Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [36280-36300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
35620οβελίας[ὀβελίας] ο-βε-λί-ας ουσ. (αρσ.) (επίσ.): το αρνί που σουβλίζεται την Κυριακή του Πάσχα: παραδοσιακός/πατροπαράδοτος/πασχαλινός ~. Το σούβλισμα του ~α. [< πβ. αρχ. ὀβελίας 'ψωμί ψημένο στη σούβλα']
35621οβελίζω[ὀβελίζω] ο-βε-λί-ζω ρ. (μτβ.) {οβέλισε}: ΦΙΛΟΛ. εξοβελίζω. ΣΥΝ. αθετώ (2) [< μτγν. ὀβελίζω]
35622οβελίσκος[ὀβελίσκος] ο-βε-λί-σκος ουσ. (αρσ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. (κυρ. στην αιγυπτιακή αρχιτεκτονική) μονολιθικός στύλος κωνικού σχήματος που καταλήγει σε μικρή πυραμίδα· κατ' επέκτ. κάθε κτίριο ή αντικείμενο με την αντίστοιχη μορφή: ο ~ του Θεοδοσίου Α'.|| Ατσάλινος ~. [< μτγν. ὀβελίσκος, αγγλ. obelisk, γαλλ. obélisque]
35623οβελιστήριο[ὀβελιστήριο] ο-βε-λι-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): ψητοπωλείο, ψησταριά. Πβ. κρεατάδικο. Βλ. σουβλατζίδικο, -τήριο.
35624οβελός[ὀβελός] ο-βε-λός ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. σούβλα. 2. ΦΙΛΟΛ. μικρή οριζόντια γραμμή (-) που σημειώνεται σε χωρίο αρχαίου κειμένου και δηλώνει νόθο τύπο, περιττή ή αμφίβολη λέξη. [< 1: αρχ. ὀβελός 2: μτγν. ~]
35625όβερ[ὄβερ] ό-βερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: (σε επικοινωνία μέσω ασύρματου) για να δηλωθεί το τέλος της μεταδιδόμενης πληροφορίας· κατ' επέκτ. δείκτης λόγου που σηματοδοτεί το τέλος προφορικής ή ηλεκτρονικής συνομιλίας: Το μήνυμα ελήφθη, ~!|| Τα ξαναλέμε, ~!|| (συχνά επαναλαμβανόμενο, όταν ο συνομιλητής αργεί να ανταποκριθεί:) Μ' ακούς; ~ ~! [< αγγλ. over, 1926]
35626οβίδα[ὀβίδα] ο-βί-δα ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. βλήμα κυλινδρικού σχήματος που περιέχει κυρ. εκρηκτική ύλη: αυτοπροωθούμενη ~. ~ άρματος μάχης/όλμου/πυροβόλου όπλου. Έκρηξη/εκτόξευση/θραύσματα/ρίψη ~ας.|| ~ες απεμπλουτισμένου ουρανίου/φωσφόρου.|| (μτφ., ως παραθετικό σύνθ., συνήθ. στο ποδόσφαιρο) Γκολ/κεφαλιά-~. [< γαλλ. obus]
35627οβιδοβόλο[ὀβιδοβόλο ] ο-βι-δο-βό-λο ουσ. (ουδ.): ΣΤΡΑΤ. βαρύ κοντόκαννο πυροβόλο όπλο: αυτοκινούμενο ~. Βλ. ολμοβόλο. [< γαλλ. obusier]
35628όβολο[ὂβολο] ό-βο-λο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό-αρνητ. συνυποδ.): χρήμα: Μοίρασαν τα ~α στους ημετέρους. Έδωσε ουκ ολίγα ~α για να αποσιωπηθεί το θέμα. Πβ. παράς. [< μεσν. όβολον]
35629οβολός[ὀβολός] ο-βο-λός ουσ. (αρσ.) 1. αρχαίο νόμισμα ίσης αξίας με το ένα έκτο της αττικής δραχμής. 2. μικρή χρηματική συνεισφορά, κυρ. για αγαθοεργίες: ~ αγάπης. Η αναστήλωση της εκκλησίας έγινε από τον ~ό των πιστών. Δώστε/καταθέστε/προσφέρετε τον ~ό σας υπέρ των σεισμοπαθών. ● ΦΡ.: ο οβολός της χήρας (μτφ.): συμβολικό χρηματικό βοήθημα που προσφέρεται συνήθ. από το υστέρημα κάποιου για κοινωφελή σκοπό. [< 1: αρχ. ὀβολός, αγγλ. obol 1,2: γαλλ. obole]
35630ΟΒΣΕ(η): Ομοσπονδία Βιοτεχνικών Σωματείων Ελλάδας.
