(ο): Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη.
35615
όαση
[ὄαση] ό-α-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΜΟΡΦ. εύφορη έκταση με βλάστηση σε έρημο λόγω της ύπαρξης νερού: φυσική ~.2. {συνήθ. + γεν.} (κυρ. μτφ.) οτιδήποτε προσφέρει ανακούφιση από μια δυσάρεστη κατάσταση· καταφύγιο: Τα πάρκα είναι μια μικρή ~ πρασίνου και δροσιάς. Έχει μετατρέψει το σπίτι της σε μία ~ γαλήνης/ηρεμίας/ξεκούρασης/χαλάρωσης. Πνευματική ~. ~ πολιτισμού. ~ αισιοδοξίας και ελπίδας/δημιουργίας. Βλ. παράδεισος. [< 1: αρχ. ὄασις, αγγλ.-γαλλ. oasis]
(ο): Οργανισμός Αντισεισμικού Σχεδιασμού και Προστασίας.
35618
οβάλ
[ὀβάλ] ο-βάλ επίθ. {άκλ.}: ωοειδής: ~ πρόσωπο. ~ πιατέλα. Πβ. αβγο-, ελλειψο-ειδής. ● ΣΥΜΠΛ.: Οβάλ Γραφείο: το επίσημο γραφείο του Προέδρου των ΗΠΑ στον Λευκό Οίκο και κατ’ επέκτ. η προεδρία. [< αμερικ. Oval Office, 1962] [< γαλλ. ovale]
35619
οβελιαίος
, α, ο [ὀβελιαῖος] ο-βε-λι-αί-ος επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που διέρχεται κατακόρυφα από το κέντρο του σώματος, χωρίζοντας αυτό ή ένα τμήμα του σε δύο ίσα μέρη, αριστερό και δεξί: ~ος: άξονας/κόλπος (: ο άνω ή κάτω φλεβώδης κόλπος της σκληρής μήνιγγας). ~α: ραφή (: που ενώνει τα δύο βρεγματικά οστά)/τομή. Εγκάρσιο, στεφανιαίο και ~ο επίπεδο. Βλ. -ιαίος. [< μτγν. ὀβελιαῖος]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.