| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 35359 | ξεχώνω | ξε-χώ-νω ρ. (μτβ.) {ξέχω-σε, ξεχώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, ξεχών-οντας} (λαϊκό) ΣΥΝ. ξεθάβω 1. βγάζω στην επιφάνεια, ανακαλύπτω κάτι σκάβοντας· κάνω εκταφή. 2. (μτφ.) βρίσκω κάτι ύστερα από αναζήτηση: ~σε την παλιά της γκαρνταρόμπα από την ντουλάπα. Πβ. ξετρυπώνω. [< μεσν. ξεχώνω] | |
| 35361 | ξεχώρισμα | ξε-χώ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεχωρίζω: Κόσκινο για το ~ του καρπού από το άχυρο/φύλλο. ΣΥΝ. διαχωρισμός.|| (για κατανόηση διαφοράς:) ~ ανάμεσα στη θεωρία και στην πράξη. ΣΥΝ. διαφοροποίηση.|| ~ πλουσίων και φτωχών. ΣΥΝ. διάκριση.|| (για εκδήλωση προτίμησης ή εύνοιας:) ~ ενός παιδιού μέσα στην οικογένεια. Πβ. προτίμηση. | |
| 35362 | ξεχωριστός | , ή, ό ξε-χω-ρι-στός επίθ. 1. εξαιρετικός, διακεκριμένος, εκλεκτός: ~ός: άνθρωπος/επιστήμονας. ~ή: παρουσία/προσωπικότητα. Πβ. διαλεχτός. 2. που διακρίνεται από τους υπόλοιπους, ιδιαίτερος, διαφορετικός: ~ή: γεύση/γιορτή/εμπειρία/εμφάνιση/ιδέα/μνεία/ποιότητα/πρόταση/τελετή/τιμή/χαρά. ~ό: ενδιαφέρον. Δοκιμάστε το ~ό κρασί της περιοχής. Η σημερινή μέρα είναι ~ή για μένα. ΑΝΤ. κοινός (3), συνηθισμένος (2) 3. που βρίσκεται σε διαφορετικό μέρος από κάποιον άλλο ή είναι αποκλειστικά για κάποιον, χωριστός: ~ή: κατηγορία/περίπτωση. Στο εστιατόριο υπάρχει ~ χώρος για ποτό. Πβ. ξέχωρος. ● επίρρ.: ξεχωριστά [< μεσν. ξεχωριστός] | |
| 35363 | ξέχωρος | , η, ο ξέ-χω-ρος επίθ. (προφ.) ΣΥΝ. ξεχωριστός 1. χωριστός, διακριτός: Κατοικία με ~ο χώρο πάρκινγκ. ΣΥΝ. διαφορετικός. ΑΝΤ. κοινός.|| Κάθε άνθρωπος έχει το δικό του ~ο τρόπο να συμπεριφέρεται. 2. που έχει ιδιαίτερη σπουδαιότητα· που κατέχει εξαίρετη θέση: ~η: αξία/μνεία/χαρά. ~η και σπάνια ομορφιά. Πβ. εξαιρετικός. ● επίρρ.: ξέχωρα (προφ.) ΣΥΝ. χώρια 1. ανεξάρτητα, (ξε)χωριστά, απομονωμένα ή σε απόσταση: Το κάθε κεφάλαιο του βιβλίου μπορεί να διαβαστεί ~.|| Ζει ~ από τον υπόλοιπο κόσμο. Καθόταν λίγο ~ από τους υπόλοιπους της παρέας. ΑΝΤ. μαζί (1) 2. για δήλωση προσθήκης: ~ από όλα τα άλλα, ... Πβ. επιπλέον. [< μεσν. ξέχωρος] | |
| 35364 | ξεψαρίζω | ξε-ψα-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξεψάρι-σα, ξεψαρίζ-οντας} (προφ.): (για ψαράδες) αποσπώ ψάρι από αγκίστρι, δίχτυ, καμάκι. | |
| 35365 | ξεψάρισμα | ξε-ψά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεψαρίζω: ~ των διχτυών. | |
