Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [36300-36320]

IDΛήμμαΕρμηνεία
35641ογδονταριάβλ. -αριά1
35642ογδοντάχρονος, η, ο βλ. ογδοντα-, -χρονος
35643όγδοος, η, ο [ὄγδοος] ό-γδο-ος αριθμητ. τακτ. {κ. (λόγ.) γεν. αρσ/ουδ. ογδ-όου, (λόγ.) θηλ. ογδόη} (σύμβ. 8ος, Η ή η', VIII): που η σειρά ή η θέση του κατά την αρίθμηση έχει τον αριθμό οκτώ: ~ος: αιώνας/γύρος/τόμος. ~η: έκδοση. ~ο: κεφάλαιο/τεύχος. Η ανάπτυξη του εμβρύου την ~η εβδομάδα.|| (σε κατάταξη αγώνων) Τερμάτισε στην ~η θέση. ● Ουσ.: ογδόη (η) 1. ενν. μέρα του μήνα: η ~ (: 8η) του Ιουλίου. 2. ΜΑΘ. ενν. δύναμη αριθμού: 2 στην ~ (28). Βλ. δευτέρα. 3. ΜΟΥΣ. διάστημα οκτώ φθόγγων. ΣΥΝ. οκτάβα (1), όγδοο (το) 1. καθένα από τα οκτώ ίσα μέρη ενός συνόλου: Πληρώσαμε τα τρία ~α (: 3/8) της τιμής. 2. ΤΥΠΟΓΡ. σχήμα βιβλίου το οποίο προκύπτει όταν η κάθε σελίδα τυπογραφείου διπλωθεί περίπου τρεις φορές, ώστε να σχηματιστούν οκτώ φύλλα ή δεκαέξι σελίδες. 3. ΜΟΥΣ. αξία νότας που είναι ίση με το μισό ενός τετάρτου., όγδοος (ο) 1. ενν. όροφος: Τα γραφεία της εταιρείας είναι στον ~ο. 2. ενν. μήνας, ο Αύγουστος: στις 15/8 (: δεκαπέντε ~όου). ● επίρρ.: όγδοον (λόγ.): για να δηλωθεί ότι το αναφερόμενο στοιχείο βρίσκεται στην όγδοη θέση σε απαρίθμηση, επιχειρηματολογία: πρώτον, ..., δεύτερον, ..., ~, ... Βλ. -ον2. ● ΣΥΜΠΛ.: η όγδοη τέχνη: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. η φωτογραφία. [< γαλλ. le huitième art] ● ΦΡ.: το όγδοο θαύμα (του κόσμου) βλ. θαύμα [< αρχ. ὄγδοος]
35644ογκανέσιοο-γκα-νέ-σι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. τεχνητό ραδιενεργό στοιχείο (σύμβ. Og, Ζ 118) με μικρή διάρκεια ζωής. [< αγγλ.-γαλλ. oganesson, 2016 < ρωσ. ανθρ. Yuri Tsolakovich Oganessian]
35645ογκεκτομή[ὀγκεκτομή] ο-γκε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εκτομή μόνο του νεοπλάσματος και του παρακείμενου ιστού σε ορισμένες περιπτώσεις καρκίνου, κυρ. του μαστού: ~ με αφαίρεση μασχαλιαίων λεμφαδένων. ~ αντί για ολική αφαίρεση (μαστεκτομή). Θεραπεία με ~ στα πρώιμα στάδια της νόσου. Καλοήθης όγκος μήτρας που χρειάζεται ~. Βλ. -εκτομή. [< αγγλ. lumpectomy, 1972]
35646ογκηρός, ή, ό [ὀγκηρός] ο-γκη-ρός επίθ. (σπάν.-λόγ.): που έχει μεγάλο όγκο: ~ό: μέγεθος. Πβ. ογκώδης.|| (ΚΑΛ. ΤΕΧΝ.) ~ή: τεχνοτοπία. Βλ. βαρύς, -ηρός.
