Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [36200-36220]

IDΛήμμαΕρμηνεία
35542ξυλουργόςξυ-λουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): τεχνίτης που ασχολείται με την κατεργασία του ξύλου, την κατασκευή και επιδιόρθωση ξύλινων αντικειμένων και επιφανειών. Βλ. -ουργός1. ΣΥΝ. μαραγκός [< μτγν. ξυλουργός]
35543ξυλοφάγος, α/ος, ο ξυ-λο-φά-γος επίθ.: ΖΩΟΛ. που τρέφεται με ξύλο και προκαλεί τη σήψη του: ~α: έντομα (: κολεόπτερα, σαράκια, σκαθάρια, τερμίτες). Βλ. -φάγος. ● Ουσ.: ξυλοφάγος (ο): ΤΕΧΝΟΛ. χοντρή ξυλουργική λίμα. Πβ. ράσπα. [< μτγν. ξυλοφάγος, αγγλ. xylophagous, γαλλ. xylophage]
35544ξυλοφόρτωμαξυ-λο-φόρ-τω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του ξυλοφορτώνω. Πβ. ξύλισμα, ξύλο. ΣΥΝ. βρομόξυλο, μπερντάχι, ξυλοδαρμός, ξυλοκόπημα
35545ξυλοφορτώνωξυ-λο-φορ-τώ-νω ρ. (μτβ.) {ξυλοφόρτω-σα, ξυλοφορτώ-θηκε, ξυλοφορτών-οντας} (προφ.): χτυπώ κάποιον αδιάκοπα, τον δέρνω άγρια: Τον ~σε άσχημα. ~θηκε ανελέητα. Πβ. ξυλίζω. ΣΥΝ. ξυλοκοπώ, σπάω/σαπίζω/τσακίζω/μαυρίζω/σακατεύω/ρημάζω/λιανίζω κάποιον στο ξύλο.
35546ξυλόφουρνοςξυ-λό-φουρ-νος ουσ. (αρσ.): παραδοσιακός φούρνος με ξύλα: παξιμάδια ψημένα/ψητό στον ~ο.
35547ξυλόφυλλοξυ-λό-φυλ-λο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: λεπτό φύλλο ξύλου: διακοσμητικά ~α. Επένδυση με ~. Βλ. καπλαμάς, κόντρα πλακέ, μελαμίνη.
35548ξυλόφωνοξυ-λό-φω-νο ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. κρουστό όργανο με ξύλινες πλάκες ίδιου πλάτους και πάχους, αλλά διαφορετικού μήκους, οι οποίες παράγουν ξηρό ήχο με δύο ειδικές ξύλινες ράβδους. Βλ. βιμπρά-, μεταλλό-φωνο, μαρίμπα. [< αγγλ.-γαλλ. xylophone]
35549ξυλώδης, ης, ες ξυ-λώ-δης επίθ. {ξυλώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} 1. ΒΟΤ. (για τμήμα φυτού) με ιστό που παρουσιάζει αντοχή και ακαμψία: ~ης: βλαστός/θάμνος (βλ. τζοτζόμπα)/κορμός/φλοιός. ~ες: περίβλημα (καρπού). ~εις: ίνες. ~η: μοσχεύματα/φυτά. Βλ. -ώδης. 2. (λόγ.) που αναφέρεται στο ξύλο ή την ξυλεία ή είναι πλούσιος σε ξύλα: ~ης: βιοµάζα/βλάστηση/χλωρίδα. Κατασκευή ινοσανίδων από ξύλο ή άλλα ~η υλικά.|| (ΓΕΩΠ.) ~ όγκος. Διαχείριση του ~ους κεφαλαίου. 3. (λόγ.) που έχει τη μυρωδιά ξύλου: ~ες: άρωμα. [< 1: αρχ. ξυλώδης 3: γαλλ. boisé]
