Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [36060-36080]

IDΛήμμαΕρμηνεία
35401ξηροκάρπιαξη-ρο-κάρ-πια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. ξηροκάρπι} (προφ.-περιληπτ.): ξηροί καρποί: ουίσκι με ~.
35402ξηροκαρπιέραξη-λο-καρ-πιέ-ρα ουσ. (θηλ.): επιτραπέζιο σκεύος με χωρίσματα για την τοποθέτηση ξηρών καρπών. Βλ. -ιέρα.
35403ξηρολιθοδομήξη-ρο-λι-θο-δο-μή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ΟΙΚΟΔ. ξερολιθιά.
35404ξηρός, ή/(λόγ.) ά, ό ξη-ρός επίθ. 1. που δεν έχει νερό, υγρασία, βροχές ή βλάστηση: ~ός: αέρας/βήχας (= ξερόβηχας)/καιρός/τόπος (= ξερότοπος). ~ή: ατμόσφαιρα/δόμηση/επιδερμίδα (ΑΝΤ. λιπαρός)/εποχή/ζώνη/θερμότητα/περιοχή/σκόνη. ~ό: έδαφος/κλίμα/περιβάλλον. ~ά: μαλλιά. ~ (= στεγνός) καθαρισμός χαλιών. Πβ. άνυδρος, ξερός.|| Λιπαρά/λίπος επί ~ού 40% (: το ποσοστό λίπους, αν από το προϊόν είχε αφαιρεθεί όλο το νερό που περιέχει). ΑΝΤ. βροχερός (2) 2. ΤΕΧΝΟΛ. οποιοδήποτε στοιχείο περιλαμβάνει χημικά που δεν βρίσκονται σε υγρή μορφή: ~ή: μπαταρία. ~ό: (ηλεκτρικό) στοιχείο (συσσωρευτή). Εκρηκτικό σε ~ή κατάσταση.|| (ειδικότ.) ~ός: ατμός. ~ή: απόσταξη (: χωρίς αέρα). ~ή: αποτύπωση (= ξηρογραφία). 3. (μτφ.) χωρίς χρώμα, ιδιαιτερότητα ή ποικιλία, βαρετός, μονότονος: ~ό: ύφος (γραφής, κειμένου). ● ΣΥΜΠΛ.: ξηρά τροφή: τρόφιμα που δεν είναι νωπά και δεν περιέχουν υγρά: ~ ~ για γάτες/σκύλους. ~ ~ σε κονσέρβα., ξηροί καρποί (περιληπτ.): αποξηραμένοι καρποί ή σπόροι με εδώδιμη ψίχα, όπως αμύγδαλα, ηλιόσποροι, καρύδια, κάσιους, σταφίδες, στραγάλια, σύκα, φιστίκια, φουντούκια: αλατισμένοι/ανάλατοι/άψητοι/καβουρδισμένοι/καραμελωμένοι ~ ~. ~ ~ με κέλυφος. Γιαούρτι/κουλουράκια/σαλάτα με ~ούς ~ούς. Βλ. παρελκόμενα. ΣΥΝ. ξηροκάρπια, ξηρός οίνος/ξηρό κρασί: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. χωρίς υπόλοιπο ζάχαρης μετά τη ζύμωση: ερυθρός/λευκός/ροζέ ~ ~. Βλ. γλυκός, ημίξηρος. [< γαλλ. vin sec] , ξηρός πάγος βλ. πάγος, ξηρός τάφος βλ. τάφος [< 1: αρχ. ξηρός 2: γαλλ. sec, sèche]
35405ξηροστομίαξη-ρο-στο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ξηρότητα του στόματος λόγω μειωμένης έκκρισης σάλιου: έντονη/χρόνια ~. ~ από το άγχος. Κάποια φάρμακα προκαλούν ~. ~ κατά τη διάρκεια του ύπνου. Κακοσμία-~. [< πβ. μτγν. ξηροστομία ‘άκομψη έκφραση’, γαλλ. xérostomie, αγγλ. xerostomia]
