| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2665 | αμπαζούρ | [ἀμπαζούρ] α-μπα-ζούρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: προστατευτικό ή διακοσμητικό κάλυμμα λάμπας που περιορίζει και κατευθύνει το φως κυρ. προς τα κάτω· κατ' επέκτ. ολόκληρο το φωτιστικό. Πβ. επιτραπέζια λάμπα, καπέλο, πορτατίφ. [< γαλλ. abat-jour] | |
| 2666 | άμπακας & άμπακος | [ἄμπακας] ά-μπα-κας ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: τρώω/καταβροχθίζω/πίνω/κατεβάζω τον αγλέο(υ)ρα/το καταπέτασμα/τ' άντερά μου/τον άμπακα/τον αβλέμονα βλ. αγλέουρας [< μεσν. άμπακος] | |
| 2667 | αμπαλάζ | [ἀμπαλάζ] α-μπα-λάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: συσκευασία αντικειμένου, συνήθ. δώρου, σε πακέτο και κατ' επέκτ. το ίδιο το περιτύλιγμα: γιορτινό/πρόχειρο ~. Χαρτί για ~. Πβ. αμπαλάρισμα. [< γαλλ. emballage] | |
| 2668 | αμπαλάρισμα | [ἀμπαλάρισμα] α-μπα-λά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αμπαλάρω: ~ δώρου. Πβ. αμπαλάζ, εγκιβωτισμός, πακετάρισμα, συσκευασία, τύλιγμα. Βλ. -ισμα. | |
| 2669 | αμπαλάρω | [ἀμπαλάρω] α-μπα-λά-ρω ρ. (μτβ.) {αμπαλάρι-σα, -στεί, -σμένος} (προφ.): συσκευάζω, περιτυλίγω, πακετάρω: ~ βιβλία. ~ (κάτι) για δώρο/σε πακέτο. ~σμένα: κουτιά. [< ιταλ. abballare, γαλλ. emballer] | |
| 2670 | άμπαλος | , η, ο [ἄμπαλος] ά-μπα-λος επίθ. (προφ.): (στην ποδοσφαιρική αργκό) που δεν έχει ιδέα από μπάλα ή για παίκτη που δεν έχει καθόλου καλή τεχνική κατάρτιση, που δεν μπορεί να αποδώσει. Βλ. παλτό. | |
| 2671 | αμπάρα | [ἀμπάρα] α-μπά-ρα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): μεγάλος σύρτης με τον οποίο ασφαλιζόταν η εξώπορτα από μέσα: διπλές/σιδερένιες ~ες. Βλ. μάνταλο, μπάρα. [< μεσν. αμπάρα] | |
| 2672 | αμπάρι | [ἀμπάρι] α-μπά-ρι ουσ. (ουδ.) {αμπαρ-ιού} 1. ειδικός χώρος αποθήκευσης στο κοίλο μέρος του πλοίου. Πβ. κύτος. 2. (παλαιότ.) αποθήκη για τη φύλαξη καρπών (ιδ. σιτηρών) ή άλλων τροφίμων. [< μεσν. αμπάρι < τουρκ. ambar] | |
| 2673 | αμπάριζα | [ἀμπάριζα] α-μπά-ρι-ζα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): ομαδικό παιδικό παιχνίδι σε ανοιχτό χώρο και συνεκδ. το σταθερό σημείο (π.χ. δέντρο, πέτρα, κολόνα) που κάθε ομάδα χρησιμοποιεί ως εκκίνηση και καταφύγιο. ● ΦΡ.: παίρνω αμπάριζα (μτφ.-οικ.) 1. παίρνω φόρα, παρασύρω κάτι με την ορμή μου, ξεσπάω σε κάποιον: Πήρε ~ και άρχισε. Συγγνώμη, σε πήρα ~ (= μονότερμα)! 2. πηγαίνω από το ένα σημείο στο άλλο, αναζητώ σε όλα τα μέρη: Θα πάρει ~ όλα τα μαγαζιά, για να βρει αυτό που θέλει. ΣΥΝ. παίρνω σβάρνα (1), παίρνω αμπάριζα και βγαίνω (μτφ.-προφ.): αναλαμβάνω δράση με αποφασιστικότητα και ορμή: ~ ~ και όποιον πάρει ο χάρος! [< αλβ. ambaresë] | |
| 2674 | αμπαρόριζα | βλ. αρμπαρόριζα | |
| 2675 | αμπαρώνω | [ἀμπαρώνω] α-μπα-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {αμπάρω-σα, αμπαρώ-θηκα, -μένος}: ασφαλίζω με αμπάρα την πόρτα, κλειδώνω, κλείνω ερμητικά (κυρ. για λόγους ασφάλειας): ~ το μαγαζί/τα παράθυρα. Πανικόβλητοι οι κάτοικοι ~θηκαν στα σπίτια τους.|| Βρήκε τις πόρτες κλειστές και ~μένες. Βλ. κλειδ~. ΣΥΝ. μανταλώνω, σφαλίζω ● Παθ.: αμπαρώνομαι (μτφ.): απομονώνομαι, κλείνομαι στον εαυτό μου: ~ότανε στο σπίτι του και εξαφανιζόταν για μέρες. Ζούσε ~μένος στο καβούκι του. ● ΦΡ.: κλειδώνω (κι) αμπαρώνω και ο κλέφτης είναι μέσα/τον κλέφτη βρίσκω μέσα 1. (μτφ.) για κίνδυνο που παραμένει, ενώ θεωρείται ότι έχουν ληφθεί τα κατάλληλα μέτρα, για να αποφευχθεί. 2. αίνιγμα για τις ακτίνες του ήλιου. | |
