| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 35421 | ξίνισμα | ξί-νι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξινίζω: ~ του γάλακτος/κρασιού. Πβ. αλλοίωση.|| (μτφ.) ~ της μούρης/των μούτρων (: για έκφραση δυσαρέσκειας). Πβ. ξινίλα. | |
| 35422 | ξινο- & ξινό- & ξιν- | : α' συνθετικό κυρ. ουσιαστικών που αναφέρεται στην ιδιότητα του ξινού, υπόξινου: ξινό-γαλο/~τυρο/~χοντρος. Ξινό-μηλο.|| Ξινο-λάχανο.|| Ξιν-άδα (βλ. γλυκο1-, πικρο-). Ξιν-ίζω. | |
| 35423 | ξινόγαλο | ξι-νό-γα-λο ουσ. (ουδ.) & ξινόγαλα: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. γαλακτοκομικό προϊόν πιο παχύρρευστο και ελαφρώς πιο ξινό από το ίδιο το γάλα, που παρασκευάζεται με αφαίρεση του βουτύρου κατόπιν ειδικής ζύμωσης μυκήτων, π.χ. από μαγιά γιαουρτιού: Τραχανάς με ~. Τυρί από ~ (= ξινοτύρι). Πβ. αριάνι. Βλ. κεφίρ. ΣΥΝ. οξύγαλα [< μεσν. ξινόγαλα] | |
| 35424 | ξινόγλυκος | , η, ο ξι-νό-γλυ-κος επίθ. (σπάν.): γλυκόξινος. | |
| 35425 | ξινολάχανο | ξι-νο-λά-χα-νο ουσ. (ουδ.) : ΜΑΓΕΙΡ. ψιλοκομμένο λάχανο με καρυκεύματα, που παστεριώνεται ή διατηρείται σε άλμη· πιάτο που συνηθίζεται στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη: λουκάνικα με ~. Σούπα με χοιρινό κρέας και ~. Βλ. τουρσί. ΣΥΝ. σουκρούτ [< γερμ. Sauerkraut] | |
| 35426 | ξινόμαυρο | ξι-νό-μαυ-ρο ουσ. (ουδ.) ΒΟΤ.-ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.: ελληνική ποικιλία αμπέλου, η οποία καλλιεργείται στη Βόρεια Ελλάδα· συνεκδ. το κρασί που παράγεται από αυτή: απόσταγμα ~ου. Το ~ έχει σκούρο κόκκινο έως μαύρο χρώμα. Βλ. νεγκόσκα. | |
| 35427 | ξινόμηλο | ξι-νό-μη-λο ουσ. (ουδ.): είδος μήλου με πράσινη φλούδα και υπόξινη γεύση. | |
| 35429 | ξινός | , ή, ό ξι-νός επίθ. 1. που έχει γεύση σαν του ξιδιού ή του λεμονιού: ~ός: τραχανάς. ~ή: μαγιά/μυζήθρα (= ξινομυζήθρα)/σάλτσα/σούπα. ~ό: μήλο (= ξινόμηλο)/πορτοκάλι. ~ά: δαμάσκηνα. Πβ. όξινος. Βλ. αλμυρός, γλυκόξινος. 2. που έχει χαλάσει, που μυρίζει ξινίλα ή έχει αλλοιωθεί η γεύση του: ~ή: κρέμα. ~ό: γάλα/γιαούρτι/κρασί. ~ά: τρόφιμα. 3. (μτφ.-προφ.) ιδιότροπος, δύστροπος: ~ή: έκφραση/φάτσα. ~ό: ύφος. ~ά: μούτρα. Είναι πολύ ~ άνθρωπος. Πβ. στριμμένος, στρυφνός. ● Ουσ.: ξινά (τα): καρποί των εσπεριδοειδών., ξινό (το) 1. ιδιότητα, γεύση του ξινού: Κρασί που ισορροπεί ιδανικά ανάμεσα στο γλυκό και το ~. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κιτρικό οξύ. Βλ. κρεμόριο. ● Υποκ.: ξινούτσικος , η, ο: ΣΥΝ. υπόξινος ● ΦΡ.: μου βγαίνει (κάτι) ξινό/βγάζω (κάτι) ξινό (σε κάποιον): όταν κάτι ευχάριστο ακολουθείται από δυσάρεστο γεγονός, συναίσθημα: Μου βγήκε ~ το γέλιο στο τέλος. Πβ. βγάζω (κάτι) από τη μύτη κάποιου., περσινά ξινά σταφύλια βλ. περσινός [< μεσν. ξινός < μτγν. ὄξινος] | |
| 35430 | ξινοτύρι | ξι-νο-τύ-ρι ουσ. (ουδ.) & ξινότυρο: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. τυρί που παρασκευάζεται από ξινόγαλο· ώριμη ξινομυζήθρα. Βλ. γραβιέρα, μυζήθρα. | |
| 35431 | ξινόχοντρος | ξι-νό-χο-ντρος ουσ. (αρσ.): (στην παραδοσιακή κρητική κουζίνα) χόντρος βρασμένος με ξινόγαλα: ~ σούπα (βλ. πλιγούρι). Πβ. τραχανάς. | |
