| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 35522 | ξυλοκοπώ | [ξυλοκοπῶ] ξυ-λο-κο-πώ ρ. (μτβ.) {-εί κ. -ά ... | ξυλοκόπ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος, ξυλοκοπ-ώντας} & ξυλοκοπάω (προφ.): δέρνω, χτυπώ κάποιον πολύ δυνατά, κυρ. με τα χέρια: Άγνωστοι/τραμπούκοι ~ησαν άγρια/με μανία ... ~ήθηκε ανελέητα/βάναυσα. Βρέθηκε ~ημένος μέχρι θανάτου. Πβ. σκοτώνω στο ξύλο (κάποιον). Βλ. -κοπώ. ΣΥΝ. ξυλοφορτώνω, πλακώνω (2), σπάω/σαπίζω/τσακίζω/μαυρίζω/σακατεύω/ρημάζω/λιανίζω κάποιον στο ξύλο [< μτγν. ξυλοκοπῶ] | |
| 35523 | ξυλόκοτα | ξυ-λό-κο-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΟΡΝΙΘ. μπεκάτσα. 2. (μτφ.-μειωτ.) γυναίκα με ψηλά, αδύνατα πόδια, ξερακιανή. | |
| 35524 | ξυλόλιο | ξυ-λό-λι-ο ουσ. (ουδ.) & ξυλένιο: ΧΗΜ. καθένα από τα τρία τοξικά, εύφλεκτα ισομερή αρωματικού υδρογονάνθρακα, χημικός τύπος C6 H4(CH3)2 ·μείγμα αυτών των ισομερών χρησιμοποιείται ως βιομηχανικό διαλυτικό, ως καύσιμο αεροσκαφών καθώς και στη βιομηχανία χρωμάτων: τολουένιο, βενζόλιο και ~. [< αγγλ. xylene, γαλλ. xylène] | |
| 35525 | ξυλόμαλλο | ξυ-λό-μαλ-λο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. επεξεργασμένες ίνες ξύλου σε μορφή άχυρου που χρησιμοποιούνται ως θερμομονωτικό και ηχομονωτικό υλικό. Βλ. ξυλάλευρο. [< αγγλ. wood-wool] | |
| 35526 | ξυλομπογιά | ξυ-λο-μπο-γιά ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ξύλινο μολύβι με ράβδο χρωστικής ουσίας: χρωματιστές ~ιές. Νερομπογιά και ~. Κουτί/σετ ~ιές. Ζωγραφίζει με μαρκαδόρους και ~ιές. | |
| 35527 | ξυλοπάπουτσο | ξυ-λο-πά-που-τσο ουσ. (ουδ.): χοντροκομμένο παπούτσι με ξύλινη σόλα, συνήθ. ανοιχτό στη φτέρνα. Πβ. σαμπό, τσόκαρο. | |
| 35528 | ξυλόπισσα | ξυ-λό-πισ-σα ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. (σε συντηρητικά και φάρμακα) παχύρρευστο μαύρο υγρό που λαμβάνεται ως προϊόν της ξηρής απόσταξης του ξύλου και χρησιμοποιείται στην παρασκευή πίσσας. Βλ. λιθανθρακόπισσα. [< γερμ. Holzteer] | |
| 35529 | ξυλόπνευμα | ξυ-λό-πνευ-μα ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. ακάθαρτη μεθυλική αλκοόλη ως προϊόν απόσταξης του ξύλου. Πβ. μεθανόλη. Βλ. οινόπνευμα. [< γαλλ. esprit-de-bois] | |
| 35530 | ξυλοπόδαρο | ξυ-λο-πό-δα-ρο ουσ. (ουδ.) 1. (παλαιότ.) ξύλινο τεχνητό ανθρώπινο μέλος που αντικαθιστά ακρωτηριασμένο πόδι: Βαδίζει με ~α.|| (μτφ.) Η ανάπτυξη (της περιοχής) στηρίζεται σε ~α. 2. {στον πληθ.} μακριά ξύλινα κοντάρια πάνω στα οποία ισορροπεί και περπατά ακροβάτης: παράσταση με ~α και ακροβατικά νούμερα (σε Θέατρο του Δρόμου). 3. καλαπόδι. | |