| 2676 | αμπέλι | [ἀμπέλι] α-μπέ-λι ουσ. (ουδ.) {αμπελ-ιού | -ιών} 1. αμπελώνας και κατ' επέκτ. τα κλήματά του: ιδιόκτητα ~ια. Καλλιεργώ/ραντίζω/σκάβω/τρυγώ το ~. Το ~ θέλει θειάφισμα/κλάδεμα. Μαζεύω τα σταφύλια από τ' ~ια. Βλ. παλιάμπελο. 2. ΒΟΤ. κλήμα, αγγειόσπερμο αναρριχητικό θαμνώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Vitis vinifera) με καρπό το σταφύλι: αρρώστιες (π.χ. περονόσπορος, φυλλοξήρα)/βιολογική καλλιέργεια/ποικιλίες ~ιών. Φύλλα ~ιού (= αμπελόφυλλα). ΣΥΝ. άμπελος (1) ● Υποκ.: αμπελάκι (το) ● ΦΡ.: έλα, παππού/παππούλη (μου), να σου δείξω τ' αμπελοχώραφά/τ' αμπέλια σου βλ. παππούς, ξέφραγο αμπέλι βλ. ξέφραγος, πήγε/πέθανε/ψόφησε σαν το σκυλί στ' αμπέλι βλ. σκυλί [< μεσν. αμπέλι(ν)] | |
| 2677 | αμπελοειδή | [ἀμπελοειδῆ] α-μπε-λο-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα): ΒΟΤ. οικογένεια φυτών η οποία περιλαμβάνει διάφορα είδη αμπέλου. | |
| 2678 | αμπελοκαλλιέργεια | [ἀμπελοκαλλιέργεια] α-μπε-λο-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΡΓ. καλλιέργεια αμπελιού· (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) οι αντίστοιχες εκτάσεις ή τα αμπέλια που καλλιεργούνται σε αυτές: βιολογική ~. Εδάφη κατάλληλα για ~. Πβ. αμπελουργία.|| Ο περονόσπορος κατέστρεψε τις ~ες. Βλ. -καλλιέργεια. | |
| 2679 | αμπελοκαλλιεργητής | [ἀμπελοκαλλιεργητής] α-μπε-λο-καλ-λι-ερ-γη-τής ουσ. (αρσ.) (επίσ.): καλλιεργητής αμπελιού. Πβ. αμπελουργός. Βλ. τρυγητής. | |
| 2680 | αμπελοοινικός | , ή, ό [ἀμπελοοινικός] α-μπε-λο-οι-νι-κός επίθ. (επίσ.): που αναφέρεται στην αμπελουργία και την οινοποιία: ~ός: κλάδος.~ές: ζώνες/περιοχές. ~ά: αποστάγματα.|| (ως ουσ.) Νέος κανονισμός για τα ~ά (ενν. προϊόντα). | |
| 2681 | αμπελοπούλι | [ἀμπελοπούλι] α-μπε-λο-πού-λι ουσ. (ουδ.): ΟΡΝΙΘ. ωδικό πτηνό (επιστ. ονομασ. Sylvia atricapilla με φτέρωμα σκούρο γκρι από πάνω και ανοιχτό γκρι-λαδί από κάτω. ΣΥΝ. Μαυροσκούφης. Βλ. τσιροβάκος, -πούλι. | |
| 2682 | άμπελος | [ἄμπελος] ά-μπε-λος ουσ. (θηλ.) {αμπέλ-ου | -ων} 1. ΒΟΤ. αμπέλι, κλήμα. 2. ΕΚΚΛΗΣ. το κλήμα ως χριστιανικό σύμβολο και η αναπαράστασή του: Γλυπτός διάκοσμος από ~ο με κληματίδες. Δίσκος με ελισσόμενη ~ο. [< αρχ. ἄμπελος] | |
| 2683 | αμπελουργία | [ἀμπελουργία] α-μπε-λουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΡΓ. αμπελοκαλλιέργεια: βιολογική ~. ~-οινοποιία. 2. ΓΕΩΠ. επιστημονική μελέτη του αμπελιού: γενική/ειδική/πρακτική ~. Δενδροκομία/οινολογία και ~. Βλ. -ουργία. [< μτγν. ἀμπελουργία] | |
| 2684 | αμπελουργικός | , ή, ό [ἀμπελουργικός] α-μπε-λουρ-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αμπελουργία: ~ός: συνεταιρισμός. ~ή: περίοδος/περιοχή. [< αρχ. ἀμπελουργικός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