35631ΟΓΑ(ο): Οργανισμός Γεωργικών Ασφαλίσεων. (1961-2018). Βλ. ΟΠΕΚΑ.
35633ογδοήκονταβλ. ογδόντα
35634ογδοηκοντα-βλ. ογδοντα-
35635ογδοηκονταετής, ής, ές βλ. -ετής, ογδοηκοντα-
35636ογδοηκοντούτης[ὀγδοηκοντούτης] ο-γδο-η-κο-ντού-της επίθ./ουσ. {σπάν. θηλ. ογδοηκοντούτις} (λόγ.): ογδοντάρης, ογδοντάχρονος. [< μτγν. ὀγδοηκοντούτης]
35637ογδοηκοστός, ή, ό [ὀγδοηκοστός] ο-γδο-η-κο-στός αριθμητ. τακτ. {80ός}: που σε μια σειρά (π.χ. αλφαβητική, χρονολογική) κατέχει τη θέση που αντιστοιχεί στον αριθμό 80: ~ή: επέτειος. ~ά: γενέθλια. Η ~ή απονομή των βραβείων Όσκαρ. Βλ. -οστός. ● Ουσ.: ογδοηκοστό (το): καθένα από τα ογδόντα ίσα μέρη ενός συνόλου. [< αρχ. ὀγδοηκοστός]
35638ογδόντα[ὀγδόντα] ο-γδό-ντα αριθμητ. απόλ. {άκλ.} & (λόγ.) ογδοήκοντα 1. ο αριθμός 80, σύνολο που αποτελείται από 80 μέρη, μονάδες: ~ διά τέσσερα. ~ τοις εκατό (80%).|| (ως επίθ.) ~ εκατοστά/ευρώ/χρόνια. 2. (προφ.) ογδοηκοστός: σελίδα ~. Πέναλτι στο ~ (ενν. λεπτό του αγώνα). ● Ουσ.: ογδόντα (το) 1. ο ακέραιος αριθμός 80, το σύμβολό του και οτιδήποτε τον φέρει ως διακριτικό ή σύμβολό του: Πολλαπλασίασε το ~ με το πέντε.|| Μένει στο ~ (της οδού ...). 2. το 1980 ('80): Γεννήθηκε το ~.|| Η δεκαετία του ~ (πβ. έιτις). 3. (+ τα/στα) η ηλικία των ογδόντα ετών: Έκλεισε/πάτησε/πλησιάζει τα ~. [< μεσν. ογδόντα]
35639ογδοντα- & ογδοντά-& ογδοντ- & (λόγ.) ογδοηκοντα- & ογδοηκοντά- & ογδοηκοντ-: α' συνθετικό κυρ. επιθέτων και ουσιαστικών∙ δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο ισούται με ογδόντα ή είναι ογδόντα φορές μεγαλύτερο ή περισσότερο συγκρινόμενο με άλλο: ογδοντά-χρονος. Ογδοντ-άρης.|| Oγδοηκοντα-ετής.|| Ογδοντα-πλάσιος.
35640ογδοντάρης, α, ι [ὀγδοντάρης ] ο-γδο-ντά-ρης επίθ./ουσ. {-ηδες} (προφ.) 1. πρόσωπο ηλικίας περ. ογδόντα ετών: ~ με μπαστούνι.|| (ως επίθ.) ~ης: συγγραφέας. 2. (σπάν.) (για ποσό, μέγεθος) ογδόντα μονάδων: ~α: πετονιά. ~ι: (δορυφορικό) πιάτο.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.