Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [36160-36180]

IDΛήμμαΕρμηνεία
35502ξυλοβιομηχανίαξυ-λο-βι-ο-μη-χα-νί-α ουσ. (θηλ.): βιομηχανικός τομέας κατεργασίας ξύλου και συνεκδ. το αντίστοιχο εργοστάσιο. Βλ. -βιομηχανία.
35503ξυλογλύπτηςξυ-λο-γλύ-πτης ουσ. (αρσ.): τεχνίτης, καλλιτέχνης ξυλογλυπτικής.
35504ξυλογλυπτικήξυ-λο-γλυ-πτι-κή ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. η τέχνη σκαλίσματος πάνω σε ξύλο ή/και η δημιουργία ανάγλυφων παραστάσεων πάνω σε έπιπλα ή άλλες ξύλινες κατασκευές: εκκλησιαστική/λαϊκή/ποιμενική ~. Το τέμπλο του ναού είναι αριστούργημα ~ής. [< γαλλ. sculpture sur bois]
35505ξυλογλυπτικός, ή, ό ξυ-λο-γλυ-πτι-κός επίθ.: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που αναφέρεται στην ξυλογλυπτική ή είναι ξυλόγλυπτος: ~ή: σχολή. ~ές: εργασίες.
35506ξυλόγλυπτος, η, ο ξυ-λό-γλυ-πτος επίθ.: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που είναι από ξύλο και έχει διακοσμητική, καλλιτεχνική χάραξη ή είναι σκαλισμένος σε ξύλο: ~ος: άμβωνας. ~η: κορνίζα/πόρτα. ~ο: ταβάνι/τέμπλο. ~α: έπιπλα.|| ~ος: διάκοσμος. ~η: εικόνα. ~οι: σταυροί. [< μτγν. ξυλόγλυπτος]
35507ξυλογραφίαξυ-λο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. είδος χαρακτικής πάνω σε ξύλινη πλάκα, το σχέδιο της οποίας αναπαράγεται με εκτύπωση σε χαρτί με τη μέθοδο της υψιτυπίας και συνεκδ. χαρακτικό που δημιουργείται με αυτή την τεχνική: ~ες σε όρθιο/πλάγιο ξύλο (: όταν το ξύλο κόβεται κάθετα στον κορμό, δηλ. σε ροδέλες ή στην κατεύθυνση του δέντρου, αντίστοιχα).|| Έγχρωμη ~. Χειρόγραφα με σπάνιες ~ες. Βλ. λιθο-, χαλκο-γραφία. [< γαλλ. xylographie, αγγλ. xylography]
35508ξυλογραφικός, ή, ό ξυ-λο-γρα-φι-κός επίθ.: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που σχετίζεται με την ξυλογραφία: ~ή: πλάκα. [< γαλλ. xylographique, αγγλ. xylographic]
35509ξυλοδαρμόςξυ-λο-δαρ-μός ουσ. (αρσ.): αλλεπάλληλα δυνατά χτυπήματα που δέχεται κάποιος ως μορφή σωματικής βίας: άγριος/βάναυσος/θανάσιμος/ομαδικός ~. Πβ. ξύλο. ΣΥΝ. βρομόξυλο, μπερντάχι, ξυλοκόπημα, ξυλοφόρτωμα
35510ξυλοδεσιάξυ-λο-δε-σιά ουσ. (θηλ.) & ξυλόδεμα (το): ΟΙΚΟΔ. ξύλινο δοκάρι ή υποστύλωμα σε τοίχο που ενισχύει την αντοχή της οικοδομής: λιθοδομή με ~. ~ιές οροφής. Βλ. πρέκι.
35511ξυλόζηξυ-λό-ζη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. μονοσακχαρίτης (σύμβ. C5H10O5), συστατικό κυρ. της ξυλάνης από την οποία εξάγεται με υδρόλυση. Βλ. ξυλιτόλη. [< αγγλ. xylose]
35512ξυλοκαΐνηξυ-λο-κα-ΐ-νη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. εμπορική ονομασία για παρασκευάσματα λιδοκαΐνης, ουσίας με αναισθητικές, αναλγητικές, ηρεμιστικές και καρδιοτονωτικές ιδιότητες: αγωγή με ενδοφλέβια ~. Ένεση/κρέμα ~ης. [< αγγλ. xylocaine, 1946]
35513ξυλοκάρβουνοξυ-λο-κάρ-βου-νο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. ξυλάνθρακας.
35514ξυλοκατασκευήξυ-λο-κα-τα-σκευ-ή ουσ. (θηλ.): κάθε κατασκευή που έχει γίνει από ξύλο, ως δομικό κυρ. στοιχείο: ~ές κήπου (: κιόσκια, παγκάκια).
35515ξυλοκερατιάξυ-λο-κε-ρα-τιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. χαρουπιά. [< μεσν. ξυλοκερατία, ξυλοκερατιά]
35516ξυλοκέρατοξυ-λο-κέ-ρα-το ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. χαρούπι. [< μτγν. ξυλοκέρατον]
35517ξυλόκολλαξυ-λό-κολ-λα ουσ. (θηλ.): κόλλα με την οποία συγκολλούνται ξύλα: αδιάβροχη/ακρυλική/αραιωμένη ~. Κρυσταλιζέ/λευκή ~ ταχείας πήξεως. Βλ. -κολλα. [< μτγν. ξυλοκόλλα]
35518ξυλοκόπημαξυ-λο-κό-πη-μα ουσ. (ουδ.) {ξυλοκοπήμ-ατα} (προφ.): ξυλοδαρμός: ανελέητο ~. Άγρια ~ατα. ~ μέχρι θανάτου. Πβ. βρομόξυλο, μπερντάχι, ξύλισμα. ΣΥΝ. ξύλο (2), ξυλοφόρτωμα
35519ξυλοκόποςξυ-λο-κό-πος ουσ. (αρσ.) 1. αυτός που ασχολείται επαγγελματικά με την κοπή ξύλων, κυρ. στο δάσος. Πβ. ξυλάς. Βλ. -κόπος, τσεκούρι. ΣΥΝ. υλοτόμος 2. (ποδοσφαιρική αργκό) άτεχνος ποδοσφαιριστής. [< 1: μτγν. ξυλοκόπος]
35520ξυλοκοπτικήξυ-λο-κο-πτι-κή ουσ. (θηλ.) 1. δημιουργία μικρών ξύλινων αντικειμένων: Το αγαπημένο του μάθημα στο σχολείο ήταν η ~. 2. (παλαιότ.) κοπή ξύλων από δάσος: Κύρια ασχολία των κατοίκων ήταν η ~. Βλ. ξυλοκόπος. ΣΥΝ. υλοτομία
35521ξυλοκοπτικός, ή, ό ξυ-λο-κο-πτι-κός επίθ.: που αναφέρεται ή χρησιμεύει στην κοπή ξύλου, κορμού δέντρου ή κλαδιών: ~ά: μηχανήματα.|| (ως ουσ., το αντίστοιχο εργαλείο) Φέρε το πριόνι και το ~ό.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.