| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 35442 | ξιφουλκώ | [ξιφουλκῶ] ξι-φουλ-κώ ρ. (αμτβ.) {-είς ... | ξιφούλκ-ησε, -ώντας} ΣΥΝ. ξεσπαθώνω 1. (μτφ.) διαφωνώ έντονα, διαπληκτίζομαι με κάποιον: ~ούν (= αντιπαρατίθενται) ηχηρά/φραστικά κατά/εναντίον ... Βουλευτές που ~ούν στα τηλεοπτικά παράθυρα. 2. βγάζω το ξίφος από τη θήκη του. [< μεσν. ξιφουλκώ] | |
| 35443 | ξιφοφόρος | , ος, ο ξι-φο-φό-ρος επίθ./ουσ. 1. (λόγ.) πρόσωπο που κρατά ξίφος. Βλ. -φόρος. 2. ΙΧΘΥΟΛ. {ως ουσ.} είδος ψαριού (επιστ. ονομασ. Xiphophorus helleri) του γλυκού νερού με χαρακτηριστική προέκταση του ουραίου πτερυγίου των αρσενικών, που μοιάζει με ξίφος: Οι ~οι διατηρούνται σε ενυδρεία. [1: αρχ. ξιφηφόρος 2: γαλλ. xiphophore, 1955] | |
| 35444 | ξόανο | ξό-α-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άνου} 1. ξύλινο ομοίωμα ή άγαλμα θεότητας που έχει συνήθ. τη μορφή ενός ακατέργαστου κορμού δέντρου και χρησιμοποιείται ως λατρευτικό σύμβολο: (ΑΡΧ.) ιερό ~. Το ~ της Αθηνάς. 2. (μτφ.-προφ.) χαζός, άσχημος άνθρωπος: Τι λέτε ρε ~α; [< 1: αρχ. ξόανον, γαλλ.-αγγλ. xoanon] | |
| 35445 | ξόβεργα | ξό-βερ-γα ουσ. (θηλ.) & ξόβεργο (το): κλαδάκι σε μορφή βέργας που έχει αλειφτεί με κολλητική ουσία για την παγίδευση μικρών πτηνών: Βάζω/στήνω ~.|| (μτφ.) Πιάστηκε στην ~ (= παγίδα) της Αστυνομίας. ● ΦΡ.: η γριά αλεπού δεν πιάνεται με ξόβεργες βλ. αλεπού [< μεσν. ξόβεργον < *ιξόβεργα] | |
| 35446 | ξόδεμα | ξό-δε-μα ουσ. (ουδ.) {ξοδέμ-ατα} (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξοδεύω: αλόγιστο ~ χρημάτων. Δεν διαθέτω/έχω πολλά λεφτά για ~. Σταμάτησαν τα περιττά ~ατα (= έξοδα).|| (μτφ.) ~ ενέργειας/φαιάς ουσίας/χρόνου/ψυχής. Πβ. ανάλωση, δαπάνη, σκόρπισμα, σπατάλη. | |
| 35447 | ξοδευτής | ξο-δευ-τής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που δαπανά πολλά χρήματα ή καταναλώνει κάποιο αγαθό ή μορφή ενέργειας, συνήθ. σε μεγάλη ποσότητα. ΣΥΝ. καταναλωτής (1) | |
| 35448 | ξοδεύω | ξο-δεύ-ω ρ. (μτβ.) {ξόδε-ψα, ξοδεύ-τηκα, ξοδε-μένος, ξοδεύ-οντας} ΣΥΝ. δαπανώ 1. διαθέτω μεγάλο χρηματικό ποσό ως αντίτιμο για κάτι: ~ αλόγιστα (πβ. κατα~, χαραμίζω)/άσκοπα/με μέτρο/μια περιουσία/τα μαλλιοκέφαλά μου. ~ψε όλες τις οικονομίες του σε βιβλία/διασκέδαση/ντύσιμο/ταξίδια. Δεν ~ψα δεκάρα/ούτε ένα ευρώ. Έχει την τάση να ~ει πολλά. 2. χρησιμοποιώ κάποιο αγαθό για συγκεκριμένη ανάγκη, σκοπό: ~ βενζίνη/πετρέλαιο/(ηλεκτρικό) ρεύμα (πβ. καίω, καταναλώνω). Δεν πρέπει να ~ουμε (= σπαταλάμε) πολύ νερό. Πβ. σώνω, τελειώνω.|| (μτφ.) ~ δυνάμεις/φαιά ουσία/χρόνο. ~ψα τη μισή μου ζωή σε αυτό το άθλημα. Έχω ~ψει άπειρες ώρες μελετώντας/συζητώντας/ψάχνοντας. ● Παθ.: ξοδεύομαι 1. δαπανώ πολλά χρήματα: ~τηκε (= καταξοδεύτηκε, μπήκε σε έξοδα, ξεπαραδιάστηκε) για να αγοράσει επώνυμα ρούχα. ΣΥΝ. ξηλώνομαι 2. (μτφ.) αναλώνομαι: ~τηκα σε πράγματα που δεν με εξέφραζαν. Πβ. κατατρίβ-, φθείρ-ομαι. ● ΦΡ.: τρώω/ξοδεύω από τα έτοιμα βλ. έτοιμος [< μεσν. ξοδεύω < μτγν. ἐξοδεύω ‘αναχωρώ, πεθαίνω’] | |
