| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2655 | αμόρε | [ἀμόρε] α-μό-ρε ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (οικ.): ερωτικό συναίσθημα ή σχέση και κατ' επέκτ. σύντροφος: κρυφό/μεγάλο/νεανικό ~. Βλ. αγάπη, δεσμός.|| Έφερε στο πάρτι το νέο της ~. Πβ. αγόρι/κορίτσι, αίσθημα, γκόμενος/γκόμενα, εραστής/ερωμένη, φίλος/φίλη. [< μεσν. αμόρε < ιταλ. amore] | |
| 2656 | αμορτισέρ | [ἀμορτισέρ] α-μορ-τι-σέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΗΧΑΝΟΛ. εξάρτημα σε μηχανές, κυρ. οχημάτων, για την απόσβεση των ταλαντώσεων και την απορρόφηση των κραδασμών: μπροστινό/πίσω/υδραυλικό ~. ~ αερίου/αέρος/ελατηρίου/λαδιού. Ενισχυμένα/ρυθμιζόμενα ~. Έσπασε το ~. Βλ. ανάρτηση. ΣΥΝ. αποσβεστήρας [< γαλλ. amortisseur] | |
| 2657 | αμορφία | [ἀμορφία] α-μορ-φί-α ουσ. (θηλ.) (επιστ.): απουσία συγκεκριμένης μορφής: ~ της ύλης. Βλ. -μορφία. [< μτγν. ἀμορφία] | |
| 2658 | άμορφος | , η, ο [ἄμορφος] ά-μορ-φος επίθ. 1. (λόγ.) που δεν έχει συγκεκριμένη μορφή ή σχήμα: ~ος: όγκος/σωρός. ~η: κατάσταση/πέτρα/ύλη. ~ο: σύνολο. Ο τεχνίτης δίνει σχήμα στην ~η μάζα του πηλού. Πβ. αδιαμόρφωτος, ασχημάτιστος. Βλ. μορφοποιημένος, -μορφος. ΑΝΤ. έμμορφος 2. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. που δεν έχει κρυσταλλική μορφή: ~ος: άνθρακας. ~η: σιλικόνη. ~ο: κράμα/μέταλλο/ορυκτό. ~α: ιζήματα/πολυμερή. ● ΣΥΜΠΛ.: άμορφη τέχνη: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. ρεύμα της σύγχρονης ζωγραφικής που αντιδρά σε κάθε μορφή φορμαλισμού και αρνείται να αναπαραστήσει αναγνωρίσιμες μορφές. Πβ. αφηρημένος εξπρεσιονισμός. [< γαλλ. art informel] [< αρχ. ἄμορφος, γαλλ. amorphe, αγγλ. amorphus] | |
| 2659 | αμορφωσιά | [ἀμορφωσιά] α-μορ-φω-σιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): κατάσταση ανύπαρκτης ή ελλιπούς μόρφωσης και καλλιέργειας: ~, προλήψεις και δεισιδαιμονίες. Πβ. αγραμματοσύνη, αμάθεια. ΣΥΝ. απαιδευσία ΑΝΤ. μόρφωση (1) | |
| 2660 | αμόρφωτος | , η, ο [ἀμόρφωτος] α-μόρ-φω-τος επίθ.: που δεν έχει μόρφωση ή/και καλλιέργεια· ειδικότ. που έχει ελλιπή μόρφωση: ~ο: κοινό. ~οι: άνθρωποι. Έμεινε ~, γιατί δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να σπουδάσει. Πβ. αγράμματος, αμαθής.|| Κοινωνικά/πολιτικά ~οι. Βλ. αστοιχείωτος, ημιμαθής. ΣΥΝ. ακαλλιέργητος (2), απαίδευτος (1) ΑΝΤ. καλλιεργημένος (2), μορφωμένος [< αρχ. ἀμόρφωτος] | |
| 2662 | αμουσία | [ἀμουσία] α-μου-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. (απαιτ. λεξιλόγ.) απουσία μουσικής παιδείας και γενικότ. αισθητικής καλλιέργειας: ~ του κοινού. Αμάθεια και ~. 2. ΙΑΤΡ. απώλεια της μουσικής ικανότητας, αδυναμία αναγνώρισης ή παραγωγής μουσικής, μουσικού τόνου: αισθητική/συγγενής ~. [< 1: αρχ. ἀμουσία 2: γαλλ. amusie, γερμ. Amusie, αγγλ. amusia] | |
| 2663 | άμουσος | , η, ο [ἄμουσος] ά-μου-σος επίθ. (λόγ.) 1. (απαιτ. λεξιλόγ.) που δεν έχει μουσική ή γενικότ. αισθητική καλλιέργεια. ΑΝΤ. φιλόμουσος 2. (σπανιότ.) που στερείται μουσικότητας: ~η, πεζή ποίηση. [< αρχ. ἄμουσος] | |
| 2664 | αμούστακος | , η, ο [ἀμούστακος] α-μού-στα-κος επίθ. {σπάν. στο θηλ.} (προφ.-λογοτ.): που δεν έβγαλε ακόμη μουστάκι και κατ' επέκτ. νέος άντρας χωρίς πείρα: ~ος: έφηβος/πιτσιρικάς. ~ο: αγόρι/παιδί/παλικάρι. | |