35550ξύλωμαξύ-λω-μα ουσ. (ουδ.) & ξύλημα: ΒΟΤ. φυτικός ιστός που μεταφέρει το νερό και τις ανόργανες ουσίες που απορροφούν οι ρίζες στα υπόλοιπα μέρη του φυτού. Βλ. αγωγός ιστός, φλοίωμα. [< μτγν. ξύλωμα 'κομμάτι κατεργασμένου ξύλου', γερμ. Xylem, αγγλ. xylem, γαλλ. xylème]
35551ξύνωξύ-νω ρ. (μτβ.) {έξυ-σα, ξύ-σω, -θηκα κ. -στηκα, -σμένος, ξύν-οντας} 1. τρίβω σημείο του σώματος με τα νύχια, συνήθ. λόγω κνησμού, ή άλλη επιφάνεια με κάποιο αντικείμενο: ~ το μέτωπό/το πιγούνι/την πλάτη μου. ~ απαλά/δυνατά/ελαφρά/έντονα. ~ει (= σκαλίζει) τη μύτη του. ~ με γυαλόχαρτο τον τοίχο (πριν τον βάψω)/με σφουγγάρι τη σκουριά από τη λαμαρίνα. ~ κάτι για να καθαρίσει.|| (κατ' επέκτ.) Μια σφαίρα τού ~σε το πόδι (: πέρασε ξυστά, δίπλα του). 2. κάνω την άκρη ενός αντικειμένου αιχμηρή: ~ το μολύβι. 3. (ειδικότ. για τρόφιμα) αφαιρώ τη φλούδα: ~ αγγούρι/καρότα/τα λέπια (ψαριού). ~ (εξωτερικά) λεμόνι/πορτοκάλι (: για να χρησιμοποιήσω το ξύσμα τους). ~ με μαχαίρι/στον τρίφτη. ● Παθ.: ξύνομαι (μτφ.-προφ.): τεμπελιάζω, μένω άπραγος· ψάχνω αφορμή να μαλώσω με κάποιον: Όλη μέρα ~εται στην καφετέρια.|| Από ώρα ~εται (= τρώγεται) για καβγά. ● ΦΡ.: ανοίγει/ξύνει (παλιές) πληγές: θυμίζει κάτι που έχει προκαλέσει στο παρελθόν δυσάρεστα συναισθήματα ή/και πάθη: Θέμα/υπόθεση που ~ ~. Βλ. αναξέω., ξύνω το κεφάλι μου: σε περιπτώσεις άγνοιας, αμηχανίας ή απορίας: ~ ~ να καταλάβω τι εννοεί/να κατεβάσω ιδέες., ξύνεται/τρίβεται στη γκλίτσα του τσοπάνη/τσοπάνου βλ. γκλίτσα, όποιος δεν έχει νύχια να ξυστεί ... βλ. νύχι, τα ξύνει/ξύνει τ' αρχίδια (/τα παπάρια) του βλ. αρχίδι, τρώει τα νύχια του για καβγά βλ. νύχι [< μεσν. ξύνω < αρχ. ξύω]
35552ξυπνάωβλ. ξυπνώ
35553ξύπνημαξύ-πνη-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξυπνώ: απότομο/βάρβαρο/γλυκό/ξαφνικό/πρωινό/χαρούμενο ~. ~ από βαθύ ύπνο/εφιάλτη. Πβ. αφύπνιση, έγερση, ξυπνητούρια, σήκωμα. Βλ. αγουρο~, λήθαργος.|| (μτφ.) Πνευματικό ~. Το ~ του ενδιαφέροντος/της συνείδησης. ~ της φύσης από τη χειμερία νάρκη.
35554ξυπνημόςξυ-πνη-μός ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): μόνο στη ● ΦΡ.: δεν έχω ξυπνημό: δεν μπορώ να ξυπνήσω: Κοιμήσου, γιατί αύριο δεν θα έχεις ~ό.
