Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [36240-36260]

IDΛήμμαΕρμηνεία
35582ξώθυραβλ. εξώθυρα
35583ξώκειλε

βλ. εξοκέλλω

35584ξωκλήσι

ξω-κλή-σι ουσ. (ουδ.) & ξωκκλήσι & εξω(κ)κλήσι : μικρό εκκλησάκι, συνήθ. σε μη κατοικημένη περιοχή: ιστορικό/κάτασπρο ~ στην κορυφή του βουνού. Βυζαντινά/γραφικά/ερημικά/παραδοσιακά ~ια. Βλ. παρεκκλήσι. ΣΥΝ. ερημοκλήσι [< μεσν. εξωκκλήσιον]

35585ξωμάχοςξω-μά-χος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): αυτός που δουλεύει σκληρά στα χωράφια· κατ' επέκτ. που αγωνίζεται για να επιβιώσει οικονομικά: ~ της γης.|| Οι ~οι της βιοπάλης/ζωής. Βλ. -μάχος.
35586ξωμένωβλ. ξεμένω
35587ξωμερίτηςξω-με-ρί-της ουσ. & εξωμερίτης (λαϊκό) 1. ξενομερίτης. Πβ. ξένος. ΑΝΤ. ντόπιος (1) 2. χωρικός, άνθρωπος της υπαίθρου. Βλ. -ίτης1.
35588ξώπετσος, η, ο ξώ-πε-τσος επίθ. (λαϊκό): που ακουμπά επιδερμικά· μτφ. που προσεγγίζει κάτι επιφανειακά, που δεν εμβαθύνει: Η πληγή ήταν ~η.|| ~η (= επιδερμική) αντιμετώπιση του γεγονότος. ● επίρρ.: ξώπετσα: ξώδερμα· επιπόλαια, ακροθιγώς: (μτφ.) Αντιμετωπίζει εντελώς ~ την υπόθεση. Πβ. ξυστά. ΣΥΝ. ξώφαλτσα [< μεσν. εξώπετσος]
35589ξωπίσωβλ. ξοπίσω
35590ξώπλατοςβλ. εξώπλατος
35591ξώπορταβλ. εξώπορτα
35592ξωτικιάξω-τι-κιά ουσ. (θηλ.) (λογοτ.): ΛΑΟΓΡ. (προϊόν της λαϊκής φαντασίας) γυναικείο πλάσμα εξαίρετης ομορφιάς. ΣΥΝ. νεράιδα (1), ξωθιά [< μεσν. επίθ. ξωτικός]
35593ξωτικόξω-τι-κό ουσ. (ουδ.): ΛΑΟΓΡ. μυθικό πλάσμα, δαιμόνιο διαφόρων λαϊκών παραδόσεων που διαθέτει υπερφυσικές δυνάμεις. Βλ. αερικό, καλικάντζαρος, νεράιδα, ξωτικιά, στοιχειό, τελώνιο. [< μεσν. ξωτικό]
35594ξωτικόςβλ. εξωτικός
35595ξώφαλτσος, η, ο ξώ-φαλ-τσος επίθ.: που διέρχεται σε πολύ κοντινή απόσταση από κάτι, σχεδόν αγγίζοντάς το: Παρά τρίχα γλίτωσε από μια ~η σφαίρα.|| (ως ουσ.) Έφαγε μια ~η (: σφαλιάρα που προοριζόταν για άλλον). ● επίρρ.: ξώφαλτσα (προφ.): χωρίς να εισχωρεί κάτι στο δέρμα· επιφανειακά, επιπόλαια, αμυδρά: Έκοψα ~ (= επιδερμικά, ξώδερμα) το δάχτυλό μου. Τα σκάγια τον πήραν ~ (= ξυστά).|| (μτφ.) Πέρασα ~ (= ελαφρά) την ασθένεια. Έστω και ~ (= τυχαία). ΣΥΝ. ξώπετσα ● ΦΡ.: στο ξώφαλτσο: από σπόντα, τυχαία. [< μεσν. ξώφαλσος]
35596ξώφτερνος, η, ο ξώ-φτερ-νος επίθ.: (για παπούτσι) που δεν καλύπτει τη φτέρνα: ~ες: γόβες. ~α: πέδιλα. Βλ. τσόκαρο.|| (ως ουσ.) Τα ~α.