| 2665 | αμπαζούρ | [ἀμπαζούρ] α-μπα-ζούρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: προστατευτικό ή διακοσμητικό κάλυμμα λάμπας που περιορίζει και κατευθύνει το φως κυρ. προς τα κάτω· κατ' επέκτ. ολόκληρο το φωτιστικό. Πβ. επιτραπέζια λάμπα, καπέλο, πορτατίφ. [< γαλλ. abat-jour] | |
| 2666 | άμπακας & άμπακος | [ἄμπακας] ά-μπα-κας ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: τρώω/καταβροχθίζω/πίνω/κατεβάζω τον αγλέο(υ)ρα/το καταπέτασμα/τ' άντερά μου/τον άμπακα/τον αβλέμονα βλ. αγλέουρας [< μεσν. άμπακος] | |
| 2667 | αμπαλάζ | [ἀμπαλάζ] α-μπα-λάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: συσκευασία αντικειμένου, συνήθ. δώρου, σε πακέτο και κατ' επέκτ. το ίδιο το περιτύλιγμα: γιορτινό/πρόχειρο ~. Χαρτί για ~. Πβ. αμπαλάρισμα. [< γαλλ. emballage] | |
| 2668 | αμπαλάρισμα | [ἀμπαλάρισμα] α-μπα-λά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αμπαλάρω: ~ δώρου. Πβ. αμπαλάζ, εγκιβωτισμός, πακετάρισμα, συσκευασία, τύλιγμα. Βλ. -ισμα. | |
| 2669 | αμπαλάρω | [ἀμπαλάρω] α-μπα-λά-ρω ρ. (μτβ.) {αμπαλάρι-σα, -στεί, -σμένος} (προφ.): συσκευάζω, περιτυλίγω, πακετάρω: ~ βιβλία. ~ (κάτι) για δώρο/σε πακέτο. ~σμένα: κουτιά. [< ιταλ. abballare, γαλλ. emballer] | |
| 2670 | άμπαλος | , η, ο [ἄμπαλος] ά-μπα-λος επίθ. (προφ.): (στην ποδοσφαιρική αργκό) που δεν έχει ιδέα από μπάλα ή για παίκτη που δεν έχει καθόλου καλή τεχνική κατάρτιση, που δεν μπορεί να αποδώσει. Βλ. παλτό. | |
| 2671 | αμπάρα | [ἀμπάρα] α-μπά-ρα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): μεγάλος σύρτης με τον οποίο ασφαλιζόταν η εξώπορτα από μέσα: διπλές/σιδερένιες ~ες. Βλ. μάνταλο, μπάρα. [< μεσν. αμπάρα] | |
| 2672 | αμπάρι | [ἀμπάρι] α-μπά-ρι ουσ. (ουδ.) {αμπαρ-ιού} 1. ειδικός χώρος αποθήκευσης στο κοίλο μέρος του πλοίου. Πβ. κύτος. 2. (παλαιότ.) αποθήκη για τη φύλαξη καρπών (ιδ. σιτηρών) ή άλλων τροφίμων. [< μεσν. αμπάρι < τουρκ. ambar] | |
| 2673 | αμπάριζα | [ἀμπάριζα] α-μπά-ρι-ζα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): ομαδικό παιδικό παιχνίδι σε ανοιχτό χώρο και συνεκδ. το σταθερό σημείο (π.χ. δέντρο, πέτρα, κολόνα) που κάθε ομάδα χρησιμοποιεί ως εκκίνηση και καταφύγιο. ● ΦΡ.: παίρνω αμπάριζα (μτφ.-οικ.) 1. παίρνω φόρα, παρασύρω κάτι με την ορμή μου, ξεσπάω σε κάποιον: Πήρε ~ και άρχισε. Συγγνώμη, σε πήρα ~ (= μονότερμα)! 2. πηγαίνω από το ένα σημείο στο άλλο, αναζητώ σε όλα τα μέρη: Θα πάρει ~ όλα τα μαγαζιά, για να βρει αυτό που θέλει. ΣΥΝ. παίρνω σβάρνα (1), παίρνω αμπάριζα και βγαίνω (μτφ.-προφ.): αναλαμβάνω δράση με αποφασιστικότητα και ορμή: ~ ~ και όποιον πάρει ο χάρος! [< αλβ. ambaresë] | |
| 2674 | αμπαρόριζα | βλ. αρμπαρόριζα | |
| 2675 | αμπαρώνω | [ἀμπαρώνω] α-μπα-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {αμπάρω-σα, αμπαρώ-θηκα, -μένος}: ασφαλίζω με αμπάρα την πόρτα, κλειδώνω, κλείνω ερμητικά (κυρ. για λόγους ασφάλειας): ~ το μαγαζί/τα παράθυρα. Πανικόβλητοι οι κάτοικοι ~θηκαν στα σπίτια τους.|| Βρήκε τις πόρτες κλειστές και ~μένες. Βλ. κλειδ~. ΣΥΝ. μανταλώνω, σφαλίζω ● Παθ.: αμπαρώνομαι (μτφ.): απομονώνομαι, κλείνομαι στον εαυτό μου: ~ότανε στο σπίτι του και εξαφανιζόταν για μέρες. Ζούσε ~μένος στο καβούκι του. ● ΦΡ.: κλειδώνω (κι) αμπαρώνω και ο κλέφτης είναι μέσα/τον κλέφτη βρίσκω μέσα 1. (μτφ.) για κίνδυνο που παραμένει, ενώ θεωρείται ότι έχουν ληφθεί τα κατάλληλα μέτρα, για να αποφευχθεί. 2. αίνιγμα για τις ακτίνες του ήλιου. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