| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 35562 | ξυπολυσιά | ξυ-πο-λυ-σιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): το να είναι κάποιος ξυπόλυτος. | |
| 35563 | ξυπόλυτος | , η, ο ξυ-πό-λυ-τος επίθ. 1. που δεν φορά παπούτσια: ~α: πόδια. Κυκλοφορούσε ~η στο σπίτι. Πβ. ανυπόδητος. Βλ. ξεκάλτσωτος. 2. (μτφ.) πάμφτωχος: ~ και άστεγος. ● ΦΡ.: ξυπόλυτος στ' αγκάθια βλ. αγκάθι [< μεσν. ξυπόλυτος] | |
| 35564 | ξυραφάκι | ξυ-ρα-φά-κι ουσ. (ουδ.) (υποκ.) 1. συσκευή ξυρίσματος, συνήθ. πλαστική: ~ μιας χρήσης/χρήσεως 2 ή 3 λεπίδων. || ~ια σώματος. 2. λεπίδα ξυραφιού: Αλλάζω ~ κάθε φορά που ξυρίζομαι. | |
| 35565 | ξυράφι | ξυ-ρά-φι ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) ξουράφι: λεπτό μεταλλικό εργαλείο με κοφτερή λεπίδα που χρησιμοποιείται συνήθ. στο ξύρισμα: σκουριασμένο ~. Κόψιμο με/μόλυνση από ~. (Κάτι) κόβει σαν ~ (: είναι ιδιαίτερα αιχμηρό).|| (συνεκδ.) Λάμα ~ιού (ενν. ξυριστικής μηχανής).|| (ΑΘΛ.) Σέντρα-~ (: κοφτή και δυνατή, παράλληλη προς το αντίπαλο τέρμα). ● ΦΡ.: στην κόψη του ξυραφιού (μτφ.): σε οριακό, κρίσιμο ή επικίνδυνο σημείο: Ακροβατεί/βρίσκεται ~ ~ (= επί ξυρού ακμής). ΣΥΝ. μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, το μυαλό του κόβει σαν ξυράφι & μυαλό ξ(ο)υράφι: είναι πολύ έξυπνος: Μυαλό ξυράφι, κατεβάζει ιδέες στο λεπτό. ΑΝΤ. κουκούτσι μυαλό [< μεσν. ξυράφι] | |
| 35566 | ξυραφιά | ξυ-ρα-φιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): σχισμή, τραύμα στο δέρμα που γίνεται με ξυράφι. | |
| 35567 | ξυρίζω | ξυ-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξύρι-σα, ξυρί-στηκα, -σμένος, ξυρίζ-οντας} & (λαϊκό) ξουρίζω: κόβω με ξυράφι, συνήθ. σύρριζα, τις τρίχες από μέρη του σώματος ή το πρόσωπο: ~ει τις μασχάλες/τα πόδια της (βλ. αποτριχώνω). ~σε τα γένια/το κεφάλι/το μούσι/το μουστάκι του.|| ~εται κόντρα με ξυριστική μηχανή. ● ξυρίζει (προφ.): έχει έντονο κρύο ή/και δυνατό, παγωμένο αέρα: Ο βοριάς ~ζε. Πβ. θερίζει. ● ΦΡ.: στο τέλος ξυρίζουν το(ν) γαμπρό (μτφ.): δεν πρέπει να βιάζεται κανείς να βγάλει συμπεράσματα για το πώς θα εξελιχθεί μια κατάσταση. ΣΥΝ. πίσω έχει η αχλάδα την ουρά [< μτγν. ξυρίζω] | |
| 35568 | ξύρισμα | ξύ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {ξυρίσμ-ατος} & (λαϊκό) ξούρισμα: κοπή των τριχών του σώματος ή του προσώπου με ξυράφι: απαλό/καθημερινό/κόντρα (: με αντίθετη προς τη φορά των τριχών κατεύθυνση, βαθύ)/πρωινό/στεγνό ~. Αφρός/(ανταλλακτικές) κεφαλές/κρέμα/(ηλεκτρική) μηχανή/σαπούνι/τζελ ~ατος. Λοσιόν για μετά το ~. Κόπηκε στο ~. Θέλει ~. Πρίζα ~ατος σε λουτρό.|| ~ των ποδιών (βλ. αποτρίχωση). ~ του κεφαλιού με την ψιλή (βλ. γουλί). ΣΥΝ. ξούρα ● Υποκ.: ξυρισματάκι (το): γρήγορο ξύρισμα. [< μεσν. ξύρισμα] | |
| 35569 | ξυριστικός | , ή, ό ξυ-ρι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το ξύρισμα: ~ή: λεπίδα. ~ές: κεφαλές.|| (ως ουσ., προφ.) Αντρική/γυναικεία ~ή (ενν. μηχανή) ● Ουσ.: ξυριστικά (τα): σύνεργα που είναι απαραίτητα για να ξυριστεί κάποιος. | |
| 35570 | ξυρός | ξυ-ρός ουσ. (αρσ.) & ξυρόν (το) (αρχαιοπρ.): ξυράφι· μόνο στη ● ΦΡ.: επί ξυρού ακμής βλ. ακμή [< αρχ. ξυρός, ξυρόν] | |