58756ξώφυλλοβλ. εξώφυλλο
35597ο1. (πρόφ. όμικρον) το δέκατο πέμπτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, που αντιπροσωπεύει τον φωνηεντικό φθόγγο [o]: ~ κεφαλαίο (Ο). ~ μικρό (ο). Πβ. όμικρον. Βλ. δίφθογγος, φωνήεν. 2. (πρόφ. όμικρον) εβδομηκοστός σε μια σειρά χρονική, ιεραρχική ή αξιολογική· εβδομήντα: (συνήθ. με τόνο ο΄/Ο΄) Εδάφιο ~.|| Η μετάφραση των ~ (= Εβδομήκοντα). 3. (σε αρίθμηση, με τον τόνο κάτω αριστερά: ,Ο ή ,ο:) εβδομήντα χιλιάδες. [< αρχ. Ο, μεσν. ο]
35600ο γκρατένβλ. ογκρατέν
35601ο, η, το[ὁ, ἡ, τό] άρθ. οριστικό {γεν. του, της, του | των, αιτ. τον, τη(ν), το | τους, τις, τα} προηγείται των κύριων ονομάτων, ουσιαστικών, επιθέτων και μετοχών ή γράφεται πριν από λέξη ή φράση που λειτουργεί ως ουσιαστικό· πιο συγκεκριμένα: 1. χρησιμοποιείται για να δηλώσει συγκεκριμένο ή γνωστό πρόσωπο, ζώο ή πράγμα για το οποίο έχει ήδη γίνει αναφορά ή προσδιορίζεται στη συνέχεια ή σε αντιδιαστολή με τη γενική ή αόριστη σημασία του ή για εξατομίκευση της έννοιάς του ή με διανεμητική σημασία ("κάθε", "έκαστος"): Τι είπε ο καθηγητής; Η θερμοκρασία σήμερα είναι υψηλή. Άνοιξε το παράθυρο. Το σιντί που μου αγόρασες είναι καταπληκτικό. Μην τον κρίνεις, χωρίς να τον ακούσεις πρώτα. Είχε το θράσος να της αντιμιλήσει. Να παίρνεις το φάρμακό σου.|| (πριν από επιθετικό προσδιορισμό) Ο κρύος καιρός. Η καθαρή αίθουσα. Το απέραντο γαλάζιο.|| (συνοδεύει πρόσθετη ιδιότητα κάποιου ή καταγωγή) Ο Θαλής ο Μιλήσιος.|| (σε κύρια ονόματα και συχνά με επανάληψη) Παρακαλώ, τον Γιώργο τον Γιαννόπουλο θα ήθελα (: σε τηλεφωνική επικοινωνία).|| Η κυρία ... είναι η νικήτρια του διαγωνισμού.|| (προφ., με εμφατικό τονισμό του άρθρου, για να δηλώσει την απόλυτη υπεροχή ή ποιότητα του ουσιαστικού που συνοδεύει) Μιλάμε για τον άντρα. Αγόρασα την μπλούζα. Είναι το μαγαζί!|| Ο δίσκος της χρονιάς (= ο καλύτερος). Η δίκη του αιώνα (= η σημαντικότερη). Το παιχνίδι της ημέρας (= το σπουδαιότερο).|| (προφ., είναι ισοδύναμο με κτητ. αντων.) Ο πατέρας (ενν. μου) εργάζεται πολύ.|| (μετατροπή του επιθ. σε οριστική αντων.) Ομολόγησε ο ίδιος ο ένοχος. 2. συνοδεύει κύρια ονόματα ή κοινά, γνωστά στον κόσμο, που δηλώνουν: (ουράνιο σώμα) ο Άρης/η Αφροδίτη.|| (γεωγραφικό όρο) Ο Αμαζόνιος/η Αργεντινή. Οι ακτές της Μεσογείου.|| (φυσικό φαινόμενο) Ο καύσωνας/η πλημμύρα/το χαλάζι.