35555ξυπνητήριξυ-πνη-τή-ρι ουσ. (ουδ.): μηχανισμός που εκπέμπει χαρακτηριστικό ήχο κατά την επιθυμητή ώρα αφύπνισης η οποία έχει ρυθμιστεί εκ των προτέρων: επιτραπέζιο/ηλεκτρονικό ~. ~ μπαταρίας/ρεύματος. Κινητό τηλέφωνο με ~. ~-προβολέας (: προβάλλει την ώρα στο ταβάνι ή στον τοίχο). Έβαλε/έκλεισε το ~. Πβ. ρολόι. Βλ. ραδιο~, -τήρι. [< γαλλ. réveil, γερμ. Wecker]
35556ξυπνητός, ή, ό ξυ-πνη-τός επίθ.: ξύπνιος: Μένω ~. Πβ. άγρυπνος. [< μεσν. ξυπνητός]
35557ξυπνητούριαξυ-πνη-τού-ρια ουσ. (ουδ.) (τα): μόνο στη ● ΦΡ.: καλά ξυπνητούρια! (προφ.-ειρων.): σε κάποιον που μόλις ξύπνησε, συνήθ. αργά, ή κατάλαβε κάτι καθυστερημένα σε σχέση με τους υπόλοιπους. ΣΥΝ. ξύπνημα
35558ξύπνιος, α, ο ξύ-πνιος επίθ./ουσ. 1. που δεν βρίσκεται σε κατάσταση ύπνου, που έχει ξυπνήσει: Κοιμάται ακόμα ή είναι ~; Είμαι ~ια από τα άγρια χαράματα. Έμεινα ~ια μέχρι αργά το βράδυ (πβ. άγρυπνος). ΣΥΝ. ξυπνητός 2. (μτφ.) έξυπνος: ~ιο: βλέμμα/μυαλό. Πβ. εύστροφος, ευφυής, καπάτσος.|| (ειρων.) Το παίζει ~ (: ειδήμων, παντογνώστης) ο κάθε άσχετος ... Πβ. εξυπνάκιας, εξυπνοπούλι, ξερόλας. [< μεσν. ξυπνός < έξυπνος]
35559ξύπνιοςξύ-πνιος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): το διάστημα κατά το οποίο κάποιος δεν κοιμάται: Βρίσκεται μεταξύ ύπνου και ~ιου. Την ονειρευόταν ακόμα και στον ~ιο του.
35560ξυπνοπούλιβλ. εξυπνοπούλι
35561ξυπνώ[ξυπνῶ] ξυ-πνώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {-άς ... | ξύπν-ησα, -ώντας} & ξυπνάω 1. παύω να κοιμάμαι ή διακόπτω τον ύπνο άλλου προσώπου: ~ με δυσκολία/ευκολία. ~ησα αξημέρωτα/απότομα/αργά/(πολύ) πρωί. (σηκώνομαι από το κρεβάτι:) ~ησα από τον εφιάλτη/τον θόρυβο/τις φωνές/το φως.|| Ο ασθενής/χειρουργημένος ~ησε (: συνήλθε από το κώμα, τη νάρκωση).|| Tι ώρα θέλεις να σε ~ήσω; ΣΥΝ. αφυπνίζω (2) ΑΝΤ. κοιμάμαι (1), κοιμίζω (1) 2. (μτφ.) σταματώ να βρίσκομαι σε άγνοια, να είμαι αφελής, παθητικός, αρχίζω να αντιλαμβάνομαι την πραγματικότητα: ~ησε από τον λήθαργο/την πλάνη. Ο λαός ~ησε. Καιρός να ~ήσεις (= πονηρέψεις). Ξύπνα (= ενεργοποιήσου). Η ομάδα ~ησε (: πήρε τα πάνω της) στο δεύτερο ημίχρονο.|| Η πόλη ~ησε (: άρχισε η κυκλοφορία στους δρόμους). Το ηφαίστειο ~ησε μετά από εκατό χρόνια. 3. (μτφ.) ζωντανεύω, φέρνω στην επιφάνεια καταστάσεις ή πάθη που βρίσκονταν στο ασυνείδητο: ~ (συν)αισθήματα/βιώματα/το ενδιαφέρον/ένστικτα/επιθυμίες/το μητρικό φίλτρο/μνήμες. Εμπειρία που ~ά τις αισθήσεις. ~ησε ο άλλος μου εαυτός. Η συνάντησή μας ~ησε (= ανέσυρε) αναμνήσεις από το παρελθόν. ● ΦΡ.: κοιμάμαι/ξυπνώ με τις κότες βλ. κότα, ξυπνά μέσα μου το ζώο/το κτήνος βλ. ζώο [< μεσν. ξυπνώ < μτγν. ἐξυπνῶ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.