Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [36140-36160]

IDΛήμμαΕρμηνεία
35482ξυλεμπορικός, ή, ό ξυ-λε-μπο-ρι-κός επίθ.: που αναφέρεται στο σύνολο των εμπορικών δραστηριοτήτων σχετικών με την ξυλεία: ~ός: συνεταιρισμός. ~ή: αγορά/ένωση/εταιρεία.|| (ως ουσ.) Το ~ό (ενν. κατάστημα).
35483ξυλέμποροςξυ-λέ-μπο-ρος ουσ. (αρσ.): έμπορος ξυλείας: υλοτόμοι και ~οι. Πβ. ξυλάς. Βλ. -έμπορος. [< μτγν. ξυλέμπορος]
35484ξυλένιοβλ. ξυλόλιο
35485ξυλένιος, ια, ιο ξυ-λέ-νιος επίθ.: ξύλινος. Βλ. -ένιος. [< μεσν. ξυλένιος]
35486ξυλεπένδυσηξυ-λε-πέν-δυ-ση ουσ. (θηλ.): επένδυση ξύλου: ~ τοίχου. ~ύσεις δαπέδου (πβ. παρκέ). ~ από βελανιδιά ή πεύκο. Πβ. μπουαζερί. Βλ. ραμποτέ.
35487ξυλεύομαιξυ-λεύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {ξυλεύ-τηκε} (επίσ.): εφοδιάζομαι με ξύλα ή τα κόβω: Οι κάτοικοι του χωριού ~ονται από τα δάση της περιοχής τους. Δέντρα που ~ονται για χαρτοπολτό.|| (σπανιότ. στην ενεργ. φωνή) Ξύλευσαν (= υλοτόμησαν) παράνομα δασική έκταση. ● ΦΡ.: δρυός πεσούσης πας ανήρ ξυλεύεται βλ. δρυς [< μτγν. ξυλεύομαι]
35488ξύλευσηξύ-λευ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): υλοτομία και εφοδιασμός με ξύλα: αλόγιστη/μη αειφορική ~. ~ καμένου δάσους (για καυσόξυλα). Καλλιέργεια καστανιάς και καρυδιάς για ~. Απαγόρευση ~ης και θήρας. ΣΥΝ. υλοτομία [< μεσν. ξύλευσις]
35489ξύλημαξύ-λη-μα ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ξύλωμα.
35490ξυλιάξυ-λιά ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (συνήθ. παρωχ.-ως μορφή τιμωρίας παιδιών): χτύπημα που δέχεται κάποιος με ξύλο, βέργα ή με το χέρι: Έφαγε/του έριξε μια ~. Πβ. ραβδιά. [< μεσν. ξυλιά]
35491ξυλιάζωξυ-λιά-ζω ρ. (αμτβ.) {ξύλια-σα, -σμένος, ξυλιάζ-οντας} (προφ.): γίνομαι άκαμπτος σαν το ξύλο από το κρύο, ξεπαγιάζω: Έχω ~σει τόση ώρα κάτω από το κλιματιστικό (πβ. πουντιάζω). Βρέθηκε ~σμένος σ' ένα παγκάκι (ενν. νεκρός). Πβ. κοκαλώνω, μελανιάζω. ΣΥΝ. παγώνω (2)
35492ξύλιασμαξύ-λια-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του ξυλιάζω. Πβ. κοκάλωμα, πάγωμα, πούντιασμα. ΣΥΝ. ξεπάγιασμα
35493ξυλιέραξυ-λιέ-ρα ουσ. (θηλ.): ειδική θήκη για τοποθέτηση καυσόξυλων: μεταλλική/τροχήλατη ~ τζακιού. Πβ. καλάθι για ξύλα/ξύλων.
35494ξυλίζωξυ-λί-ζω ρ. (μτβ.) {ξύλι-σα} (σπάν.): δέρνω κάποιον με ξυλιές. Πβ. ξυλοφορτώνω, ραβδίζω. [< μεσν. ξυλίζω]
35495ξυλίκιξυ-λί-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. (μτφ.) ξύλο· συνεκδ. καβγάς με χτυπήματα: Έπαιξαν/έπεσε/έριξαν/έφαγαν ~.|| Άγριο/τρελό ~. Σπρωξίματα και ~. 2. (σπάν.) ξύλινη βέργα: Ανοίγουμε φύλλο με το ~. Πβ. πλάστης. 3. {χωρ. πληθ.} (παλαιότ.) παραδοσιακό παιχνίδι που παιζόταν με δύο άνισα σε μήκος ξύλα: Το ~ παιζόταν συνήθως από δύο ή και τρεις ομάδες. ΣΥΝ. τσιλίκι (3)
35496ξύλινος, η, ο ξύ-λι-νος επίθ. 1. που έχει κατασκευαστεί από ξύλο ή διαθέτει στοιχεία ξύλου: ~ος: κάδος/πάγκος/φράχτης/χάρακας. ~η: βάρκα/επένδυση (= ξυλεπένδυση)/κατοικία/πέργκολα. ~ο: αλογάκι (: παιχνίδι)/πάτωμα/σκάφος/τραπέζι. ~οι: πάσσαλοι/στύλοι. ~ες: καρέκλες/περσίδες/πόρτες. ~α: κουφώματα. ΣΥΝ. ξυλένιος 2. (μτφ.) στερεότυπος, χωρίς πρωτοτυπία και κατ' επέκτ. χωρίς διακύμανση: ~ος: λόγος.|| ~η: φωνή. ● Ουσ.: ξύλινα (τα): ΜΟΥΣ. ενν. όργανα της ορχήστρας. Πβ. πνευστά. Βλ. όμποε, φαγκότο, φλάουτο. ● ΣΥΜΠΛ.: ξύλινη γλώσσα βλ. γλώσσα, πήλινα/ξύλινα/γυάλινα πόδια βλ. πόδι [< αρχ. ξύλινος]
35497ξύλισμαξύ-λι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του ξυλίζω. Πβ. ξυλο-δαρμός, -κόπημα, -φόρτωμα.
