| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 35381 | ξηλώνω | ξη-λώ-νω ρ. (μτβ.) {ξήλω-σα, ξηλώ-σω, -θηκε, -θεί, -μένος, ξηλών-οντας} 1. ανοίγω ή τραβώ τις ραφές ή οτιδήποτε έχει ραφτεί σε ένδυμα: ~σε τα γαζιά.|| Μου ~θηκε το παντελόνι. ~μένη: κλωστή. ~μένο: στρίφωμα. ΑΝΤ. ράβω (1) 2. αποσπώ, συνήθ. κάτι που μετακινείται δύσκολα: ~σαν την κατασκευή/τα κεραμίδια/το (ξύλινο) πάτωμα/τους σωλήνες. ~ πλακάκια από τοίχο/πλάκες από πεζοδρόμιο. ~εται το οδόστρωμα (πβ. απο~). Η καταιγίδα ~σε στέγες σπιτιών (πβ. αποκολλώ). Πβ. αποσυναρμολογώ, αποσυνδέω, ξεμοντάρω. 3. (μτφ.) απομακρύνω κάποιον από θέση, αξίωμα: ~σαν τη γραμματέα (πβ. απολύω)/τον πρόεδρο (πβ. καθαιρώ). ~θηκε η Διοίκηση λόγω κακοδιαχείρισης. ● Παθ.: ξηλώνομαι (μτφ.-προφ.): πληρώνω πολλά χρήματα, συνήθ. αναγκαστικά: Στις γιορτές ~ (= μπαίνω στα/σε έξοδα) για τα καλά. ~θηκα (= (κατα)ξοδεύτηκα, ξεπαραδιάστηκα) για να αγοράσω αυτό το κουστούμι. ● ΦΡ.: ξηλώνω τα γαλόνια βλ. γαλόνι2, ράβε, ξήλωνε, δουλειά να μη σου λείπει βλ. ράβω [< μεσν. ξηλώνω < μτγν. ἐξηλῶ ‘ξεκαρφώνω’] | |
| 35382 | ξηλωτήρι | ξη-λω-τή-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.): εργαλείο που χρησιμοποιεί ο ράφτης, για να ξηλώνει ραφές ή να ανοίγει κουμπότρυπες. Βλ. -τήρι | |
| 35383 | ξημεροβραδιάζομαι | ξη-με-ρο-βρα-διά-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {ξημεροβραδιά-στηκα, -στώ} (προφ.-επιτατ.): συχνάζω, παραμένω κάπου ή ασχολούμαι με κάτι όλη την ημέρα, από το πρωί ως αργά τη νύχτα: ~ στο γραφείο/στο γυμναστήριο/στα καφενεία/στην κουζίνα. ~εται (= περνά πολλές ώρες) διαβάζοντας/στο ίντερνετ/στην τηλεόραση. Βλ. ξενυχτώ. | |
| 35384 | ξημεροβράδιασμα | ξη-με-ρο-βρά-δια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.-επιτατ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξημεροβραδιάζομαι: ~ μπροστά στον υπολογιστή. Βλ. ξενύχτι. | |
| 35385 | ξημέρωμα | ξη-μέ-ρω-μα ουσ. (ουδ.): ο ερχομός της νέας μέρας με την ανατολή του ήλιου: Περιμένουν από το ~ στην ουρά (της τράπεζας). Είδαμε το ~ (= την ανατολή). Με βρήκε/πήρε το ~ στους δρόμους. Διασκέδασαν μέχρι/ως τα ~ώματα (πβ. αυγή). ΣΥΝ. χάραμα (1) ΑΝΤ. νύχτωμα ● ξημερώματα: {ως επίρρ.} πολύ πρωί, τις πρώτες πρωινές ώρες: ~ Κυριακής. Έφτασαν ~ (= την αυγή, χαράματα) στο λιμάνι. ● ΦΡ.: καλό ξημέρωμα! (ευχή ή αποχαιρετισμός): ~ ~ να έχουμε! Πβ. καληνύχτα., μας πήρε/μας έπιασε/μας βρήκε η νύχτα/το βράδυ βλ. νύχτα [< μεσν. ξημέρωμα] | |
| 35386 | ξημερώνω | ξη-με-ρώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξημέρω-σα, -θηκα, -μένος, ξημερών-οντας}: {κυρ. μεσοπαθ.} μένω ξάγρυπνος μέχρι να βγει το φως του ήλιου, να έρθει η αυγή: ~θηκα (= με βρήκε το ξημέρωμα) γράφοντας. ~θηκε με έναν τρομερό πονόδοντο (: πονούσε και δεν μπορούσε να κοιμηθεί). Πβ. ξαγρυπνώ, ξενυχτώ.|| (κ. ως όρκος ή κατάρα) Να μην ~θώ, αν ... Να μην ~θείς!|| (μτφ.