35406ξηρότηταξη-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.): απουσία υγρασίας: ~ του δέρματος (= ξηροδερμία)/του (γυναικείου) κόλπου/των ματιών (= ξηροφθαλμία)/της μύτης/του στόματος (= ξηροστομία)/του τριχωτού (της κεφαλής). ~ και αφυδάτωση. Κρέμα/λοσιόν/σαμπουάν κατά της ~ας (ΑΝΤ. λιπαρότητα).|| (ΜΕΤΕΩΡ.) ~ κλίματος. Δείκτης ~ας (: ο λόγος της μέσης ετήσιας βροχόπτωσης προς την αντίστοιχη δυνητική εξάτμιση νερού).|| ~ αέρα λόγω θέρμανσης και κλιματιστικών.|| (για οινοπνευματώδη:) ~ του κρασιού/της σαμπάνιας. Βλ. γλυκύτητα, -ότητα. [< αρχ. ξηρότης]
35407ξηροφαγίαξη-ρο-φα-γί-α ουσ. (θηλ.) & ξεροφαγία 1. λιτή, στεγνή διατροφή, που περιέχει φυτικές ουσίες ωμές, χωρίς λάδι: Την περίοδο της νηστείας περιοριζόμαστε σε ~ (: τρώμε ψωμί, χαλβά, ελιές, φρούτα, λαχανικά). Βλ. -φαγία. 2. μη μαγειρεμένη τροφή, πρόχειρο φαγητό. [< μτγν. ξηροφαγία]
35408ξηροφθαλμίαξη-ρο-φθαλ-μί-α ουσ. (θηλ.) : ΙΑΤΡ. πάθηση των οφθαλμών που χαρακτηρίζεται από ξηρότητα και πάχυνση του επιπεφυκότα και του κερατοειδούς, συνήθ. λόγω έλλειψης της βιταμίνης Α: τεχνητά δάκρυα για ~. [< μτγν. ξηροφθαλμία, αγγλ. xerophthalmia, γαλλ. xérophtalmie]
35410ξηρόφυτα

ξη-ρό-φυ-τα ουσ. (ουδ.) {σπανιότ. στον εν. ξηρόφυτο}: ΒΟΤ. φυτά που ευδοκιμούν σε ξηρό περιβάλλον και έχουν μικρές απαιτήσεις σε νερό. Βλ. παχύ-, υδρό-φυτα. [< αγγλ. xerophyte, γαλλ. xérophyte]

35409ξηροφυτικός, ή, ό ξη-ρο-φυ-τι-κός επίθ.: ΒΟΤ. που σχετίζεται με το ξηρόφυτο: ~ή: βλάστηση. ~οί: θάμνοι. ~ά είδη (της ερήμου) µε σαρκώδη κορµό και βαθιές ρίζες.
35411ξιουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) ξου: το δέκατο τέταρτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου: ~ κεφαλαίο (Ξ). ~ μικρό (ξ). Πβ. ξ. [< μτγν. ξεῖ]
35412ξίγκιξί-γκι ουσ. (ουδ.) & ξύγκι: ζωικό λίπος που βρίσκεται κάτω από το δέρμα: χοιρινό ~.|| (προφ.-μειωτ., μόνο στον πληθ.) Κάνει δίαιτα, για να χάσει τα ~ια (= πάχη). ● ΦΡ.: βγάζει από/απ' τη μύγα ξίγκι: για άνθρωπο τσιγκούνη ή συμφεροντολόγο που επιδιώκει να εκμεταλλευτεί ακόμη και το πιο ασήμαντο κέρδος ή να αξιοποιήσει και τις ελάχιστες ευκαιρίες που του παρουσιάζονται. [< μεσν. ξύγκι(ν)]
35413ξιδάτος, η, ο [ξιδᾶτος] ξι-δά-τος επίθ.: (για φαγώσιμο) που μαγειρεύεται με ξίδι ή διατηρείται σε αυτό: ~ο: λάχανο/χταπόδι. ~ες: ελιές/πιπεριές. Γαύρος ~.|| (ως ουσ.) Το μαγαζί σερβίρει ~α. Βλ. -άτος, τουρσί. [< μεσν. ξιδάτος]
