| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 35462 | ξορκιστής | βλ. εξορκιστής | |
| 35463 | ξου | βλ. ξι | |
| 35464 | ξούρα | ξού-ρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ξύρισμα: Έριξε/τράβηξε μια κόντρα ~.|| (ως επίθ.) ~ κεφάλι (= ξυρισμένο). | |
| 35465 | ξουράφι | βλ. ξυράφι | |
| 35466 | ξουρίζω | βλ. ξυρίζω | |
| 35467 | ξούρισμα | βλ. ξύρισμα | |
| 35468 | ξουτ & ξου | επιφών. (ειρων.-μειωτ.-συχνά επαναλαμβανόμενο): για να διώξουμε πρόσωπο, ζώο, καθετί ανεπιθύμητο ή για τερματισμό δυσάρεστης κατάστασης ή απομάκρυνση κακού πνεύματος: Φύγε από δω, ~ ~. ~ βρε, ~ (= ξεκουμπίσου)! ~ ~, έξω από 'δω! Πβ. ουστ, τζους.|| Γκαντεμιά ~ ~.|| (φτύνοντας τον κόρφο:) ~ ~! Μακριά από μένα! [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 35469 | ξόφληση | βλ. εξόφληση | |
| 35470 | ξοφλώ | [ξοφλῶ] ξο-φλώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {-άς ... | ξόφλ-ησα, -ιέται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} & ξοφλάω (προφ.) 1. (μτφ.) ξεπέφτω, παρακμάζω: Τα δόγματα/οι φιλίες ~άνε. Θεσμός που ~ησε (: αποτελεί παρελθόν). Πβ. παίρνει την κάτω βόλτα, χρεοκοπώ. 2. εξοφλώ. ΣΥΝ. ξεχρεώνω ● Μτχ.: ξοφλημένος , η, ο: που δεν έχει μέλλον, που η πορεία του έχει τελειώσει: ~ος: επιχειρηματίας/ποδοσφαιριστής/πολιτικός.|| Οι γιατροί τον έχουν ~ο (: θα πεθάνει σύντομα, πβ. ξεγραμμένος). ΣΥΝ. τελειωμένος (2) [< μεσν. ξοφλώ] | |
| 35471 | ξύγκι | βλ. ξίγκι | |
| 35472 | ξυλάγγουρο | ξυ-λάγ-γου-ρο ουσ. (ουδ.) 1. ΒΟΤ. είδος αγγουριού σε σχήμα μικρού πεπονιού. Πβ. αντζούρι. 2. (μτφ.-μειωτ.) άτομο, συνήθ. πολύ αδύνατο, άχαρο και ψηλό ή/και ακαλλιέργητο, αμόρφωτο: Είναι/κάθεται/στέκεται σαν ~ (= κούτσουρο). | |
| 35473 | ξυλάδικο | ξυ-λά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.-κυρ. παλαιότ.): μαγαζί που εμπορεύεται ή κατεργάζεται ξυλεία. Βλ. -άδικο, ξυλουργείο. | |
| 35474 | ξυλάκι | ξυ-λά-κι ουσ. (ουδ.) 1. είδος παγωτού που κρατιέται από ένα λεπτό και μικρό κομμάτι ξύλου. Βλ. κυπελλάκι, χωνάκι. 2. μικρό κομμάτι ξύλου που χρησιμοποιείται κυρ. για στήριξη: κέικ/μπισκότα σε ~. Κρέας περασμένο σε ~ (βλ. σουβλάκι).|| Αποξηραμένα λουλούδια πάνω σε ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ξυλάκια (φαγητού): επιτραπέζιο σκεύος φαγητού ασιατικής προέλευσης, που αποτελείται από δύο λεπτές, συνήθ. ξύλινες, βέργες∙ χρησιμοποιείται αντί πιρουνιού: κινέζικα ~ . Το σούσι τρώγεται με ~. [< αγγλ. chopsticks] ● βλ. ξύλο [< μεσν. ξυλάκι] | |
| 35475 | ξυλάλευρο | ξυ-λά-λευ-ρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. λεπτή σκόνη ξύλου, ως προϊόν ειδικής επεξεργασίας των απορριμμάτων ξυλείας. Βλ. ξυλόμαλλο. [< γαλλ. farine de bois] | |
| 35476 | ξυλάνη | ξυ-λά-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ.πολυσακχαρίτης που βρίσκεται σε φυτικούς οργανισμούς. Βλ. ξυλόζη. [< αγγλ. xylan < xylon < αρχ. ξύλον + -an] | |
| 35477 | ξυλάνθρακας | ξυ-λάν-θρα-κας ουσ. (αρσ.) (επίσ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. τελικό, στερεό πορώδες προϊόν ξηρής απόσταξης της σκληρής ξυλείας ή τύρφης μέσω της πυρόλυσής της σε ειδικά καμίνια: κονιοποιημένος ~. ΣΥΝ. ξυλοκάρβουνο [< γαλλ. charbon de bois] | |
| 35478 | ξυλαποθήκη | ξυ-λα-πο-θή-κη ουσ. (θηλ.): χώρος αποθήκευσης ξυλείας, συνήθ. στεγασμένος. [< μεσν. ξυλοαποθήκη] | |
| 35479 | ξυλάρμενος | , η, ο ξυ-λάρ-με-νος επίθ.: ΝΑΥΤ. (για ιστιοφόρο) που έχει μαζέψει τα πανιά, κυρ. λόγω κακοκαιρίας: ~ο: καράβι.|| (ως ουσ.) Ναυαγοί σε ακυβέρνητο ~ο (ενν. σκάφος). ΑΝΤ. πλησίστιος (1) | |
| 35480 | ξυλάς | ξυ-λάς ουσ. (αρσ.) (προφ.-παλαιότ.): ξυλοκόπος ή ξυλέμπορος. Βλ. -άς. | |
| 35481 | ξυλεία | ξυ-λεί-α ουσ. (θηλ.): τμήματα κορμού ή κλαδιών δέντρων και θάμνων που χρησιμοποιούνται ως πρώτη ύλη για την κατασκευή διαφόρων αντικειμένων: βιομηχανική (βλ. κόντρα πλακέ, νοβοπάν)/δασική/δομική/εμποτισμένη (: σε συντηρητικό)/μαλακή/ναυπηγική/οικοδομική/πλανισμένη/πριστή/σουηδική/στρογγυλή/σύνθετη/τροπική ~. ~ επιπλοποιίας/κήπου/ξυλοτύπων/πατωμάτων/στέγης. ~ αειφορικής διαχείρισης. [< μτγν. ξυλεία] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