-εμφατ.) Βιάσου, γιατί μας ~σες (= καθυστέρησες). ~θήκαμε να σας περιμένουμε. ● ξημερώνει: φαίνεται το πρώτο φως της μέρας: ~ μια (σημαντική) μέρα. ~ουν Χριστούγεννα. Θα φύγουμε μόλις/πριν ~σει (= φέξει). ~σε για τα καλά. Βλ. βραδιάζει.|| (μτφ.) ~ καινούργια μέρα. ΣΥΝ. χαράζει ● ΦΡ.: τι μέρα (μου) ξημερώνει!: για να δηλωθεί άγνοια, φόβος για το αύριο ή/και για την επόμενη στιγμή: Για να δούμε, ~ θα μας ~σει (: τι μας επιφυλάσσει το μέλλον); Δεν ξέρει τι μέρα ξημερώνει.|| Ποιος ξέρει τι μας ~ει/τι θα μας ~σει (ο Θεός)., όπου λαλούν πολλοί κοκόροι/πολλά κοκόρια, αργεί να ξημερώσει βλ. κόκορας [< μεσν. (ἐ)ξημερώνω] | |
| 35387 | ξηρά | ξη-ρά ουσ. (θηλ.): το τμήμα της γήινης επιφάνειας που δεν σκεπάζεται με νερό: λωρίδα/μεταφορικά μέσα/σπορ ~άς. Αποκλεισμός/επιδρομές από ~άς. Μετάβαση/ταξίδι είτε διά ~άς είτε διά θαλάσσης. Οι πεζοναύτες αποβιβάστηκαν στην ~. ΣΥΝ. στεριά ● ΣΥΜΠΛ.: Στρατός Ξηράς: ΣΤΡΑΤ. κλάδος των Ενόπλων Δυνάμεων, σε αντιδιαστολή με το Πολεμικό Ναυτικό και την Πολεμική Αεροπορία, που έχει ως αποστολή την υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας και την εδαφική ακεραιότητα της χώρας και οι επιχειρήσεις του οποίου γίνονται στην ξηρά: Όπλα του ~ού ~ (: το Πεζικό, τα Τεθωρακισμένα, το Πυροβολικό, το Μηχανικό και οι Διαβιβάσεις). Σώματα ~ού ~ (: το Τεχνικό, το Σώμα Εφοδιασμού-Μεταφορών, το Σώμα Υλικού Πολέμου). [< αρχ. ξηρά (γῆ)] | |
| 35388 | ξηραίνω | ξη-ραί-νω ρ. (μτβ.) {ξήρα-να, ξηρά-θηκε, -μένος, ξηραίν-οντας} (επίσ.): ξεραίνω: Τα σύκα ~ονται στον ήλιο. Ξηροί καρποί και ~μένα φρούτα. Πβ. απο~.|| Γαλάκτωμα καθαρισμού που δεν ~ει την επιδερμίδα. Πβ. αφυδατώνω.|| Τα πηγάδια ~θηκαν. Πβ. στερεύω. [< αρχ. ξηραίνω ‘στεγνώνω’] | |
| 35389 | ξήρανση | ξή-ραν-ση ουσ. (θηλ.) 1. (επιστ.) αφαίρεση ή μείωση της υγρασίας που περιέχεται σε ένα σώμα: (ΤΕΧΝΟΛ.) βιολογική (= βιο~)/θερμική/τεχνητή/φυσική ~. ~ γεωργικών προϊόντων/καπνού/ξυλείας. ~ στον ήλιο. ~ µε θερμό αέρα/κατάψυξη/ψεκασμό. Πβ. απο~. Βλ. λυοφιλοποίηση.|| (ΓΕΩΠ., απώλεια χυμών ως σύμπτωμα ασθένειας:) ~ του φυλλώματος. Καχεξία και ~ πεύκου. Εκτεταμένες ~άνσεις δασικών δέντρων. 2. (λόγ.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξηραίνω: ~ του αέρα/του δέρματος. ~ του βλεννογόνου της μύτης. [< μτγν. ξήρανσις ‘αποξήρανση’] | |
| 35390 | ξηραντήρας | ξη-ρα-ντή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. κλίβανος ή άλλη συσκευή για την ξήρανση υλικών ή ουσιών σε βιομηχανικούς ή εργαστηριακούς χώρους: περιστροφικός ~. ~ κενού/ψεκασμού. ~ με μικροκύματα. Ηλεκτρικός ~ θερμού αέρος (για καπνά). Πβ. (απο)ξηραντής, ξηραντήριο. Βλ. -τήρας. [< γαλλ. séchoir] | |
| 35391 | ξηραντήριο | ξη-ρα-ντή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. μονάδα, ειδικός χώρος όπου διεξάγεται η βιομηχανική ή εργαστηριακή ξήρανση· συνεκδ. το αντίστοιχο μηχάνημα: ~ δημητριακών/καπνού/λυματολάσπης/ξυλείας/τούβλων. Καυσόξυλα ~ηρίου, || Ηλιακό/περιστροφικό ~. Πβ. ξηραντήρας. Βλ. -τήριο. [< γαλλ. sécherie] | |