| 35531 | ξυλοπόδαρος | , η, ο ξυ-λο-πό-δα-ρος επίθ.: που έχει ξύλινο πόδι ή στηρίζεται πάνω σε ξύλινα πόδια: ~ος: κλόουν. ● Ουσ.: ξυλοπόδαρος (ο): ακροβάτης που ισορροπεί σε ξυλοπόδαρα. | |
| 35532 | ξυλόπροκα | ξυ-λό-προ-κα ουσ. (θηλ.): ξύλινο λεπτό καρφί, που χρησιμοποιείται κυρ. στην υποδηµατοποιία. | |
| 35533 | ξυλορακέτα | ξυ-λο-ρα-κέ-τα ουσ. (θηλ.) 1. ξύλινη ρακέτα με κοντή λαβή: ~ θαλάσσης. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (κατ' επέκτ.) παιχνίδι που παίζεται κυρ. στην παραλία ανάμεσα σε δύο συνήθ. παίκτες οι οποίοι, χρησιμοποιώντας ξυλορακέτες, πετούν ο ένας στον άλλον ένα μπαλάκι, προσπαθώντας να μην πέσει στο έδαφος: Σύλλογος/τουρνουά ~ας.|| Παίζουν ~ες. Πβ. ρακέτες. | |
| 35534 | ξυλοσκεπή | ξυ-λο-σκε-πή ουσ. (θηλ.): ξύλινη στέγη, ξύλινο στέγαστρο. Βλ. κεραμο-, πλακο-σκεπή. | |
| 35535 | ξυλόσομπα | ξυ-λό-σο-μπα ουσ. (θηλ.): μεταλλική συσκευή θέρμανσης στην οποία καίγονται ξύλα: μαντεμένια/παραδοσιακή ~. Πβ. μασίνα, στόφα. Βλ. τζάκι. | |
| 35536 | ξυλόσπιτο | ξυ-λό-σπι-το ουσ. (ουδ.) (προφ.): ξύλινη, συνήθ. πρόχειρη, οικία ή βοηθητικό κτίσμα και ειδικότ. καλύβα, παράγκα από ξύλο. [< μεσν. ξυλόσπιτο] | |
| 35537 | ξυλόσφυρο | ξυ-λό-σφυ-ρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. σφυρί με ξύλινη κεφαλή με το οποίο δεν ασκείται μεγάλη δύναμη στο προς επεξεργασία υλικό, ειδικά όταν αυτό είναι ξύλο. Πβ. ματσόλα. [< μεσν. ξυλόσφυρον] | |
| 35538 | ξυλότυπος | ξυ-λό-τυ-πος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ύπου}: ΟΙΚΟΔ. ξύλινο καλούπι που χρησιμοποιείται για τη διάστρωση σκυροδέματος: ~ θεμελίωσης/οροφής/πλάκας/τοιχίων. Σκαλωσιά ~ου. Βλ. λατάκι. | |
| 35539 | ξυλουργείο | [ξυλουργεῖο] ξυ-λουρ-γεί-ο ουσ. (ουδ.): εργαστήριο κατεργασίας ξυλείας, κατασκευής και επισκευής ξύλινων αντικειμένων: ~-επιπλοποιείο. ΣΥΝ. μαραγκούδικο | |
| 35540 | ξυλουργία | ξυ-λουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): τέχνη, επάγγελμα κατεργασίας ξύλου και ο αντίστοιχος βιοτεχνικός τομέας. Βλ. -ουργία. ΣΥΝ. ξυλουργική [< αρχ. ξυλουργία] | |
| 35541 | ξυλουργικός | , ή, ό ξυ-λουρ-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ξυλουργία ή τον ξυλουργό: ~ός: εξοπλισμός/πάγκος/τόρνος. ~ή: βιομηχανία/επιχείρηση/λίμα (= ξυλοφάγος)/τέχνη. ~ές: κατασκευές. ~ά: εργαλεία (π.χ. ροκάνι)/μηχανήματα. ● Ουσ.: ξυλουργική (η): ξυλουργία. [< αρχ. ξυλουργικός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