35647ογκίδιοβλ. όγκος
35648ογκογένεση[ὀγκογένεση] ο-γκο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. ανεξέλεγκτος πολλαπλασιασμός των κυττάρων που μπορεί να οδηγήσει σε σχηματισμό και ανάπτυξη όγκων: μοριακή ~. Μηχανισμοί ~ης. Πβ. καρκινογένεση. Βλ. -γένεση. [< αγγλ. oncogenesis, περ. 1932]
35649ογκογονίδιο[ὀγκογονίδιο] ο-γκο-γο-νί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. γονίδιο που ρυθμίζει την κυτταρική ανάπτυξη και όταν μεταλλαχθεί, έχει την ικανότητα να μετασχηματίζει ένα φυσιολογικό κύτταρο σε καρκινικό: ~α που ευθύνονται για τον καρκίνο του παχέος εντέρου. Βλ. καρκινογένεση. [< αγγλ. oncogene, 1969, γαλλ. oncogène]
35650ογκογόνος, ος, ο [ὀγκογόνος] ο-γκο-γό-νος επίθ. & ογκογενετικός, ή, ό: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που ευνοεί την ανάπτυξη όγκου, κυρ. κακοήθους: ~ος: παράγοντας. ~ος: δράση/πρωτεΐνη. ~οι: τύποι. ~α: στελέχη (ιού).|| (σπανιότ.-ως ουσ.) Κυτταρικά ~α (ενν. γονίδια, βλ. ογκογονίδιο). Πβ. καρκινογόνος. Βλ. -γόνος. [< αγγλ. oncogenic, 1949, γαλλ. oncogène, 1951]
35651ογκοκατασταλτικός, ή, ό [ὀγκοκατασταλτικός] ο-γκο-κα-τα-σταλ-τι-κός επίθ.: Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ογκοκατασταλτικά (γονίδια): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που ελέγχουν και ρυθμίζουν την ανάπτυξη των κυττάρων και αποτρέπουν τη δημιουργία καρκίνου: Μεταλλάξεις των ~ών μπορούν να οδηγήσουν σε καρκινογένεση. [< αγγλ. tumor suppressor gene, 1985]
35652ογκόλιθος[ὀγκόλιθος] ο-γκό-λι-θος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίθου} 1. ογκώδης πέτρα: ακατέργαστος/γρανιτένιος/δομικός/λαξευμένος/μαρμάρινος/πελώριος/τσιμεντένιος/φυσικός ~. ~ ... τόνων. Οι ~οι των πυραμίδων. Πβ. αγκωνάρι.|| Τεχνητοί ~οι από σκυρόδεµα. 2. (μτφ.) για κάποιον που διαθέτει μεγάλο κύρος, εκτόπισμα ή για κάτι που θεωρείται δύσκολο στην αντιμετώπισή του: αμυντικός (: για παίκτη ποδοσφαίρου, μπάσκετ)/πολιτικός ~. ~ της επιστήμης/της σκέψης. (ειρων.) Σιγά τον ~ο της διανόησης! Πβ. γίγαντας, κολοσσός. Βλ. ιερά τέρατα.|| Ο ~ της γραφειοκρατίας.
35653ογκολογία[ὀγκολογία ] ο-γκο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος που ασχολείται με τη μελέτη, τη διάγνωση και τη θεραπεία των όγκων: ακτινοθεραπευτική/γηριατρική/γυναικολογική/δερματολογική/κλινική/μοριακή/μυοσκελετική/νοσηλευτική/ορθοπαιδική/παθολογική/παιδιατρική/χειρουργική ~. Βλ. -λογία. [< αγγλ. oncology, περ. 1857, γαλλ. oncologie, 1934]
35654ογκολογικός, ή, ό [ὀγκολογικός] ο-γκο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ογκολογία: ~ός: ασθενής. ~ή: θεραπεία/κλινική/μονάδα/νοσηλευτική/χειρουργική. ~ό: κέντρο. ~οί: δείκτες. ~ές: επεμβάσεις/παθήσεις. ~ά: περιστατικά/φάρμακα. Ελληνική ~ή Εταιρεία.|| (ως ουσ.) Διευθυντής ~ού (ενν. τμήματος ή νοσοκομείου). ΣΥΝ. καρκινολογικός [< αγγλ. oncologic(al), γαλλ. oncologique]
35655ογκολόγος[ὀγκολόγος] ο-γκο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός με ειδίκευση στην ογκολογία: ~-χημειοθεραπευτής. Βλ. -λόγος. ΣΥΝ. καρκινολόγος [< αγγλ. oncologist, γαλλ. oncologue, περ. 1970]
35656ογκομέτρηση[ὀγκομέτρηση] ο-γκο-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.) & ογκομετρία (επιστ.): μέτρηση του όγκου: (ΧΗΜ.) ~ ασθενούς οξέος με ισχυρή βάση/διαλύματος/εξουδετέρωσης. Καμπύλη ~ης. Πβ. τιτλοδότηση. Βλ. αλκαλι-, οξυ-μετρία, προχοΐδα.|| ~ δεξαμενών/κτιρίων.|| (ΙΑΤΡ.) ~ θαλάμων της καρδιάς. Βλ. -μέτρηση. [< γαλλ. volumétrie]
