Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [36260-36280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
35670Ο.Δ.ΔΗ.Χ.(ο): Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους.
35986Ο.ΚΑ.ΝΑ.(ο): Οργανισμός Κατά των Ναρκωτικών.
36630Ο.ΠΕ.Κ.βλ. OPEC
35632Ο/Γ(το): Οχηματαγωγό (πλοίο). Βλ. Ε/Γ.
35603ο1επιφών.: (συνήθ. παρατεταμένο) από κάποιον που νανουρίζει, προσπαθεί να ηρεμήσει ή χαϊδεύει μικρό παιδί. [< λ. ηχομιμητ.]
35605ΟΑ(οι): Ολυμπιακοί Αγώνες.
35606ΟΑΕ1. (ο) Οργανισμός Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων. 2. (ο) Οργανισμός Αφρικανικής Ενότητας.
35607ΟΑΕΔ(ο): Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού. – Δ.ΥΠ.Α. (η): Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης.
35608ΟΑΕΠ(ο): Οργανισμός Ασφάλισης Εξαγωγικών Πιστώσεων.
35609ΟΑΚ(ο): Οργανισμός Αμερικανικών Κρατών.
35610ΟΑΚΑ(το): Ολυμπιακό Αθλητικό Κέντρο Αθηνών.
35611ΟΑΠ(η): Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης.
35612ΟΑΣ(η): Ομοσπονδία Αγροτικών Συλλόγων.
35613ΟΑΣΑ(ο): Οργανισμός Αστικών Συγκοινωνιών Αθηνών. Βλ. ΗΛΠΑΠ, ΗΣΑΠ.
35614ΟΑΣΕ(ο): Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη.
35615όαση[ὄαση] ό-α-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΜΟΡΦ. εύφορη έκταση με βλάστηση σε έρημο λόγω της ύπαρξης νερού: φυσική ~. 2. {συνήθ. + γεν.} (κυρ. μτφ.) οτιδήποτε προσφέρει ανακούφιση από μια δυσάρεστη κατάσταση· καταφύγιο: Τα πάρκα είναι μια μικρή ~ πρασίνου και δροσιάς. Έχει μετατρέψει το σπίτι της σε μία ~ γαλήνης/ηρεμίας/ξεκούρασης/χαλάρωσης. Πνευματική ~. ~ πολιτισμού. ~ αισιοδοξίας και ελπίδας/δημιουργίας. Βλ. παράδεισος. [< 1: αρχ. ὄασις, αγγλ.-γαλλ. oasis]
35616ΟΑΣΘ(ο): Οργανισμός Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης.
35617ΟΑΣΠ(ο): Οργανισμός Αντισεισμικού Σχεδιασμού και Προστασίας.
35618οβάλ[ὀβάλ] ο-βάλ επίθ. {άκλ.}: ωοειδής: ~ πρόσωπο. ~ πιατέλα. Πβ. αβγο-, ελλειψο-ειδής. ● ΣΥΜΠΛ.: Οβάλ Γραφείο: το επίσημο γραφείο του Προέδρου των ΗΠΑ στον Λευκό Οίκο και κατ’ επέκτ. η προεδρία. [< αμερικ. Oval Office, 1962] [< γαλλ. ovale]
35619οβελιαίος, α, ο [ὀβελιαῖος] ο-βε-λι-αί-ος επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που διέρχεται κατακόρυφα από το κέντρο του σώματος, χωρίζοντας αυτό ή ένα τμήμα του σε δύο ίσα μέρη, αριστερό και δεξί: ~ος: άξονας/κόλπος (: ο άνω ή κάτω φλεβώδης κόλπος της σκληρής μήνιγγας). ~α: ραφή (: που ενώνει τα δύο βρεγματικά οστά)/τομή. Εγκάρσιο, στεφανιαίο και ~ο επίπεδο. Βλ. -ιαίος. [< μτγν. ὀβελιαῖος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.