε, -θεί, -μένος, ξεχρεών-οντας}: πληρώνω κάποιο χρέος: ~σε το αμάξι/ένα γραμμάτιο. Ακόμα δεν ~σαμε το δάνειο. Πουλάει ό,τι έχει, για να ~σει. Δανείστηκε, για να ~σει την τράπεζα. Πβ. (ε)ξοφλώ.|| (μτφ., για ηθικό χρέος) ~ το καλό/τη χάρη που μου έκαναν. Πβ. ξεπληρώνω.|| Ο παίκτης ~σε (= εξέτισε) την ποινή των δύο αγωνιστικών. ΣΥΝ. αποπληρώνω [< μεσν. ξεχρεώνω] | |
| 35356 | ξεχρέωση | ξε-χρέ-ω-ση ουσ. (θηλ.): αποπληρωμή συνήθ. οικονομικού χρέους· ειδικότ. επιστροφή δανεισμένου αντικειμένου ή υλικού που έχει δοθεί για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα σε κάποιον: ~ (των δόσεων) του δανείου/της οφειλής/της πιστωτικής (κάρτας).|| (σε δανειστική βιβλιοθήκη) ~ βιβλίων. | |
| 35357 | ξεχτένιστος | , η, ο ξε-χτέ-νι-στος επίθ.: που δεν έχει χτενιστεί ή που το χτένισμά του έχει χαλάσει: Ήταν λίγο ~η απ' το τρέξιμο (= αναμαλλιασμένη, ξεμαλλιασμένη).|| ~α: μαλλιά. ΣΥΝ. αχτένιστος (1) ΑΝΤ. χτενισμένος | |
| 35358 | ξεχύνομαι | ξε-χύ-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {ξεχύ-θηκα, -μένος}: (μτφ.) κινούμαι με ορμή προς κάποια κατεύθυνση: Διαδηλωτές/μασκαράδες ~θηκαν (ξέφρενοι) στους δρόμους. Πβ. ρίχνομαι.|| Όταν έχει χρόνο, ~εται (= ξαμολιέται) στα μαγαζιά. Το καλοκαίρι οι άνθρωποι ~ονται στις παραλίες.|| (μτφ.) Οι αναμνήσεις/σκέψεις ~ονται. Όλη η αλήθεια ~θηκε μπροστά στα μάτια μου. ΣΥΝ. ορμώ ● ξεχύνεται: ρέει ορμητικά: Ο ποταμός ~ στο φαράγγι. Χείμαρροι ~ονται από τις βουνοπλαγιές. Πβ. αναβλύζει, ξεπηδά. [< μεσν. ξεχύνω < μτγν. ἐκχύνω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