|| (υποδιαίρεση του χρόνου) Ο Απρίλης/η εβδομάδα/το καλοκαίρι.|| (επιστ. όρο) Η Βιολογία, τα Μαθηματικά. (ασθένεια) Η ίωση/το νόσημα.|| (συγγενικό πρόσωπο) Ο θείος/η ξαδέρφη/το παιδί.|| (ενασχόληση, δραστηριότητα, αντικείμενο) Η ανεργία μαστίζει τη νέα γενιά. Το μετρό μπήκε στη ζωή μας. 3. {σε αιτ.} λειτουργεί επιμεριστικά σε μέτρηση για χρόνο, συχνότητα: Πίνω καφέ δύο φορές την ημέρα. Οδηγεί με ογδόντα χιλιόμετρα την ώρα. Αγόρασε τα μήλα ένα ευρώ το κιλό. 4. ουσιαστικοποιεί κάθε μέρος του λόγου (επίθετα, αριθμητικά, αντωνυμίες, μετοχές) ή ολόκληρη πρόταση: Μου αρέσουν οι καστανοί. Το δέκα τοις εκατό της τιμής. Είναι ο αδικημένος της ιστορίας. Το βάλε-βγάλε στα δοκιμαστήρια είναι κουραστικό. Σκέφτομαι το αύριο. Πότε θα του πει το ναι; Άσε πια τα μη και τα δεν.|| Με το να απελπίζεσαι, δεν βγαίνει κάτι. Το ότι με πήρε τηλέφωνο είναι θετικό. 5. συνοδεύει επίθετα ή μετοχές, για να σχηματίσει τον μονολεκτικό ή περιφραστικό υπερθετικό βαθμό· (ουδ. πληθ. τα) συνοδεύει επιρρήματα για πλεονασμό: Είναι ο ευγενικότερος άντρας που έχω γνωρίσει. Η πιο ειλικρινής στάση ζωής. Το πιο ακριβοπληρωμένο φόρεμα.|| Ως τα τώρα δεν άκουσα μεγαλύτερη βλακεία. 6. συνοδεύει απόλυτο αριθμητικό και φανερώνει το μέρος ενός συνόλου ή την ομάδα πολλών προσώπων ή πραγμάτων μαζί: Αγόρασα τα δύο από τα τρία ζευγάρια παπούτσια που ήθελα. Της αρέσουν και οι δύο που γνώρισε.|| (με τακτ. αριθμητ.) Ο πρώτος στην ιστορία ήρωας. 7. {το ουδ. στον εν.} προηγείται λέξης ή φράσης ή κάποιου τίτλου: Το "αρχηγός" είναι υποκείμενο του ρήματος. Το "καλύτερα να σε φοβούνται, παρά να σε λυπούνται" είναι η αγαπημένη μου φράση. 8. λειτουργεί επιρρηματικά, συχνά σε εμπρόθετο τύπο με οποιοδήποτε μέρος του λόγου: Θα έρθουν στα σίγουρα. Βράχηκα για τα καλά. Έπεσε στα μαλακά. 9. λειτουργεί ως έμμεσο αντικείμενο στη γεν. εν. και αιτ. πληθ.: Του/της/του είπα να φύγει. 10. (σε ελλειπτ. προτάσεις) προηγείται της γενικής κυρίου ονόματος και φανερώνει καταγωγή, συγγένεια ή κάποια σχέση: ο Γιώργος της Χριστίνας. Οι γαμπροί της οικογένειας. ● βλ. του1 [< αρχ. ὁ, ἡ, τό]