35498ξυλιτόληξυ-λι-τό-λη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. οργανική ουσία (σύμβ. C5H12O5), παράγωγο της ξυλόζης, που χρησιμοποιείται ως φυσικό υποκατάστατο της ζάχαρης και περιέχεται σε πολλά φρούτα και λαχανικά. Βλ. γλυκαντικές ουσίες/ύλες, -όλη. [< αγγλ. xylitol]
35499ξύλοξύ-λο ουσ. (ουδ.) 1. σκληρή ουσία του κορμού και των κλαδιών των δέντρων· συνεκδ. κάθε κομμάτι ή αντικείμενο που προέρχεται από αυτά: ακατέργαστο/γνήσιο/ελαφρύ/κατεργασμένο/μαλακό/μασίφ/σκαλιστό/σουηδικό ~ (= ξυλεία). ~ ελιάς/κερασιάς/οξιάς/πεύκου. ~ τικ. Απολιθωμένο ~. Άρωμα/ασθένειες/βαφή/βιομηχανία (= ξυλοβιομηχανία)/εμπορία/τεχνολογία ~ου.|| Φύλλα ~ου. Έπιπλα/κουφώματα/πόρτα/σκάλα από ~.|| Γλυπτική/ζωγραφική σε ~. Βερνίκι για ~. || (Αρωματικά) ~α καπνίσματος. 2. (μτφ.) χτυπήματα με το χέρι ή με βέργα: άγριο/αλύπητο/ανελέητο/γερό ~. Έφαγε το ~ της αρκούδας/χρονιάς. ~ και των γονέων/με τη σέσουλα/μέχρι θανάτου/μέχρι λιποθυμίας. Δίνω/παίζω/ρίχνω ~. Πέφτει ~ (= γίνεται καβγάς, έχουν πιαστεί στα χέρια). (Κάποιος) θέλει ~ (: του αξίζει). Πβ. βρομόξυλο, ξυλο-δαρμός, -κόπημα, -φόρτωμα. 3. (μτφ.) καθετί σκληρό, που δύσκολα λυγίζει ή κάμπτεται: Το κορμί του είχε γίνει ~ από το κρύο (= ξύλιασε, ξεπάγιασε). 4. {κυρ. στον πληθ.} καυσόξυλα: ~α για προσάναμμα/για το τζάκι. Κόβω/κουβαλώ/μαζεύω ~α. Σόμπα ~ου/~ων. Ρίχνω ~α στη φωτιά. Βλ. πυρηνόξυλο. ● Υποκ.: ξυλαράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: τίμιο/άγιο ξύλο: ΕΚΚΛΗΣ. μικρό κομμάτι ξύλου που προέρχεται από τον σταυρό πάνω στον οποίο σταυρώθηκε ο Ιησούς: Φυλαχτό με τίμιο ~., σομφό ξύλο βλ. σομφός ● ΦΡ.: επί ξύλου κρεμάμενος (μτφ.): για κάποιον που έχει βρεθεί σε εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση και χωρίς υποστήριξη, από οικονομική ή άλλη άποψη: Έφαγε όλη του την περιουσία κι έμεινε ~ ~ (= απένταρος)., ξύλο μετά μουσικής (συνήθ. ειρων.): για άγριο ξυλοδαρμό., σπάω/σαπίζω/τσακίζω/μαυρίζω/σακατεύω/ρημάζω/λιανίζω κάποιον στο ξύλο (προφ.): τον χτυπώ πολύ άσχημα, χωρίς οίκτο: (απειλητ.) Θα σε σπάσω ~!, το ξύλο βγήκε απ' τον Παράδεισο: ως εσφαλμένη δικαιολόγηση της παιδαγωγικής ή σωφρονιστικής σημασίας του ξυλοδαρμού ή της χειροδικίας., τρώω ξύλο (μτφ.-προφ.): με δέρνουν, με χτυπούν. ΣΥΝ. τις αρπάζω, τις τρώω, άνθρωπος αγράμματος, ξύλο απελέκητο βλ. απελέκητος, ένα (γερό) χέρι ξύλο βλ. χέρι, κάνω κάποιον μαύρο/τόπι/τουλούμι/μπαούλο (στο ξύλο) βλ. τόπι, σκοτώνω στο ξύλο (κάποιον) βλ. σκοτώνω, το στραβό το ξύλο η φωτιά το σιάζει βλ. φωτιά, τουλουμιάζω στο ξύλο βλ. τουλουμιάζω, χτύπα/να χτυπήσω ξύλο! βλ. χτυπώ ● βλ. ξυλάκι [< αρχ. ξύλον]
35500ξυλο- & ξυλό- & ξυλ-α' συνθετικό που αναφέρεται 1. στο ξύλο, κυρ. ως υλικό κατασκευής και στην ξυλεία: ξυλο-σκεπή. Ξυλό-σπιτο. Ξυλ-επένδυση.|| Ξυλο-κόπος. Ξυλ-ουργός.|| (ως ύλη για την οποία είναι κατάλληλο αυτό που δηλώνει το β' συνθ.) Ξυλό-κολλα/~προκα.|| Ξυλό-σομπα. 2. (μτφ.) στη σωματική βία: ξυλο-δαρμός.|| Ξυλο-κόπημα/~φόρτωμα.
35501ξυλόβιδαξυ-λό-βι-δα ουσ. (θηλ.): βίδα για στερέωση κυρ. ξύλου με ξύλο.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.