| 35449 | ξόδι | ξό-δι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): νεκρώσιμη ακολουθία ή πομπή, κηδεία. [< μεσν. ξόδι < μτγν. ἐξόδιον ‘κλείσιμο τραγωδίας, θάνατος’] | |
| 35450 | ξολοθρεμός | βλ. εξολόθρευση | |
| 35451 | ξολοθρεύω | βλ. εξολοθρεύω | |
| 35452 | ξομολόγηση | βλ. εξομολόγηση | |
| 35453 | ξομολόγος | βλ. εξομολόγος | |
| 35454 | ξομολογώ | βλ. εξομολογώ | |
| 35455 | ξόμπλι | ξό-μπλι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): διακοσμητικό μοτίβο, κεντημένο πάνω σε ύφασμα: παραδοσιακά ~ια στα πλεκτά. Πβ. κέντημα, κεντίδια, πλουμίδι, ποίκιλμα, στολίδι, στόλισμα. [< μεσν. ξόμπλι < ἐξόμπλιν < μτγν. ἔξομπλον < λατ. exemplum ‘παράδειγμα’] | |
| 35456 | ξομπλιάζω | ξο-μπλιά-ζω ρ. (μτβ.) {ξόμπλια-σε, -σμένος, ξομπλιάζ-οντας} (λαϊκό) 1. κεντώ διακοσμητικά σχέδια ή στολίδια σε ένα ύφασμα. 2. (μτφ.-λογοτ.) διηγούμαι, συνθέτω στοιχεία αφήγησης: Άρχισε να ~ει τον πόνο της. 3. συκοφαντώ, κουτσομπολεύω. Πβ. κακολογώ. [< μεσν. ξομπλιάζω] | |
| 35457 | ξομπλιαστός | , ή, ό ξο-μπλια-στός επίθ. (λαϊκό): κεντημένος, περίτεχνα διακοσμημένος, στολισμένος: ~ά: υφαντά.|| ~ό: κουλούρι (: παραδοσιακό αρτοσκεύασμα). [< μεσν. ξομπλιστός] | |
| 35458 | ξοπίσω | ξο-πί-σω επίρρ. , (εσφαλμ.) ξωπίσω (λαϊκό): για κίνηση, θέση προσώπου ή πράγματος σε σχέση με κάποιον ή κάτι που προπορεύεται, πίσω από: Μας πήρε ~ (= ακολούθησε, καταδίωξε). Το σκυλάκι έτρεχε ~ (= στο κατόπι) του. Τράβα μπροστά, ~ εμείς. Έσερνε ~ της μια τεράστια βαλίτσα. [< μεσν. (ε)ξοπίσω] | |
| 35459 | ξόρκι | ξόρ-κι ουσ. (ουδ.): λέξεις ή φράσεις που λέγονται για να ενεργοποιήσουν μαγικές δυνάμεις ή να απομακρύνουν τα κακά πνεύματα: ερωτικό/μυστικό/πανάρχαιο ~. ~ προστασίας (βλ. φυλαχτό). ~ λευκής μαγείας. Δεν έπιασε το ~. Πβ. γητειά, εξορκισμός, επωδή, μαγγανεία, μάγια. Βλ. κατάδεσμος.|| (μτφ.) Το πρόβλημα δεν αντιμετωπίζεται με ~ια (: απαιτούνται πρακτικές λύσεις). [< μεσν. ξόρκι] | |
| 35460 | ξορκίζω | ξορ-κί-ζω ρ. (μτβ.) {ξόρκι-σε, -στηκε, -σμένος, ξορκίζ-οντας} (προφ.): εξορκίζω. ● ΦΡ.: ξορκίζω με τον απήγανο βλ. απήγανος [< μεσν. ξορκίζω] | |
| 35461 | ξόρκισμα | ξόρ-κι-σμα ουσ. (ουδ.) & ξορκισμός (ο) (προφ.): απομάκρυνση κακού πνεύματος με ξόρκια· κατ’ επέκτ. αποφυγή, εξάλειψη: ~ των δαιμόνων/του κακού. Πβ. εξορκισμός.|| (μτφ.) ~ του φόβου. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