| 35432 | ξιπάζω | ξι-πά-ζω ρ. (μτβ.) {ξίπα-σε, ξιπά-στηκε, -σμένος, ξιπάζ-οντας}: φουσκώνω τα μυαλά κάποιου, τον κάνω να αισθάνεται υπερβολικά υπερήφανος, υπερόπτης: Η δόξα και η επιτυχία δεν τον έχουν ~σει. ● Παθ.: ξιπάζομαι: θεωρώ τον εαυτό μου πολύ σπουδαίο, υπερηφανεύομαι, γίνομαι αλαζονικός: ~στηκε από την εξουσία. ~σμένος: νεόπλουτος. Ματαιόδοξος και ~σμένος (πβ. υπερφίαλος, φαντασμένος, ψωροπερήφανος), χωρίς ίχνος αυτογνωσίας. Πβ. επαίρομαι, καυχιέμαι, κοκορεύομαι, κομπάζω.[< μεσν. εξυπάζω > εκσυσπάζω – παλαιότ. ορθογρ. ξυπάζω] | |
| 35433 | ξιπασιά | ξι-πα-σιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): έπαρση, υπεροπτική συμπεριφορά, το να έχει κάποιος μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του. ΣΥΝ. αλαζονεία, καύχηση, μεγαλαυχία, οίηση, υπεροψία, ψωροπερηφάνια ΑΝΤ. μετριοφροσύνη [< παλαιότ. ορθογρ. ξυπασιά] | |
| 35434 | ξιφασκία | ξι-φα-σκί-α ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. ολυμπιακό αγώνισμα που βασίζεται στην αναμέτρηση δύο παικτών με τριών ειδών ξίφη, προσπαθώντας ο καθένας να επιτύχει όσο γίνεται περισσότερα χτυπήματα στον άλλο και να αποφύγει αυτά του αντιπάλου του: ιαπωνική ~ (= κέντο). ~ σε αναπηρικό αμαξίδιο. Παγκόσμιος πρωταθλητής στην ~. Πβ. οπλομαχία. Βλ. σπάθη. Βλ. -ασκία. ΣΥΝ. σπαθασκία [< γαλλ. escrime] | |
| 35435 | ξιφίας | ξι-φί-ας ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) ξιφιός: ΙΧΘΥΟΛ. μεταναστευτικό πελαγικό ψάρι (επιστ. ονομασ. Xiphias gladius) με επίμηκες σώμα, ασημένια απόχρωση, μπλε και χρυσούς ιριδισμούς, ψηλό ραχιαίο πτερύγιο σε σχήμα δρεπανιού και χαρακτηριστικό μακρύ, μυτερό ρύγχος που θυμίζει ξίφος: (ΜΑΓΕΙΡ.) ψητός ~. ~ σουβλάκι/σχάρας. Φέτες/φιλέτο ~α. Βλ. αφρόψαρο. [< αρχ. ξιφίας, μεσν. ξιφιός] | |
| 35436 | ξιφοειδής | , ής, ές ξι-φο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που έχει το σχήμα, τη μορφή ξίφους: ~ές: οστούν/ρύγχος (ξιφία). ~ή: φύλλα (του ανανά). Βλ. -ειδής. ● ΣΥΜΠΛ.: ξιφοειδής απόφυση: ΑΝΑΤ. απόληξη του οστού του στέρνου. [< μτγν. ξιφοειδής, γαλλ. xiphoïde, αγγλ. xiphoid] | |
| 35437 | ξιφολόγχη | ξι-φο-λόγ-χη ουσ. (θηλ.): φορητή λόγχη κατάλληλη για προσαρμογή στην άκρη της κάννης διαφόρων όπλων: στρατιωτική ~. [< γαλλ. sabre-baïonnette] | |
| 35438 | ξιφομαχία | ξι-φο-μα-χί-α ουσ. (θηλ.): μάχη, πολεμική αναμέτρηση αντιπάλων με ξίφος ή σπαθί: ιαπωνική ~.|| (μτφ.) Λεκτικές ~ες (πβ. αντιπαράθεση). Βλ. -μαχία. [< γαλλ. combat à l'épée] | |
| 35439 | ξιφομάχος | ξι-φο-μά-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που ασχολείται με την ξιφομαχία. Πβ. οπλομάχος, σπαθιστής. Βλ. -μάχος. | |
| 35440 | ξιφομαχώ | [ξιφομαχῶ] ξι-φο-μα-χώ ρ. (αμτβ.) {-είς ... | ξιφομάχ-ησα, -ώντας}: χρησιμοποιώ ξίφος σε μάχη, κυρ. ασκούμαι ή αγωνίζομαι στην ξιφομαχία: || (μτφ.) Τα δύο κανάλια ~ούν (= ανταγωνίζονται) για την πρωτιά της τηλεθέασης. Βλ. -μαχώ. [< γαλλ. se battre à l'épée] | |
| 35441 | ξίφος | ξί-φος ουσ. (ουδ.): όπλο χειρός με μεταλλική λεπίδα και χειρολαβή: αιχμηρό/μακρύ/σιδερένιο/χάλκινο/χρυσό ~. Θήκη/λαβή ~ους. Ιαπωνικά/κυρτά ~η. Τα ~η των ιπποτών. Πβ. σπάθη, σπαθί. Βλ. ξιφολόγχη.|| (ως εξάρτημα στρατιωτικής στολής:) ~ αξιωματικού. Απονομή ~ών.|| (ΑΘΛ.) ~ ασκήσεως. Ηλεκτρικό ~ μονομαχίας. Μάσκα, γάντια και ~ (: το ειδικό όπλο του αγωνίσματος της ξιφασκίας).|| (μτφ.) Ακονίζουν τα ~η τους για τις εκλογές (: ενόψει αναμέτρησης, κόντρας). ● Υποκ.: ξιφίδιο (το): Βλ. -ίδιο. ● ΦΡ.: διασταύρωσαν τα ξίφη τους βλ. διασταυρώνω [< αρχ. ξίφος, αγγλ. sword] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