37211ό,τι[ὅ τι] ό-τι αναφ. αντων. {άκλ., μόνο στην ονομαστ. κ. αιτ. εν.}: αυτό που ή όποιος: (ως ουσ.) Ας λένε ~ θέλουν. Από μουσική έχει ~ μπορείς να φανταστείς. Θα εφαρμοστεί ~ προβλέπει ο νόμος. Θα κάνω ~ (τυχόν) χρειαστεί. (ως ευχή) ~ επιθυμείς! ~ είναι να γίνει, θα γίνει. (συγκαταβατικά) Κάνε ~ (= όπως) νομίζεις/σου αρέσει. ~ πεις. (δηλωτικό θυμού) Εγώ ~ είχα να πω, το είπα. (προφ.) Θα πιω ~ κι εσύ (: ό,τι θα πιεις κι εσύ). Πβ. οτιδήποτε.|| (με επίθ. συγκρ. βαθμού για τον σχηματισμό υπερθ.) Είναι ~ πιο (= το πιο) όμορφο έχω δει στη ζωή μου.|| (ως επίθ.) ~ (= οποιοδήποτε) πρόβλημα προκύψει, θα το αντιμετωπίσουμε μαζί. Τηλεφώνησέ μου ~ ώρα (= όποτε) θες. Απ’ ό,τι γνωρίζω, … ● ΦΡ.: ό,τι έχω και δεν έχω (εμφατ.): οτιδήποτε μου ανήκει, όλη μου η περιουσία, τα πάντα: Έχασε ό,τι είχε και δεν είχε. ~ ~ είναι δικό σου., ό,τι κι αν/ό,τι και να & οτιδήποτε κι αν/οτιδήποτε και να: για να δηλωθεί ότι το περιεχόμενο της κύριας πρότασης ισχύει ανεξάρτητα από το νόημα της δευτερεύουσας: ~ ~ γίνει/συμβεί, εγώ θα είμαι πάντα μαζί σου. ~ ~ πει, είναι λίγο/έχει δίκιο. ~ ~ λες, δεν σε πιστεύω.|| Πάρε με ό,τι ώρα και να 'ναι., ό,τι κι ό,τι (προφ-μειωτ.): (σε αρνητ. πρόταση) για κάτι που είναι κατώτερης αξίας, ποιότητας: Δεν τρώω ~ ~. (ειρων.) Α, σε παρακαλώ, δεν φοράει ~ ~, μόνο επώνυμα ρούχα. Βλ. όπου κι όπου., ό,τι να 'ναι (αργκό): για να δηλωθεί έλλειψη λογικής, συγκρότησης: (για πρόσ.) Ο τύπος είναι ~ ~ (βλ. είναι/ζει στον κόσμο του).|| Επικρατεί μια κατάσταση ~ ~. Λέει ~ ~ (πβ. άλλα αντ' άλλων)., ό,τι να 'ναι! (προφ.): ως έκφραση αδιαφορίας: -Τι θα πιεις; -~ ~! (για το φύλο εμβρύου) Γερό παιδί να 'ναι κι ~ ~!, και ό,τι ήθελε προκύψει βλ. θέλω, ό,τι βάλει ο νους (του ανθρώπου) βλ. νους, ό,τι βρέξει ας κατεβάσει βλ. βρέχω, ό,τι δεν σε σκοτώνει, σε κάνει πιο δυνατό βλ. σκοτώνω, ό,τι έγινε έγινε βλ. γίνομαι, ό,τι έγινε/γίνεται δεν ξεγίνεται βλ. ξεγίνεται, ό,τι θέλει ας γίνει/ας γίνει ό,τι θέλει βλ. θέλω, ό,τι θέλει λέει βλ. θέλω, ό,τι καλύτερο βλ. καλύτερος, ό,τι καταλαβαίνεις βλ. καταλαβαίνω, ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός βλ. λάμπω, ό,τι πρέπει βλ. πρέπει, ό,τι σπείρεις, θα θερίσεις βλ. θερίζω, ό,τι φάμε κι ό,τι πιούμε (κι ό,τι αρπάξει ο κώλος μας) βλ. τρώω, ό,τι χειρότερο βλ. χειρότερος, όσα δε φτάνει/πιάνει η αλεπού, τα κάνει κρεμαστάρια βλ. αλεπού, όσα/ό,τι φέρνει η ώρα δεν τα/το φέρνει ο χρόνος (όλος) βλ. χρόνος [< αρχ. ὅ τι]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.