35414ξίδιξί-δι ουσ. (ουδ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. υγρό με έντονη ξινή γεύση που παράγεται από οξική ζύμωση αλκοολούχων διαλυμάτων και χρησιμοποιείται κυρ. ως καρύκευμα, συντηρητικό, καθαριστικό ή φάρμακο: κόκκινο/λευκό/μπαλσάμικο/παλαιωμένο ~. ~ από κρασί/ρύζι. Σαλάτα/σάλτσα με ~. Σβήνω (το φαγητό) με ~. Μαγιά ~ιού. Καθαρίζω άλατα (σε σκεύη)/λεκέδες (σε ρούχο) με ~. Βλ. λαδό-, μηλό-ξιδο. ΣΥΝ. γλυκάδι, όξος 2. (συνεκδ.-προφ.) οτιδήποτε έχει ξινή ή υπόξινη γεύση ή περιέχει πάρα πολύ ξίδι: (για αλκοολούχο ποτό κακής ποιότητας) Μου έφεραν ~ αντί για κρασί. Το φαγητό ήταν σκέτο ~. Βλ. μέλι.ξίδια (τα) (νεαν. αργκό): οινοπνευματώδη: Ξενυχτήσαμε πίνοντας ~. Πβ. αλκοολούχα (ποτά). ● ΣΥΜΠΛ.: μύγα των φρούτων/του ξιδιού βλ. μύγα ● ΦΡ.: να/ας πιει ξίδι (να ξεθυμώσει/να του περάσει): ως ένδειξη περιφρόνησης και αδιαφορίας προς κάποιον που θυμώνει συνήθ. συχνά ή αδικαιολόγητα., τζάμπα ξίδι, γλυκό σαν μέλι βλ. τζάμπα, τρεις το λάδι, τρεις το ξίδι, έξι το λαδόξιδο βλ. τρεις, τρεις, τρία [< μεσν. ξίδι(ν) – παλαιότ. εσφαλμ. ορθογρ. ξύδι]
35415ξιδιάζειξι-διά-ζει ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξίδια-σε, -σμένος}: (για τρόφιμο ή ποτό) αποκτά ξινή γεύση λόγω αλλοίωσης: ~σε (= ξίνισε, χάλασε) το γάλα. ~σμένο: κρασί.
35416ξινάδαξι-νά-δα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα ή η γεύση του ξινού: ~ του λεμονιού. Το προζύμι δίνει ~ στο ψωμί.|| Αισθάνεται ~ στη γλώσσα. Βλ. -άδα. ΣΥΝ. ξινίλα (1)
35417ξινάριξι-νά-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): σκαπτικό εργαλείο, μικρή αξίνα. Πβ. κασμάς. [< μεσν. ξινάριν]
35418ξινήθραξι-νή-θρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): ΒΟΤ. οξαλίδα.
35419ξινίζωξι-νί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ξίνι-σε, ξινί-σει, -σμένος, ξινίζ-οντας} (προφ.): (μτφ.) εκδηλώνω, κυρ. με έκφραση του προσώπου, τη δυσαρέσκειά μου για κάτι· ενοχλούμαι: ~σε τη φάτσα της, όταν τον είδε.|| Πολύς κόσμος ~σε με τη στάση του.ξινίζει: (για τρόφιμο ή ποτό) αλλοιώνεται και αποκτά ξινή γεύση ή/και δυσάρεστη οσμή: Το γάλα/κρασί/τυρί ~σε (= χάλασε). Το φαγητό ~σε με τη ζέστη. ● Μτχ.: ξινισμένος , η, ο: που έχει ξινίσει: ~ο: γιαούρτι.|| (μτφ.) ~η: έκφραση. ~ο: πρόσωπο/ύφος. ● ΦΡ.: ξινίζω/κρεμάω/κατεβάζω/στραβώνω τα μούτρα μου βλ. μούτρο, ο ένας/η μία/το ένα του βρομάει (και) ο άλλος/η άλλη/το άλλο του μυρίζει/του ξινίζει βλ. βρομώ [< μεσν. ξινίζω]
35420ξινίλαξι-νί-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. δυσάρεστη αίσθηση, γεύση του ξινού: Νιώθω την ~ (= ξινάδα) του λεμονιού στη γλώσσα μου. Βλ. -ίλα. 2. δυσπεπτική διαταραχή: ~ στο λαιμό/στομάχι. Καούρες και ~ες. Βλ. αλμυράδα, πικρίλα. 3. (μτφ.) δυστροπία, στρυφνότητα: ~ και γκρίνια/νεύρα. Πβ. ξίνισμα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.