| 35571 | ξύσιμο | ξύ-σι-μο ουσ. (ουδ.) {ξυσίμ-ατος | -ατα} : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξύνω: ~ της μύτης/πλάτης. ~ του κεφαλιού από αμηχανία. Φαγούρα και ~.|| ~ του μολυβιού με ξύστρα.|| Σπάτουλα ~ατος τοίχων. Πβ. ξέση.|| ~ της κάρτας (: για αποκάλυψη συνήθ. κάποιου κωδικού). Έγγραφα καθαρογραμμένα, χωρίς ~ατα (= ξύσματα).|| (μτφ.) Λούφα και ~. Πβ. τεμπελιά. | |
| 35572 | ξύσμα | [ξῦσμα] ξύ-σμα ουσ. (ουδ.): καθετί που προκύπτει από το ξύσιμο φλοιού, επιφάνειας ή υλικού: (ΜΑΓΕΙΡ.-ΖΑΧΑΡ.) ~ (της φλούδας) λάιμ/λεμονιού (βλ. ξυστήρι). Κέικ με ~ατα πορτοκαλιού. ~ατα σοκολάτας (πβ. τρίμματα).|| ~ατα μετάλλου (πβ. ρινίσματα)/μολυβιού/ξύλου (πβ. πριον-, ροκαν-ίδια). ~ατα μπογιάς από τοίχο.|| Οι προσφορές δεν πρέπει να έχουν ~ατα (= ξυσίματα), σβησίματα και διορθώσεις.|| (ΙΑΤΡ.) Μικροσκοπική παρατήρηση δερματικών ~άτων. Πβ. ξέσμα. [< αρχ. ξῦσμα] | |
| 35573 | ξυστήρι | ξυ-στή-ρι ουσ. (ουδ.) & ξύστης (ο): εργαλείο για ξύσιμο: ~ για λεμόνια (: για καθαρισμό της φλούδας). ~ πλάτης (: για ανακούφιση από τη φαγούρα. Πβ. χεράκι πλάτης). Πβ. ξέστρο, ξύστρα. Βλ. σπάτουλα, -τήρι. [< μτγν. ξυστήριον, μεσν. ξύστης] | |
| 35574 | ξυστός | , ή, ό ξυ-στός επίθ.: που έχει ξυστεί: ~ές: ντομάτες (= τριμμένες).|| ~ή: κάρτα (: για ανανέωση χρόνου ομιλίας σε κινητό τηλέφωνο/στάθμευσης οχημάτων). ~ό: κουπόνι. ● Ουσ.: ξυστό (το): στιγμιαίο λαχείο που διαθέτει ταινία, ειδικό χώρο που μετά από ξύσιμο (συνήθ. με νόμισμα) αποκαλύπτει αν ο παίκτης έχει κερδίσει χρηματικό ποσό. Πβ. σκρατς. Βλ. λόττο, προπό. ● επίρρ.: ξυστά: σε απόσταση αναπνοής, σχεδόν σε επαφή με κάποιον ή κάτι: Αστεροειδής πέρασε ~ από τη Γη. Το μηχανάκι πέρασε ~ από το αυτοκίνητο. Πβ. ξώπετσα, ξώφαλτσα.|| (μτφ.) Πέρασα ~ από τον θάνατο (: κόντεψα να πεθάνω).|| (στο ποδόσφαιρο:) Η μπάλα πέρασε ~ άουτ (: από το αντίπαλο τέρμα). [< αρχ. ξυστός] | |
| 35575 | ξύστρα | ξύ-στρα ουσ. (θηλ.): εργαλείο με λεπίδα, συνήθ. μεταλλικό ή πλαστικό, για το ξύσιμο μολυβιού ή γενικότ. για την απομάκρυνση ανεπιθύμητων υπολειμμάτων από μια επιφάνεια: ηλεκτρική/ξύλινη ~. Γόμα και ~.|| ~ (κεραμικών) εστιών/πάγου/τζαμιών/χιονιού. ~ για χρώματα ταπετσαρίας και αυτοκόλλητα. [< αρχ. ξύστρα 'ξυστήρι που το χρησιμοποιούσαν μετά το λουτρό'] | |
| 35576 | ξυστρί | ξυ-στρί ουσ. (ουδ.): (οδοντωτό) εργαλείο περιποίησης και καθαρισμού του τριχώματος των υποζυγίων· γενικότ. ξέστρο: μεταλλικό/πλαστικό ~ αλόγου. Πβ. ψήκτρα.|| ~ ξεφλουδίσματος λαχανικών (= αποφλοιωτής). ΣΥΝ. στλεγγίδα (1) [< μεσν. ξυστρίν < μτγν. ξυστρίον] | |
| 35577 | ξυστρίζω | ξυ-στρί-ζω ρ. (μτβ.) {ξύστρι-σε, ξυστρίζ-οντας}: περιποιούμαι το τρίχωμα υποζυγίου, κυρ. αλόγου, με ξυστρί. | |
| 35578 | ξω- & ξώ- | : πρόθημα με τη σημασία του έξω: ξώ-φαλτσος/~φτερνος.|| (προφ.) Ξώ-πλατο (= εξώ-).|| (λαϊκό) Ξω-μερίτης. | |
| 35579 | ξώβυζο | ξώ-βυ-ζο ουσ. (ουδ.) (προφ.): γυναικείο ένδυμα, κυρ. μπλούζα ή φόρεμα, που αφήνει ακάλυπτο μεγάλο μέρος του στήθους. Βλ. ντεκολτέ. | |
| 35580 | ξώδερμα | ξώ-δερ-μα επίρρ. (λογοτ.): αγγίζοντας επιφανειακά το δέρμα: Η τουφεκιά τον πήρε ~. Πβ. ξώπετσα, ξώφαλτσα. | |
| 35581 | ξωθιά | ξω-θιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): ξωτικιά. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