| 35366 | ξεψάρωμα | ξε-ψά-ρω-μα ουσ. (ουδ.) (νεαν. αργκό): ξεπέρασμα αρχικών φόβων ή αναστολών για κάτι, απόκτηση αυτοπεποίθησης, εξοικείωση. ΣΥΝ. ξεθάρρεμα ΑΝΤ. ψάρωμα | |
| 35367 | ξεψαρώνω | ξε-ψα-ρώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ξεψάρω-σα, -μένος, ξεψαρών-οντας} (νεαν. αργκό) ΑΝΤ. ψαρώνω 1. παύω να φοβάμαι, αποκτώ σιγουριά και αυτοπεποίθηση: Άρχισε να ~ει στο τιμόνι. Ο νέοπας έχει ~σει (= πάρει θάρρος) για τα καλά. ~σε και δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί του. Βλ. αναθαρρώ. ΣΥΝ. ξεθαρρεύω 2. βοηθώ κάποιον να ξεπεράσει τις αναστολές του: Μας ~σε με τη συμπεριφορά του (: μας έκανε να αισθανθούμε άνετα, οικεία). | |
| 35368 | ξεψάρωτος | , η, ο ξε-ψά-ρω-τος επίθ. (νεαν. αργκό): που έχει ξεθαρρέψει, εξοικειωθεί με μια νέα κατάσταση: ~ος: οδηγός. ~η και άνετη. ΑΝΤ. ψαρωμένος | |
| 35369 | ξεψαχνίζω | ξε-ψα-χνί-ζω ρ. (μτβ.) {ξεψάχνι-σα, ξεψαχνί-σω, -σμένος, ξεψαχνίζ-οντας} (προφ.) 1. (μτφ.) ερευνώ σε βάθος, εξονυχιστικά: ~ αρχείο/κείμενο/στοιχεία/υπόθεση. ~σαν λεπτομερώς το παρελθόν του. Πβ. εξετάζω, λεπτολογώ, ξεσκονίζω. ΣΥΝ. ξεψειρίζω (2) 2. (μτφ.) προσπαθώ να μάθω κάτι από κάποιον, συνήθ. με ύπουλο τρόπο και με πολλές και επίμονες ερωτήσεις: Τον ~σα κι έμαθα τα μυστικά/τις προθέσεις/τα σχέδιά του. Βλ. βολιδοσκοπώ. ΣΥΝ. ψαρεύω (3) 3. (για κρέας ή ψάρι) ξεχωρίζω το ψαχνό από τα κόκαλα ή/και τα λίπη. 4. (σπάν.) απομυζώ, εκμεταλλεύομαι οικονομικά κάποιον: ~ έναν πλούσιο συγγενή. ΣΥΝ. ξεζουμίζω (1) | |
| 35370 | ξεψάχνισμα | ξε-ψά-χνι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεψαχνίζω. Πβ. ξεσκόνισμα, ξεψείρισμα. | |
| 35371 | ξεψειρίζω | ξε-ψει-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {ξεψείρι-σα, ξεψειρί-σω, ξεψειρίζ-οντας} & ξεψειριάζω (οικ.) 1. βγάζω τις ψείρες ή άλλα παράσιτα από άνθρωπο ή ζώο: ~σε το παιδί/τον σκύλο. ΣΥΝ. ψειρίζω (3) 2. (μτφ.) εξετάζω, αναλύω κάτι εξονυχιστικά: ~ει τόσο (πολύ) τα πράγματα που ... Τι το ψάχνει και το ~ει; Πβ. λεπτολογώ, ξεσκονίζω, υπεραναλύω. ΣΥΝ. ξεψαχνίζω (1) | |
| 35372 | ξεψείρισμα | ξε-ψεί-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) & ξεψείριασμα (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεψειρίζω: ~ παιδιού.|| (μτφ.) ~ του θέματος. Πβ. ξεσκόνισμα, ξεψάχνισμα, ψείρισμα. | |
| 35373 | ξεψυχάω | βλ. ξεψυχώ | |