| 35392 | ξηραντής | ξη-ρα-ντής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή για την κατακράτηση της υγρασίας, κυρ. κατά την επεξεργασία και παραγωγή συμπιεσμένου αέρα: προσροφητικοί ~ές θερμικής/ψυχρής αναγέννησης. Πβ. ξηραντήρας. [< αγγλ. drier, γαλλ. sécheur, 1907] | |
| 35393 | ξηραντικός | , ή, ό ξη-ρα-ντι-κός επίθ.: που αφαιρεί, ελαττώνει την υγρασία ή αφυδατώνει: ~ή: μηχανή/ψύξη. ~ό: μέσο. ~ή επίδραση του αέρα στο δέρμα. Πβ. στεγνωτικός. Βλ. απο~. ΑΝΤ. υγραντικός ● Ουσ.: ξηραντικό (το): ΧΗΜ. ουσία που αφαιρεί ή μειώνει την υγρασία ενός σώματος. [< αρχ. ξηραντικός, γαλλ. (des)siccatif] | |
| 35394 | ξηρασία | ξη-ρα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΜΕΤΕΩΡ. κλιματικό φαινόμενο, που εκδηλώνεται συνήθ. για μεγάλο χρονικό διάστημα, χαρακτηρίζεται από σημαντική μείωση βροχοπτώσεων και προκαλεί διάβρωση του εδάφους, καταστροφές στις καλλιέργειες και τη βλάστηση: ~ και ερημοποίηση/λειψυδρία/πυρκαγιές. Γεωργική (: μείωση γεωργικής παραγωγής)/υδρολογική ~ (: έλλειψη επιφανειακής και υπόγειας απορροής). Πβ. αναβροχιά, ανομβρία, ανυδρία, ξέρα, ξεραΐλα. ΑΝΤ. υγρασία (1) [< μτγν. ξηρασία, γαλλ. sécheresse] | |
| 35395 | ξηρικός | βλ. ξερικός | |
| 35396 | ξηρο- & ξηρό- & ξηρ- | (λόγ.): α' συνθετικό επιστημονικών κυρ. όρων για τη δήλωση ξηρότητας: ξηρο-δερμία/~στομία. Ξηρ-οφθαλμία.|| Ξηρο-φαγία (πβ. ξερο-).|| Ξηρό-φυτο. ΑΝΤ. υγρο-, υδρο-. | |
| 35397 | ξηρογραφία | ξη-ρο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΤΥΠΟΓΡ. φωτογραφική και εκτυπωτική μέθοδος που βασίζεται στον στατικό ηλεκτρισμό και την εφαρμογή θερμότητας: ~ σχεδίων. Χαρτί για ~ (= ξηρά αποτύπωση). 2. ΙΑΤΡ. φωτοηλεκτρική μέθοδος κατά την οποία αναπαράγεται η εικόνα μιας ακτινογραφίας σε ειδικά επιστρωμένη μεταλλική πλάκα: ~ μαστού (πβ. μαγνητική τομογραφία). 3. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. τεχνική της τοιχογραφίας κατά την οποία τα χρώματα τοποθετούνται σε μια επιφάνεια κονιάματος που έχει ήδη στεγνώσει ή σκληρύνει με τη χρήση συνδετικού υλικού, όπως αβγό, λάδι ή ζωική κόλλα: ασβεστοκονίαµα για νωπογραφία ή ~ σε τοίχο. Βλ. τέμπερα, -γραφία. [< 1,2: γαλλ. xérographie, περ. 1950, αγγλ. xerography, 1948, 3: ιταλ.-γαλλ. a tempera] | |
| 35398 | ξηρογραφικός | , ή, ό ξη-ρο-γρα-φι-κός επίθ.: ΤΥΠΟΓΡ. που αναφέρεται στην ξηρογραφία: ~ός: εκτυπωτής. ~ή: διαφάνεια. ~ά: σχέδια. Φωτοαντιγραφικό και ~ό χαρτί. [< γαλλ. xérographique, περ. 1950, αγγλ. xerographic, 1948] | |
| 35399 | ξηροδερμία | ξη-ρο-δερ-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πάθηση που χαρακτηρίζεται από αφυδάτωση του δέρματος, απολέπιση και κοκκινίλες: ~ στο πρόσωπο/του τριχωτού (της κεφαλής). Βλ. ιχθύαση, ξηρότητα. [< γαλλ. xérodermie, αγγλ. xerodermia] | |
| 35400 | ξηροθερμικός | , ή, ό ξη-ρο-θερ-μι-κός επίθ.: που χαρακτηρίζεται από ξηρασία και υψηλές θερμοκρασίες: ~ός: δείκτης. ~ή: περίοδος/περιοχή. ~ό: κλίμα/περιβάλλον. ~ές: συνθήκες. [< αγγλ. xerothermic, 1904, γαλλ. xérothermique] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