35657ογκομετρικός, ή, ό [ὀγκομετρικός] ο-γκο-με-τρι-κός επίθ. (επιστ.): που σχετίζεται με τη μέτρηση του όγκου: ~ός: αισθητήρας/ανιχνευτής (κίνησης)/βαθμός (απόδοσης)/(αντικλεπτικός) συναγερμός. ~ή: ροή. ~ό: δοχείο. ~ές: αντλίες.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: θεραπεία.|| (ΧΗΜ.) ~ός: κύλινδρος. ~ή: ανάλυση (: ποσοτική ανάλυση με χρήση συγκεκριμένων όγκων διαλυμάτων ή αντιδραστηρίων· βλ. τιτλοδότηση)/φιάλη.|| ~ό: βάρος αποστολής (: ο όγκος που καταλαμβάνει ένα δέμα κατά την αερομεταφορά του και βάσει του οποίου γίνεται ο υπολογισμός του ναύλου). ● επίρρ.: ογκομετρικά [< αγγλ. volumetric, γαλλ. volumétrique]
35658ογκόμετρο[ὀγκόμετρο] ο-γκό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο που μετρά τον όγκο υγρών, στερεών ή αέριων σωμάτων. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. volumètre, αγγλ. volumeter]
35659ογκοπρωτεΐνη[ὀγκοπρωτεΐνη] ο-γκο-πρω-τε-ΐ-νη ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. πρωτεΐνη που κρυπτογραφείται από ιογενές ογκογονίδιο και αν εισαχθεί σε κύτταρο, μπορεί να το μετασχηματίσει σε καρκινικό. [< αγγλ. oncoprotein]
35660όγκος[ὄγκος] ό-γκος ουσ. (αρσ.) 1. (επιστ.) ο χώρος που καταλαμβάνει τρισδιάστατο στερεό σώμα ή αντικείμενο, η χωρητικότητα, το μέγεθός του· γενικότ. οι διαστάσεις: (ΓΕΩΜ.) ~ κύβου/κυλίνδρου/(ορθογώνιου) παραλληλεπιπέδου. Μονάδες μέτρησης ~ου (βλ. κυβικό μέτρο/εκατοστό/δεκατόμετρο/χιλιοστόμετρο).|| (ΧΗΜ.) Μοριακός ~. ~ αντιδραστηρίου/δείγματος/διαλύματος.|| (ΙΑΤΡ. -ΦΥΣΙΟΛ.) Αναπνεόμενος ~ αέρα (: που εισπνέεται σε κάθε αναπνοή). ~ παλμού (: η ποσότητα αίματος που προωθείται από την καρδιά σε κάθε συστολή και διοχετεύεται στις αρτηρίες). Διατροφή για αύξηση μυϊκού ~ου (βλ. μπόντι-μπίλντινγκ). (ΦΑΡΜΑΚ.) ~ κατανομής (~ των βιολογικών υγρών στα οποία κατανέμεται συγκεκριμένη ουσία).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Αρχεία μεγάλα/μικρά σε ~ο.|| Οικοδομικός/ορεινός ~ (= μάζα). (Συνολικός) ~ δωματίου/κιβωτίου/κτιρίου/νερού/πάγου (= παγόβουνο)/υγρού. ~οι βράχων/χιονιού.|| Αφρός για ~ο στα μαλλιά. Βλ. πυκνότητα. 2. (μτφ.) μεγάλη ποσότητα, μεγάλος αριθμός, πλήθος: ~ αποδείξεων/εισαγωγών/εξαγωγών/επενδύσεων/εργασιών/παραγγελιών/παραγωγής/πληροφοριών/στοιχείων. Ο ~ (= το ύψος) των (εμπορικών/χρηματιστηριακών) συναλλαγών. Ο ~ (= κορμός) των διαδηλωτών/της πορείας. Δείκτης ~ου λιανικών πωλήσεων.|| (ΠΛΗΡΟΦ.-ΤΗΛΕΠ.) ~ δεδομένων/κίνησης/χρήσης. 3. ΙΑΤΡ. μη φυσιολογική μάζα ιστού που προκαλείται από ανεξέλεγκτο πολλαπλασιασμό κυττάρων και τη σταδιακή εξάπλωσή τους, χωρίς να εξυπηρετείται η φυσιολογία του οργανισμού· νεόπλασμα: κακοήθης (πβ. καρκίνος, καρκίνωμα)/καλοήθης/μεταστατικός/συμπαγής (: που αναπτύσσεται από συμπαγή όργανα) ~. ~ στον εγκέφαλο/στον μαστό. Χειρουργική αφαίρεση ~ου. ΣΥΝ. νεοπλασία ● Υποκ.: ογκίδιο (το) βλ. σημ. 3: ψηλαφητό ~. Βλ. -ίδιο, ινοαδένωμα, οζίδιο. ● ΣΥΜΠΛ.: ο κύριος όγκος: το μεγαλύτερο μέρος: ~ ~ της βιβλιογραφίας/των διαδηλωτών. ● ΦΡ.: αυτοκίνητο δύο όγκων βλ. αυτοκίνητο, αυτοκίνητο τριών όγκων βλ. αυτοκίνητο [< 1: αρχ. ὄγκος 2: γαλλ. masse 3: αρχ. ὄγκος ‘εξόγκωμα, οίδημα’, γαλλ. tumeur]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.