| 35374 | ξεψύχισμα | ξε-ψύ-χι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεψυχώ: (για ετοιμοθάνατο:) αργό ~.|| (μτφ.-λογοτ.) Το ~ της μέρας/του χειμώνα.|| ~ της φωτιάς στο τζάκι. Πβ. σβήσιμο. | |
| 35375 | ξεψυχισμένος | , η, ο ξε-ψυ-χι-σμέ-νος επίθ.: άψυχος, άτονος: ~η: φωνή. Πβ. ξέπνοος, υποτονικός.|| ~ο: σώμα (= νεκρό). ● επίρρ.: ξεψυχισμένα [< μεσν. ξεψυχισμένος] | |
| 35376 | ξεψυχώ | [ξεψυχῶ] ξε-ψυ-χώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {-άς ... | ξεψύχ-ησε, -ισμένος, -ώντας} & ξεψυχάω: πεθαίνω: ~ησε από ανακοπή/το κρύο. Προτού ~ήσει (= αφήσει την τελευταία του πνοή, παραδώσει το πνεύμα) παραμιλούσε κι έλεγε ... ~ησε δύο ώρες μετά το ατύχημα/κατά τη μεταφορά του στο νοσοκομείο. ● ξεψυχά & ξεψυχάει (μτφ.-συχνά λογοτ.): τελειώνει, σβήνει, χάνεται: Η ελπίδα/ο έρωτας/η φλόγα ~ησε. [< μεσν. ξεψυχώ < αρχ. ἐκψύχω ‘λιποθυμώ, πεθαίνω’] | |
| 35378 | ξηγημένος | , η, ο ξη-γη-μέ-νος επίθ. (λαϊκό): τίμιος, που χαρακτηρίζεται από ειλικρίνεια, ευθύτητα: ~ος: τύπος (= εντάξει, ντόμπρος). ~ες: κουβέντες. Το παιδί είναι σπαθί και ~ο.|| ~οι; (: σύμφωνοι/συνεννοηθήκαμε;)|| (για αποφυγή παρεξηγήσεων:) Για να 'μαστε ~οι (= σαφείς) από την αρχή, ... ΣΥΝ. ξεκάθαρος (2) ΑΝΤ. ανειλικρινής, ανέντιμος ● επίρρ.: ξηγημένα ● ΦΡ.: ξηγημένα πρά(γ)ματα (προφ.): για να δηλωθεί πλήρης συμφωνία και υπόσχεση., μιλημένα ξηγημένα/τιμημένα βλ. μιλημένος | |
| 35379 | ξηγιέμαι | ξη-γιέ-μαι ρ. (αμτβ.) {ξηγ-ήθηκα, -ημένος} (λαϊκό): δίνω τις απαραίτητες εξηγήσεις· συμπεριφέρομαι, ενεργώ συνήθ. τίμια και ηθικά: Μπαίνω μέσα και της ~ (= εξηγούμαι). Μου ~ήθηκε από την αρχή/στα ίσα.|| Του ~ήθηκα (= φέρθηκα) εντάξει/σταράτα/σωστά. ~ιέται μάγκικα/ντόμπρα.|| ~ήθηκε άσχημα/σκάρτα. (ειρων.) Μια χαρά ~ιέσαι! ● ΦΡ.: ξηγιέμαι σπαθί: συμπεριφέρομαι με ειλικρίνεια, εντιμότητα και ευθύτητα., θα σου ξηγηθώ αλμυρό/αράπικο φιστίκι! βλ. φιστίκι [< μεσν. ξηγούμαι] | |
| 35380 | ξήλωμα | ξή-λω-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξηλώνω: ~ της μπλούζας. ~ώματα και ραψίματα.|| ~ αφισών/διαφημιστικών πινακίδων. Πβ. καθαίρεση, κατέβασμα.|| ~ αυθαιρέτων/παράνομων κεραιών. Πβ. αποξήλωση, αποσυναρμολόγηση.|| (μτφ.) ~ παίκτη από ομάδα/υπαλλήλου από εταιρεία. Πβ. απόλυση, παύση.|| (μτφ.) ~ δικαιωμάτων (= κατάργηση). ~ κυκλώματος διαφθοράς (= εξάρθρωση). ● ΦΡ.: ξήλωμα του πουλόβερ (μτφ.): η αρχή του τέλους μιας κατάστασης: Ξεκίνησε το ~ ~ των εργασιακών σχέσεων. [< μεσν. ξήλωμα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